Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1928-1932. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1928-1932. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

«Έρως και κύματα»: Η πρώτη “σοβαρή” ελληνική ταινία. Μέρος πρώτο: Γενικές πληροφορίες

Το Μάιο του 1927, όταν ξεκίνησε η «επίθεση δημοσιότητας» της «Νταγκ Φιλμ», το σενάριο της πρώτης ταινίας ήταν ήδη γραμμένο· ο τίτλος αρκετά ποιητικός: «Έρως και κύματα». Το έγραψε ο ποιητής Λάμπρος Αστέρης (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Δημήτρη Καραχάλιου), ενώ σκηνοθέτης και διευθυντής φωτογραφίας ήταν αντίστοιχα ο Δημήτρης και ο Μιχάλης Γαζιάδης. Διαφημιζόταν ως ένα έργο με υπόθεση από τη σύγχρονη εποχή, που παράλληλα περιείχε ήθη και έθιμα του τόπου και φυσικά αναδείκνυε τις φυσικές ομορφιές της χώρας - σταθερή αξία όλων των ταινιών της πρώτης περιόδου του ελληνικού κινηματογράφου. 

«Έρως και κύματα»: Η πρώτη “σοβαρή” ελληνική ταινία. Μέρος δεύτερο: Η κριτική του τύπου

Οι περισσότερες κριτικές του τύπου ήταν άκρως ενθουσιώδεις για το "Έρως και Κύματα". Τονίζονταν τα ελπιδοφόρα στοιχεία της ταινίας, χωρίς όμως ν’ αποσιωπούνται και τα πολλά λάθη (κυρίως σκηνοθετικά), τα οποία αποδίδονταν στην απειρία και την έλλειψη στούντιο - γι’ αυτό και συγχωρούνταν με την προοπτική ότι θα υπήρχε σαφής βελτίωση στο μέλλον. Ωστόσο, κοινός τόπος ήταν οι πολύ θετικές αξιολογήσεις των ερμηνειών των πρωταγωνιστών και κυρίως του πρωτοεμφανιζόμενου ζεν πρεμιέ Δημήτρη Τσακίρη, αλλά και της γνωστής από το θέατρο Μιράντας Θεοχάρη.

«Το Χάνι της Γραβιάς και αι τελευταίαι ημέραι του Οδυσσέως Ανδρούτσου»: Η πρώτη ταινία για την ελληνική επανάσταση

Το 1928 παρουσιάστηκε και δεύτερη ελληνική ταινία. Ήταν το «Χάνι της Γραβιάς και αι τελευταίαι ημέραι του Οδυσσέως Ανδρούτσου», η πρώτη ελληνική ταινία με θέμα την επανάσταση του 1821, που πρωτοπροβλήθηκε –αυτό κι αν είναι έκπληξη!– στον κινηματογράφο «Αργυλλά» του Βόλου από 21 έως 23 Δεκεμβρίου.

Η σκηνοθεσία ήταν του Δημήτρη Καμινάκη και η παραγωγή της θεσσαλονικιώτικης εταιρίας «Ηρώ Φιλμ Νέας Ελλάδος», για την οποία έγινε λόγος και σε προηγούμενες σελίδες.

Η εταιρία παραγωγής είχε αυτογνωσία για το αποτέλεσμα που παρουσίαζε επί της οθόνης, γι’ αυτό και ξεκαθάριζε: «Δεν παρουσιάζομεν Σούπερ φιλμ μεγάλου και φημισμένου εργοστασίου, δεν παρουσιάζομεν ταινίαν εκατομμυρίων αξίας. Παρουσιάζομεν όμως την πρώτην ελληνικήν ταινίαν ελληνικής καθαρά υποθέσεως, ταινίαν των προγόνων μας που χάριν αυτών καυχόμεθα ότι είμεθα κράτος».

Το σενάριο βασίστηκε στις γραπτές διηγήσεις του Άγγλου φιλέλληνα Εδουάρδου Τρελλώνη. Ξεκινούσε με την κάθοδο του τουρκικού στρατού στη Στερεά Ελλάδα το 1821 και τη μάχη της Γραβιάς και συνέχιζε σε γεγονότα από το 1823 και μετά: η οχύρωση του Οδυσσέα Ανδρούτσου στο απροσπέλαστο σπήλαιο του Παρνασσού (το «Κωρύκειον Άντρον»), όπου η αδερφή του Ανδρούτσου, Ταρσίτσα, ερωτεύτηκε τον Τρελώνη, πώς ο Ανδρούτσος εξαπάτησε τον Ομέρ Μπέη της Καλαμάτας ψευδοσυμμαχώντας μαζί του με σκοπό να σώσει το στρατό των επαναστατών της ανατολικής Στερεάς, η παράδοσή του στον Γκούρα και το οικτρό του τέλος στην Ακρόπολη.

Εξωτερικά γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν στις Θερμοπύλες, στη Γραβιά, στον Παρνασσό και στην Ακρόπολη. Στο βαθμό που ο Λεωνίδας Αθανασιάδης, συνεργάτης του Καμινάκη και βοηθός οπερατέρ της ταινίας, θυμόταν καλά το 1977, εξωτερικές σκηνές πρέπει να κινηματογραφήθηκαν επίσης στη Μονή Βλατάδων, στα τείχη της Παλαιάς Πόλης και στο Ασβεστοχώρι, ενώ κάποια εσωτερικά γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν στον κινηματογράφο «Σπλέντιτ» της Θεσσαλονίκης, σε σκηνικά που είχε διαμορφώσει ο ίδιος ο Καμινάκης.

Σύμφωνα και πάλι με τις αναμνήσεις του Αθανασιάδη, στην ταινία έπαιξαν οι Μιχαήλ Μάσσιος, Μαίρη Τσικούδη, Ελένη Καρύκη, Μαρίκα Βίττου, Γ. Σαββόγλου, και Αντζουλίνα Ποζέλλι κ.ά. –όλοι ερασιτέχνες από τη Θεσσαλονίκη. Ωστόσο ένα δημοσίευμα του 1936 στην εφημερίδα Ταχυδρόμος Βορείου Ελλάδος ανέφερε μεταξύ των ηθοποιών τους Μιχαλάκη Μάτσο, Κυριάκο Δρακόπουλο, Παύλο Γιαννάτο και Μίμη Τσαγκάρη.

Στο ίδιο δημοσίευμα του 1936, ο δημοσιογράφος Αντ. Κοσματόπουλος εξιστόρησε ένα αστείο συμβάν από τα γυρίσματα, που είχε ως αποτέλεσμα την αλλαγή του σεναρίου και το κόψιμο μιας ολόκληρης σκηνής:

«Μεταξύ λοιπόν των άλλων σκηνών επρόκειτο να προβληθή και ένα συμπόσιον εις το οποίον έτρωγαν ψητά αρνιά ο Ανδρούτσος με τα παλληκάρια του. Ετοιμάζοντο λοιπόν τα αρνιά. Εψήνοντο και εφορτώνοντο εις το λεωφορείον εις το οποίον εκάθητο ο καπετάν Ανδρούτσος και τα παλληκάρια του. Ο Καμινάκης με την μηχανή στον ώμο εκάθητο εις τον σωφφέρ.

Η σκηνή επρόκειτο να τραβηχθή παρά το Ασβεστοχώρι, αλλά έως να φθάσουν εκεί, τα αρνιά κατεβροχθίζοντο από τους καπετανέους.

Όταν έφθασαν εκεί εστρώθηκαν στα χορτάρια για το συμπόσιο.

- Έλα συ, μικρέ φέρε τα αρνιά.

- Ποια αρνιά;

- Μωρέ τα δυο ψημένα αρνιά που αγόρασα.

- Τώρα νάναι κι άλλα.

- Τι, τα φάγατε;

- Μη χολοσκάνεις μωρέ... Τα παλληκάρια μου τα φάγανε γιατί πεινούσανε.

Ο ατυχής Καμινάκης τραβούσε τα μαλλιά του.

- Και τώρα πώς θα πάρουμε την σκηνήν του τραπεζιού;

- Ξαναρχόμαστε αύριο κ. Καμινάκη. Μη κατσουφιάζης.

Το πράγμα αυτό επανελήφθη τετράκις, οπότε ο Καμινάκης απογοητευθείς απάλειψε από το σενάριο τη σκηνή του γεύματος.»

 

Μετά το Βόλο, η ταινία προβλήθηκε στον κινηματογράφο «Πατέ» της Θεσσαλονίκης από 5 έως 12 Φεβρουαρίου 1929 υπό τον τίτλο «Οδυσσεύς Ανδρούτσος». Η ανταπόκριση των Θεσσαλονικιών ήταν μεγάλη, αφού άλλωστε ήταν μια τοπική παραγωγή. Ωστόσο, η εμπορική επιτυχία δεν συνεπαγόταν και θετικές κριτικές στον τύπο.

Απολαυστικά ήταν δύο απολύτως ειρωνικά χρονογραφήματα, που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα Μακεδονία στις 08 Φεβρουαρίου 1929:

ΕΡΓΟΝ

Επήγα εις το Πατέ να παρακολουθήσω το πρώτον Μακεδονικόν κινηματογραφικόν έργον, τον Οδυσσέα Ανδρούτσο. Μου είπαν ότι κάποιοι νέοι και κάποιες τσούπρες της πόλεώς μας είναι οι δράσται. Το πρόγραμμα που διανέμουν έξω, ομιλεί περί προσπαθείας ευγενικής και περί της ανάγκης ενισχύσεως της προσπαθείας αυτής. Επήγα λοιπόν να θαυμάσω και να ενισχύσω. Αλλ' ω ύψιστε! Τέτοιο τερατούργημα κινηματογραφίας δεν είδα ούτε εφαντάσθηκα ποτέ μου. Απορώ πώς το εδέχθη ο οίκος Πατέ. Και απορώ με την υπομονήν του κόσμου. Η ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως γε­λοιοποιείται. Η τέχνη κατακουρελιάζεται. Η ποίησις καραγκιοζοποιείται. Η φουστανέλλα γίνεται καρνάβαλος. Ο πατριωτισμός, ο έρως, τα αρχαία, τα μεγάλα ονόματα, η ιστορία, όλα μαζύ γίνονται ένα μίγμα οικτρόν, εις την θέαν του οποίου δεν ξέρει κανείς αν πρέπη να γελά, να κλαίη ή να τραβάη τα μαλλιά του. Αλλ’ είναι σας λέγουν, η πρώτη προσπάθεια. Ο Θεός να μας φυλάγη, εάν οι δράσται του πρώτου έργου, έχουν την θρασύτητα να μας παρουσιάσουν και δεύτερον.

 

ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΣ

Είμαι βεβαιότατος ότι αν οι θρυλικοί ήρωες του 21 ήξευραν πως μετά εκατό χρόνια θα γινόνταν καραγκιόζηδες από της οθόνης του κινηματογράφου προς κοινήν θυμηδίαν των απογόνων των, ασφαλώς δεν θα τολμούσαν να ελευθερώσουν την Ελλάδα και να δόσουν εις τον κ. Καμινάκην την ευκαιρίαν και το θέμα για να τους ρεζιλέψη. Διότι είναι πραγματικό κεπαζελήκι εκείνο που έπαθε εις την ταινίαν ο Οδυσσεύς Ανδρούτσος, του οποίου τα ηρωικά κατορθώματα και ο τραγικός θάνατος γίνονταν τώρα κάθε βράδυ αίτια ομηρικών γέλοιων των θεατών του κινηματογράφου Πατέ...

Ενδιαφερθείς από τις διαφημίσεις που έγιναν πέριξ της τρομεράς αυτής ταινίας, εγχωρίας παραγωγής, επήγα χθες βράδυ στο Πατέ, όπως είχαν πάη τόσοι και τόσοι άλλοι συμπολίται, από τους οποίους ήταν γεμάτη η αίθουσα. Τα προγράμματα που διενέμοντο εις τους θεατάς, με χριστιανικήν μετριοφροσύνην ανήγγελον ότι ο κ. Καμινάκης «έσπειρε και άλλοι ας έλθουν να θερίσουν». Σημειωτέον ότι [τα] φεΐγ-βολάν δεν ανέφερον αν έπρεπε να θερισθή μαζύ και ο κ. Καμινάκης. Ύστερον από λίγο άρχισε η προβολή της ταινίας. Πριν σας πω το τι είδα, θεωρώ καθήκον μου να ζητήσω συγγνώμην από την σκιάν του Ανδρούτσου διά τα γέλοια που άθελα έκαμα εις βάρος του μαζύ με όλους τους άλλους θεατάς...

Μεταξύ του πλήθους των θεατών εκάθηντο οι δράσται της ταινίας Καμινάκης και οι «ηθοποιοί», δηλαδή κάτι παιδιά της Νεολαίας Τούμπας, που όπως μαθαίνω δεν το κουνούν από κει καθόλου, εναβρυνόμενοι εις την θέαν των εαυτών των επί της οθόνης... Πριν προφθάσουμε ακόμη να αντιληφθούμε καλά-καλά τι συμβαίνει, η πρώτη πράξις τελειώνει και επακολουθεί διάλειμμα διπλασίας διαρκείας απ’ αυτήν, μεθ’ ο επαναλαμβάνεται η προβολή του... έργου. Ο ατυχής Ανδρούτσος φαίνεται σαν μανάβης του Καπανιού, το δε πρωτοπαλλήκαρόν του ο Γκούρας σαν Βάρθακας. Μην τα ρωτάτε δε τι γίνεται με τους άλλους ήρωας του έργου. Είδα την μάχην της... Γραβιάς κατά την οποίαν οι νεκροί έπεφταν με πόζα και δεν εννοούσαν να κλείσουν τα μάτια τους...

Και σ’ όλα αυτά τα ανεκδιήγητα πράγματα είχαμε και το πανηγύριον των επιγραφών που μετεφράσθησαν εις την γαλλικήν. Ιδού μια: Ο στίχος του ποιήματος που λέει ότι ο ήρως δεν είχε ούτε τσιμπούκι ούτε τσαρούχι, μετεφράσθη ως εξής: Πα ντε τσιμπούκ, πα ντε τσαρούκ... Δεν μπορώ όμως να συνεχίσω, βρε παιδιά, διότι ελύθηκα στα γέλοια. Αν θέλετε πάτε κ’ εσείς ν’ απολαύσητε τα ίδια και σας βεβαιώ πως δεν θα λυπηθήτε τα χρήματά σας... Κωμωδία με τα ούλα της, μπρος την οποίαν τύφλα νάχη ο Σαρλώ και ο Χάρος Λοΰδ. Τρέξατε, τρέξατε...

Ένα σύντομο, γενικό σχόλιο για την ταινία δημοσιεύτηκε και στο γαλλικό περιοδικό Cinémagazine. Ο συνεργάτης του στη Θεσσαλονίκη περιέγραψε μια ταινία «με πολλά ελαττώματα, επειδή έγινε με αυ­τοσχέδια μέσα [και] είναι το αποτέλεσμα υπομονετικών και αξιέπαινων προσπαθειών».

Πολλά χρόνια αργότερα, ως ενδεικτικό παράδειγμα για την καλλιτεχνική αποτυχία της ταινίας αναφέρθηκε το ότι ο λόρδος Βύρωνας παριστανόταν φορώντας ρούχα σύγχρονου τουρίστα!  Αναφέρθηκε εξάλλου ότι η πρωταγωνίστρια παντρεύτηκε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων και μάλλον διέκοψε τη συμμετοχή της, καθώς σ’ αυτόν το γάμο αποδόθηκε το τελικό αποτέλεσμα, που ήθελε το έργο «κουρεμένο και χωρίς αλληλουχία σκηνών».

Ο «Οδυσσεύς Ανδρούτσος» φαίνεται ότι προβλήθηκε και στην Αθήνα, όμως είναι άγνωστο το πότε και το πού. Τα προγράμματα των κινηματογράφων, όπως δημοσιεύονταν στις αθηναϊκές εφημερίδες, δε μας βοηθούν στο ελάχιστο. Πάντως, σε ρεπορτάζ της εφημερίδας Ακρόπολις το Φεβρουάριο του 1931 γινόταν ρητή αναφορά στην ταινία ως μια από τις 18 ελληνικές που είχαν προβληθεί την προηγούμενη τριετία.

Τον Ιανουάριο του 1932 προβλήθηκε στη Δράμα (κινηματογράφος «Αστήρ») και ένα μήνα αργότερα στην Αλεξανδρούπολη («Πανελλήνιον»).

Ωστόσο αυτό που δεν κατάφεραν οι καλύτερα οργανωμένοι αδελφοί Γαζιάδη με το «Έρως και Κύματα», το κατάφερε ο Κα­μινάκης. Με τίτλο «Αι τελευταίαι ημέραι του Οδυσσέως Ανδρούτσου» και υπότιτλο «Στο χάνι της Γρα­βιάς», η ταινία προβλήθηκε στο «Mansfield Theatre» της Νέας Υόρκης στις 22 Σεπτεμβρίου 1929. Η διαφήμι­ση στους ομογενείς είχε αρκετές ανακρίβειες, κάνοντας λόγο για συμμετοχή 200 ηθοποιών της Δραματικής Σχολής Αθηνών, υποστήριζε ότι είχε προβληθεί στους κεντρικούς αθηναϊκούς κινηματο­γράφους επί ένα εξάμηνο ή ότι είχε κοστίσει 150.000 δολάρια. Παρόλ’ αυτά επιβεβαιωνόταν η μεγάλη έκταση της ταινίας, διάρκειας δυόμιση ωρών.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Λεωνίδα Αθανασιάδη, η ταινία χάθηκε στο τελωνείο κατά την επιστροφή από την Αμερική, όμως το αρνητικό του φιλμ μαζί με έξι καρυοφύλλια, που είχαν χρησιμοποιηθεί στα γυρίσματα, σώζονταν μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1950 στο αρχοντικό των κληρονόμων του Τσατσαπά, συνεταίρου του Καμινάκη. Από τη στιγμή που το αρχοντικό κατεδαφίστηκε, η τύχη του φιλμ και των κειμηλίων αγνοείται.

 [Η ενότητα ανανεώθηκε σύμφωνα με την τρίτη έκδοση του βιβλίου «Οι πρώτες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου», που μπορείτε να διαβάσετε εδώ: https://protestainies.blogspot.com/p/2025.html]

«Το λιμάνι των δακρύων»: Η “ελληνικότητα” του σεναρίου επί τάπητος

Η φρενίτιδα που κατέλαβε τον τύπο από την τεράστια απήχηση του «Έρως και κύματα» ήταν τόσο μεγάλη, ώστε η έλευση ενός γνωστού Γερμανού ηθοποιού της εποχής, του Βέρνερ Κράους, το καλοκαίρι εκείνο πυροδότησε μια φημολογία ότι αυτός θα συνεργαζόταν δήθεν με την «Νταγκ Φιλμ»!
Εξάλλου, η επιτυχία ενθάρρυνε το γύρισμα και νέων ταινιών. Ακολούθησε το «Λιμάνι των δακρύων», μια ακόμη παραγωγή της «Νταγκ», που κόστισε περίπου 1.500.000 δραχμές, σύμφωνα με το σκηνοθέτη, Δημήτρη Γαζιάδη: για φιλμ Παν-Κινέ 8.000 μέτρων (από το οποίο κρατήθηκαν μόλις τα 3.500 μ.) ξοδεύτηκαν 144.000 δραχμές· για φάρμακα 32.000 δρχ.· για σκηνικά, ηλεκτρικό ρεύμα και ηλεκτροτεχνίτες περίπου 100.000 δρχ.· οι αμοιβές των ηθοποιών ανήλθαν συνολικά σε 200.000 δρχ. περίπου· οι διαφημίσεις κόστισαν 120.000 δρχ.· το ενοίκιο για αποκλειστική εκμετάλλευση της ταινίας από τις κινηματογραφικές αίθουσες αποτιμήθηκε σε 220.000 δρχ.· ο φόρος δημοσίων θεαμάτων 350.000 δρχ. συν άλλα έξοδα.

«Μαρία Πενταγιώτισσα»

Η ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΚΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΜΑΔΡΑ

Ο Μαδράς έκανε την επανεμφάνισή του στην Ελλάδα το Μάιο του 1928, έξι χρόνια μετά την προηγούμενη, αποτυχημένη απόπειρά του με την «Τσιγγάνα της Αθήνας», που προβλήθηκε μόνο στους ομογενείς της Νέας Υόρκης. Η επιστροφή του σαιξπηρικού ηθοποιού συνοδεύτηκε από μπαράζ συνεντεύξεων στις εφημερίδες, που άλλωστε άρχισαν να επιδεικνύουν τεράστιο ενδιαφέρον για την ελληνική κινηματογραφία μετά την επιτυχία του «Έρως και κύματα».

Το πρώτο «αθλητικό» φιλμ (Πάντρεμα κινηματογράφου και οπερέτας)

Το 1929 χρονολογείται η πρώτη ελληνική ταινία μυθοπλασίας με αθλητικό περιεχόμενο. Ο λόγος για μια κωμική ταινία μικρού μήκους, που δεν προβλήθηκε στις κινηματογραφικές αίθουσες, αλλά στο θέατρο στα πλαίσια της οπερέτας «Ερωτικόν ματς» των Δ.Σ. Δεβάρη και Άγγελου Μαρτίνο. Ήταν η πρώτη και πιθανόν η τελευταία φορά, που συνδυάζονταν οπερέτα και κινηματογράφος.

«Αστέρω»

Η κριτική που είχε ασκηθεί στο «Λιμάνι των δακρύων», ότι το σε­νάριό του δεν θύμιζε Ελλάδα, αλλά και οι ευμενείς κριτικές για το ελληνικό θέμα της κακότεχνης «Πενταγιώτισσας» έπεισαν τους αδερφούς Γαζιάδη να δοκιμάσουν κάτι διαφορετικό. Έτσι, απευθύνθηκαν στο διακεκριμένο Έλληνα λογοτέχνη, Παύλο Νιρβάνα:

«Ένα καλό πρωί, λοιπόν, χωρίς ποτέ μου να έχω ονειρευθή να γίνω συγγραφεύς κινηματοδράματος, οι διευθυνταί της Νταγκ-Φιλμ, μου υπέβαλαν την πλέον απροσδόκητον πρότασιν:

- Επιθυμούμεν, κύριε, να μας γράψετε το σενάριο της νέας μας ταινίας.

Η πρώτη μου απάντησις ήτο κατηγορηματική άρνησις:

- Ούτε εσκέφθην, ποτέ μου, κύριοι, να κάμω τέτοιο πράγμα, ούτε το σκέπτομαι, ούτε ξέρω καν πώς γίνεται.

Οι κύριοι επέμειναν:

- Μας κατηγορούν, ότι αι ταινίαι μας στερούνται ελληνικότητος. Θέλομεν, λοιπόν, να παρουσιάσωμεν ένα έργον καθαρώς ελληνικόν. Ένα έργον με ελληνικήν υπόθεσιν, ελληνικούς χαρακτήρας, ελληνικήν ψυχολογίαν, ελληνικόν περιβάλλον, ελληνικόν χρώμα. Ένα έργον, που να κινήται μέσα στην ελληνικήν φύσιν και την ελληνικήν ζωήν. Για να γίνουν όλα αυτά μας χρειάζεται ένας συγγραφεύς. Είναι η τελευταία απόπειρα, που δοκιμάζομεν. Αν επιτύχη, θα μπορέσωμε ν’ αποδείξωμεν, ότι και η Ελλάς είναι εις θέσιν να δημιουργήση μίαν δικήν της κινηματογραφικήν τέχνην και επομένως, σημαντικήν εθνικήν βιομηχανίαν [...]».

Ο Νιρβάνας πείστηκε και έγραψε την «Αστέρω», «μια νέα ελληνική ταινία στη στάνη, στα θυμάρια και στις βοσκοτοπιές», όπως ήταν ο τί­τλος του ρεπορτάζ της εφημερίδας Πατρίς μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων, που πραγματοποιήθηκαν από τις 8 μέχρι τις 31 Μαρτίου σε διάφορα τοπία της Πελοποννήσου: στο Χελμό, στα νερά της Στυγός, στο Μέγα Σπήλαιο, στον οδο­ντωτό σιδηρόδρομο των Καλαβρύτων, στο Διακοφτό, στην Ζαχλορού, στο Μεσορούγι, στο Σόλο, στα Σου­δενά, στη Μάζη, στη Φτέρη κλπ.

Ο δη­μοσιογράφος ήταν ενθουσιασμένος από το βουκολικό θέμα, προτού ακόμα δει την ταινία στην οθόνη:

«Πόσο ενδιαφέρον δεν κλείνει μέσα της η ζωή της επαρχίας, η ζωή του χωριού. Μακρυά από την πεζότητα της πρωτευούσης, στα ελληνικά χωριά, εκεί όπου το θυμάρι χύνει ακόμα τη μοσκοβολιά του και τα πρόβατα κοπαδιαστά κοπαδιαστά αργοσαλεύουν πάνω στον πράσινο τάπητα της φύσεως και πόσα δεν συμβαίνουν. Πόσα ειδύλλια δεν πλέκονται τριγύρω από τις στάνες, στα στανοτόπια, κάτω από τις οξιές και τα έλατα, πόσα τσομπανόπουλα, τσελιγκάδες, δεν σκλαβώνονται από πα­νώρηες βοσκοπούλες και πόσα αγνά αισθήματα δεν πλημμυρίζουν τις νεανικές καρδιές!».

Η ιστορία της «Αστέρως» είναι λίγο-πολύ γνωστή. Ένα εξίσου πετυχημένο κινηματογραφικό ριμέικ θα γυριζόταν το 1959 με πρωταγωνίστρια την Αλίκη Βουγιουκλάκη, όμως υπήρχαν σημα­ντικές διαφορές στην υπόθεση.

Αυτό ήταν το σενάριο της ταινίας του 1929:

Σ' ένα καταπράσινο χωριό της Πελοποννήσου στις πλαγιές του πολυτραγουδισμένου Χελμού ζει στα κτήματά του ο πλούσιος χωρικός κυρ-Μήτρος με το γιο του, Θύμιο, και την ψυχοκόρη του, Αστέρω. Οι χωριάτες όμως λένε πολλά για το φιλάργυρο γέρο, που κανένας δεν ξέρει πώς από επι­στάτης στο κτήμα ενός πλουσίου Αθηναίου βρέθηκε έξαφνα αφέντης.

Ανάμεσα στα δυο παιδιά, το Θύμιο και την Αστέρω, που ανατράφηκαν μαζί, γεννήθηκε μια αδελφική συμπάθεια, που σιγά-σιγά εξελίχθηκε σε ζωηρό αίσθημα. Η Αστέρω, που ο κα­κός γέρος την κακομεταχειριζόταν σκληρότατα σαν νά θελε να την βγάλει από τη μέση, δεν είχε άλλο φίλο στη ζωή της από το Θύμιο. Σ’ αυτόν έλεγε όλα τα παράπονά της και σ’ αυτόν έβρισκε παρηγοριά και ελπίδα. Μα ο κυρ-Μήτρος έβλεπε με κακό μάτι το αίσθημα αυτό των παιδιών και μια μέρα, που τους έπιασε να κρυφομιλούν, φώναξε το γιο του και του είπε κα­θαρά πως αν είχε βάλει στο νου του να πάρει γυναίκα του «αυτή τη νόθα», που την είχε μαζέψει απ’ το δρόμο, θα τον αποκλήρωνε.

Η Αστέρω, που άκουσε τα λόγια αυτά κάτω από τ’ ανοιχτό παράθυρο, πήρε την απόφαση να θυσιάσει την αγάπη της για το καλό του αγαπημένου της και να τον αφήσει να ζήσει ευτυχι­σμένος με τον πατέρα του. Και μια μέρα, έξαφνα, πνίγοντας τον πόνο της, του λέει πως δεν τον αγαπάει πια, γιατί αγαπάει έναν άλλο.

Ήταν η εποχή που τα τσελιγκάτα κατέβαιναν από τα βουνά στα χειμαδιά. Ο αρχιτσέλιγκας Στάμος, που είχε νοικιάσει για ξεχειμώνιασμα τα λιβάδια του κυρ-Μήτρου, ερωτεύθηκε την Αστέρω κι εκείνη αποφάσισε να γίνει γυναίκα του και να φύγει μαζί του, αφήνοντας όμως πίσω την καρδιά της, στα μέρη που γνώρισε την πρώτη της αγάπη. Παντρεύεται με βαριά καρδιά το Στάμο και φεύγει, χωρίς ο Θύμιος να γνωρίζει την τραγική της θυσία. Ζει ευτυχισμένη με τον άντρα της, που την αγαπάει, πάνω στα βουνά, χωρίς να ξεχνάει τον αγαπημένο της, ενώ εκείνος μαραίνεται απ’ τον καημό του, βρίσκοντας παρηγοριά στη φλογέρα του και στο παλιό τραγούδι, που τόσο αγαπούσε η Αστέρω. Μα η ευτυχία της Αστέρως δεν κράτησε πολύ. Ο άντρας της σκοτώθηκε μια παραμονή της Λαμπρής κι εκείνη, έρημη και ξένη, παίρνει μισότρε­λη τα βουνά.

Ο κυρ-Μήτρος, βλέποντας το γιο του να μαραίνεται, μετανοεί για το κακό που έκανε και απο­φασίζει να εξομολογηθεί στο παιδί του το φριχτό του μυστικό. Του διηγείται πώς βρέθηκε η Αστέρω στα χέρια του, του λέει ότι τα κτήματα όλα είναι της Αστέρως και πως αυτός ζήτησε να την βγάλει από τη μέση, για να της πάρει την περιουσία. Ο Θύμιος, μολονότι έχει ακόμα την ιδέα ότι η Αστέρω τον άφησε για την αγάπη του αρχιτσέλιγκα, δεν θέλει το άδικο. Τα χρήματα πρέπει να τα πάρει η αδικημένη Αστέρω κι αυτός ας μείνει φτωχός. «Πάμε να την βρούμε» του λέει ο πατέρας του, μετανιωμένος για την αμαρτία του.

Εκείνη τη μέρα είχε φτάσει στο χωριό και η είδηση του σκοτωμού του τσέλιγκα. Και ξεκι­νάνε πατέρας και γιος και γυρεύουν τη χαμένη την Αστέρω. Με τα πολλά την βρίσκουν σ’ ένα κα­λύβι που την είχαν περιμαζέψει, μα η Αστέρω δεν γνωρίζει κανένα. Την παίρνουν και την σέρνουν κάτω στο κτήμα, με την ελπίδα ότι ξαναβλέποντας τα αγαπημένα της μέρη που μεγάλωσε, μπορεί να συνέλθει. Μια μέρα ο Θύμιος, παίρνοντας τη φλογέρα του, της τραγουδά αφήνοντας να ξεχειλί­σει όλος ο καημός της αγάπης του, το παλιό αγαπημένο της τραγούδι. Η Αστέρω συνέρχεται, θυ­μάται, καταλαβαίνει. Κι ο γέρος ευλογεί τους γάμους...

Οι πρωταγωνιστές:

Αλίκη Θεοδωρίδου ....... Αστέρω

Κώστας Μουσούρης ..... Θύμιος

Δημήτρης Τσακίρης ...... Στάμος

Αιμίλιος Βεάκης ............. κυρ Μήτρος

Το σενάριο ήταν στην πραγματικότητα διασκευή της αμερικανικής ταινίας «Ραμόνα», που είχε προβληθεί νωρίτερα και στην Ελλάδα με μεγάλη επιτυχία. Η σκηνοθεσία ήταν του Δη­μήτρη Γαζιάδη.

Ένα δημοσίευμα εμφάνιζε ως συμμετέχοντα το μεγαλύτερο σε ηλικία κομπάρσο, όχι μόνο στα ελληνικά αλλά και στα παγκόσμια κινηματογραφικά χρονικά. Αναφερόταν κάποιος γερο Πριονάς από τη Φτέρη, ο οποίος ούτε λίγο ούτε πολύ φερόταν ως ηλικίας 126 ετών, «του οποίου το παιδί ζει και είναι 102 χρονών, όπως και το αγγόνι του που είναι 60 και το δισέγγονό του που αριθμεί τα 35 χρόνια της ζωής του»! Μάλιστα, είχε συμβεί κι ένα περιστατικό με τα σκυλιά του. Όταν οι ηθοποιοί της ταινίας πλησίασαν κοντά στα πρόβα­τα του Πριονά, τα τσομπανόσκυλα χύμηξαν να τους επιτεθούν. Εκείνος έσπευσε ακούγοντας τις φωνές του συνεργείου, ενώ καθησύχασε τα σκυλιά προσφέροντάς τους γάλα! Δύσκολα όμως ένας άνθρωπος 126 ετών θα είχε τέτοια ζωτικότητα, οπότε το «ρεκόρ» θα πρέπει να θεωρηθεί αποκύημα φαντασίας!

ΑΠΟ ΤΑ ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ

Ένα μικρό απόσπασμα του σεναρίου αναδημοσίευσε το περιοδικό Εβδομάς:

ΕΙΚΟΝΑ 35.

Α. Περνάει (η Αστέρω) μπρος από το στρωμένο τραπέζι και πηγαίνει κατ’ ευθείαν στο μικρό εικονοστάσιο πούναι στον τοίχο με το καντήλι αναμένο κ’ ενώ μια αχτίδα φωτίζει στο κεφάλι της σαν φωτοστέφανος, βάζει τα χέρια της ικετευτικά μπροστά της και κυττάζοντας παρακλητικά την εικόνα της Παναγίας πούναι πιο ψηλά, λέει:

Τίτλος: Παναγία, Παρθένα μου... Η μέρα πούναι σήμερα φύλαξέ τον απ’ την κακιά ώρα...

Β. Το καντήλι πούταν αναμένο μπρος στην εικόνα, σβύνει ξαφνικά, λες κ’ ήτανε μοιραίο να σβύση...

Γ. Αυτή, καθώς ήτανε μπροστά στα εικονίσματα και προσευχότανε, είδε πούσβυσε το καντήλι και χωρίς να θέλη ένα κακό προαίσθημα της έσφιξε την καρδιά και χίλιες κακιές σκέψεις βασάνισαν το μυαλό της. Κι έξαφνα άφωνη, κυττώντας στο κενό τρομαγμένα ακούει κάτι. Τα γαυγίσματα του σκύλου. Τότε σιγά-σιγά φεύγει απ’ την θέσι της και σαν υπνωτισμένη βαδίζει προς την πόρτα, προς τα γαυγίσματα του σκύλου...

Ο δημοσιογράφος Ντόλης Νίκβας (ψευδώνυμο του Απόστολου Βασιλειάδη) περιέγραψε επίσης το σκηνικό:

«Σε μια γωνιά της κάμαρας βρίσκεται ένα εικονοστάσι... Λίγες παληές εικόνες μ’ ένα καντήλι... Δίπλα του ένα τζάκι... Στην μέση του δωματίου ένα τραπέζι χωριάτικο, στρωμένο με σκούρο τραπεζομάνδηλο, που πάνω του βρίσκονται λίγα χωματένια πιάτα, αυγά κόκκινα, τυρί, γάλα, ένα κερί, γιαγούρτι...»

Παράλληλα, ο δημοσιογράφος έριξε φως στα παρασκήνια του γυρίσματος:

«- Γυρίζουμε!...

Η Αστέρω προχωρεί, σκύβει, προσεύχεται, το καντήλι σβύνει, ύστερα ξαφνιάζεται (είναι τα φανταστικά γαυγίσματα του σκύλου που την φοβίζουν), προχωρεί στην πόρτα...

Η μηχανή γυρίζει... τραβήχτηκαν ήδη εκατό μέτρα...

Όλα πήγαν  καλά, η εικόνα πέτυχε.

Καινούργιες διαταγές. Σβύνουν τα φώτα, μεταφέρονται τα έπιπλα, αλλάζουν θέσι οι ηθοποιοί... Λίγη ξεκούρασι και θα ξαναρχίσουν.

Στο μεταξύ βρίσκω καιρό να πω μια λέξι στους αστέρας.

Η Αλίκη φαίνεται ενθουσιασμένη, ο Μουσούρης επίσης. Κ’ οι δυο με διαβεβαιούν πως η “εικόνες” που πήραν στον Χελμό έχουν μια εξαιρετική επιτυχία. Ο Τσακίρης –ένας αρειμάνιος και μεγαλοπρεπής τσέλιγγας, μου δείχνει μια φωτογραφία του για να του πω πώς μου φαίνεται με το μουστάκι. Ο οπερατέρ και ο ρεζισέρ –δυο αδελφοί Γαζιάδηδες, μόλις προφθαίνουν να δίνουν διαταγές, να διορθώνουν. Τους υποκλέπτω –αυτός είναι ο καλλίτερος χαρακτηρισμός για την ανακοίνωσί μας– μερικές πληροφορίες.

- Χρειαζόμαστε 260.000 κεριά φωτισμό... Τα βλάχικα ρούχα κ’ η φουστανέλλες που χρειαστήκαμε, τα διαλέξαμε απ’ τα καλλίτερα που υπάρχουν... Αυτή τη φορά είμαστε ολότελα ευχαριστημένοι απ’ την δουλειά μας... Μα φτάνουν αυτά...

Τα πράγματα μπήκαν πάλι στην θέσι τους και θα ξαναρχίση το γύρισμα. Η Αστέρω είναι στη θέσι της.

- Πηγαίνετε... μπρος... κάτω το κεφάλι... προσοχή... κάνετε το σταυρό σας... ωραία... καλά...

Μεσ’ την ησυχία του μικρού δωματίου δεν ακούεται τίποτε. Μόνο ο θόρυβος της μηχανής που γυρίζει, κ’ οι ψυθιρισμοί του ρεζισέρ.

Γλυστρώ σιγά-σιγά και βγαίνω έξω... Τα μάτια μου δεν μπορούν να δουν... Μ’ έχουν κυριολεκτικά τυφλώσει τα φώτα –260.000 κεριά, μην ξεχνάτε παρακαλώ– του “στούντιο”.

Είναι το μόνο δυσάρεστο σημείο που θα θυμάμαι όταν αναπολώ τις εντυπώσεις της πρώτης μου αυτής επισκέψεως σε κινηματογραφικό “στούντιο”».

 Η ΑΛΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ ΚΑΙ ΤΗΝ «ΑΣΤΕΡΩ»

Σε μια μακρά συνέντευξή της στο δημοσιογράφο Α. Γούναρη, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εβδομάς το 1931 σε πολλές συνέχειες εν είδει αυτοβιογραφίας, η Αλίκη Θεοδωρίδου αναφέρθηκε στην εμπειρία της από τον κινηματογράφο, η οποία δεν της είχει αφήσει ιδιαίτερα θετικές εντυπώσεις: «Για μένα ο βουβός κινηματογράφος δεν έχει κανένα ενδιαφέρον απολύτως», εξομολογήθηκε. «Γενικά δεν αγαπώ να παίζω στον κινηματογράφο. Όλη μου η αγάπη συγκεντρώνεται στο θέατρο. Αυτό είναι κατά τη γνώμη μου η ανωτέρα εκδήλωσις της μιμικής τέχνης». Και εξηγούσε: «Στον κινηματογράφο δεν υπάρχει η αλήθεια που υπάρχει στο θέατρο. Σ’ αυτόν όλα είναι ψεύτικα. Δεν υπάρχει συνοχή στους ρόλους. Στον κινηματογράφο οι μόνοι που πραγματικώς αποδεικνύονται μεγάλοι είναι ο οπερατέρ και ο σκηνοθέτης. Αυτοί μάλιστα! Έχουν να επιδείξουν τέχνη. Έχουν στάδιο να δράσουν. Ο ένας θα σκηνοθετήσει, ο άλλος θα αποθανατίσει... Ο πραγματικός καλλιτέχνης εκτελεί το ρόλο του και συγκινείται, χαίρει, γελά κατ’ επιταγήν του ρεζισέρ. Δεν μπορεί ο καλλιτέχνης να δημιουργήσει την αληθινή εντύπωση, γιατί ακριβώς δεν υπάρχει η συνοχή του ρόλου. Θ’ ακούσετε διαρκώς τον ρεζισέρ: Εδώ θα κλάψετε, εκεί θα γελάσετε! Και κλαίτε και γελάτε όπως είπα, κατ’ επιταγήν. Στο θέατρο όμως, ο ρόλος σας συγκινεί, τον ενσαρκώνετε... Από την ταινία που έπαιξα θυμούμαι την ώρα που φτιάχτηκαν τα δάκρυά μου από νεροζάχαρη και έβγαιναν σαν αληθινά μαργαριταρένια... όταν μου κύλησαν τα δάκρυα αυτά, μου ρχόταν αντί να κλαίω, να σκάσω στα γέλια».

Ειδικά για την εμφάνισή της στην ταινία, παραδεχόταν ότι η ίδια δεν είχε μείνει ευχαριστημένη: «Ποτέ ο καλλιτέχνης δεν μένει ευχαριστημένος από τον εαυτό του, ιδίως μάλιστα όταν βλέπει τον εαυτό του στο πανί, γιατί τότε παρατηρεί όλες του τις ελλείψεις». Παράλληλα όμως θυμήθηκε και την αποθέωση που είχε ζήσει στην Αίγυπτο, όπου η «Αστέρω» είχε προβληθεί με τεράστια επιτυχία. «Τη βραδυά της πρεμιέρας, μας είχαν καλέσει, μας έδωσαν ένα θεωρείο και ο κόσμος μια κοίταζε στο πανί και μια προς εμάς. Όταν τελείωσε, μας αποθέωσαν και στην προπομπή αυτή συμμετείχαν και αραπάδες με τις κελεμπίες τους. Μας προσέφεραν και μια ανθοδέσμη πιο μεγάλη και από μένα».

Χωρίς να τον εξισώνει με το θέατρο, η Αλίκη Θεοδωρίου διαχώριζε τον ομιλούντα κινηματογράφο, που τότε βρισκόταν στα πρώτα του βήματα: «Φυσικά, εδώ τα πράγματα αλλάζουν. Ο καλλιτέχνης μιλεί και μπορεί να αισθάνεται. Δεν είναι πια η μαριονέτα του οπερατέρ και του ρεζισέρ», έλεγε –και ίσως αυτό ήταν ένα σοβαρό κίνητρο να εμφανιστεί μπροστά στην κάμερα για δεύτερη φορά με την ομιλούσα ταινία «Αγνούλα» το 1939.

 

ΠΡΟΒΟΛΕΣ

Η «Αστέρω» προβλήθηκε στο «Σπλέντιντ» από τις 22 Απριλίου 1929 μέχρι την 1η Μαΐου (Μ. Τετάρτη), ενώ μετά το Πάσχα συνέχισε σε συνοικιακούς κινηματο­γράφους.

Μεταξύ των θεατών ήταν και ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οποίος στις 25 Απριλίου παρα­κολούθησε την ταινία από ειδικά διασκευασμένο θεωρείο του «Σπλέντιτ». Εξέφρασε την ικανοποίησή του, συνεχάρη τους αδερφούς Γαζιάδη και υποσχέθηκε μέτρα για την ενίσχυση της ελληνικής κινηματογραφικής βιομηχανίας. Εκείνο όμως που δικαιολογημένα τον εντυπωσίασε περισσότερο ήταν ότι μετά το τέλος του έργου παρακο­λούθησε επί της οθόνης την ταινία της εισόδου του στην αίθουσα, που είχε ετοιμαστεί μέσα σε μισή μόλις ώρα!

Ακολούθησαν (ενδεικτική αναφορά):

από 05.05.1929 Πειραιάς «ΣΠΛΕΝΤΙΤ», «ΟΛΥΜΠΙΑ»

από 20.05.1929 Θεσσαλονίκη            «ΠΑΛΛΑΣ»

από 30.05.1929 Αλεξάνδρεια              «ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΚΟΣΜΟΓΡΑΦ»

από 17.06.1929 Πάτρα           «ΑΛΑΜΠΡΑ», ταράτσα «ΠΑΝΘΕΟΝ»

Οκτώβριος 1929 Λειβαδιά «Αττικόν»

11 ως 13.10.1929 Καλαμάτα  «Αμερικανικός»

Οκτώβριος 1929 Αίγιο         «Παρθενών»

από 07.11.1929 Μυτιλήνη    «ΠΑΝΘΕΟΝ»

από 14.11.1929 Χίος           σινέ «ΑΣΤΗΡ»

από 09.02.1930  Λευκωσία   κιν/θέατρο «Παπαδόπουλου»

έως 30.03.1930 Κοζάνη     «ΩΡΙΩΝ»

έως 15.02.1931 Αγρίνιο     «ΠΑΝΘΕΟΝ»

από 06.07.1931 Χανιά        «ΟΛΥΜΠΙΑ»

από 23.07.1931 Ηράκλειο    «ΑΛΚΑΖΑΡ»

από 21.09.1931 Αργοστόλι «ΟΜΙΛΩΝ»

έως 20.12.1931 Ναύπλιο   «ΤΡΙΑΝΟΝ»

από 17;.10.1932 Λαμία      «Πάνθεον»

Το Μάιο του 1930, η «Αστέρω» επαναπροβλήθηκε στην Αθήνα «ηχη­τική και άδουσα» («Αττικόν» από 19.05.1930), όμως η υποδοχή της από το κοινό δεν ήταν ιδιαίτερη ενθουσιώδης. Η επεξεργασία έγινε στη Γαλλία, όπου προβλήθηκε αρκετές φορές υπό τον τίτλο «Astéro, la bergère» και πάντα με τη διευκρίνηση ότι ήταν «η πρώτη ελ­ληνική ταινία, η επεξεργασία της οποίας έγινε στη Γαλλία».

Το 1934 προβλήθηκε στους Έλληνες της Νέας Υόρκης (από τις 06.10 στο «5th Avenue Theater»). Η επιτυχία ήταν τεράστια, ώστε μετά από δέκα μέρες η αίθουσα ήταν ασφυκτικά γεμάτη και με 500 θεατές όρθιους!

Το 1943, ο κινηματογραφιστής Τάσος Μελετόπουλος επεξεργάστηκε στα εργαστήρια της «Φίνος Φιλμς» μια νέα και μάλιστα ομιλούσα εκδοχή της ταινίας, η οποία τελικά προβλήθηκε στους κινηματογράφους «Ρεξ» και «Ορφεύς» από τις 31.01.1944. Προφανώς οι φωνές που ακούγονταν δεν ήταν των αρχικών πρωταγωνιστών, καθώς δύο εξ αυτών, η Αλίκη και ο Δ. Τσακίρης, ζούσαν στις ΗΠΑ. Ωστόσο, στην Αθήνα ζούσε ο Κώστας Μουσούρης, ο οποίος διαμαρτυρήθηκε ενώπιον του εισαγγελέα, για την «εις βάρος της καλλιτεχνικής του υποστάσεως διατύπωση της διαφημίσεως» της ταινίας, πιθανόν επειδή σε μια διαφημιστική καταχώρηση στον αθηναϊκό τύπο το όνομά του αναγραφόταν τελευταίο.

Να σημειωθεί ότι η «Αστέρω» προβλήθηκε αρκετές φορές –αδιευκρίνιστο ποια εκδοχή της ταινίας– τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια σε διάφορους κινηματογράφους της χώρας.

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Επιθυμώντας ν’ ανταπαξέλθει στις ανάγκες ενός κινηματογραφικού σεναρίου, ο Νιρβάνας κινήθηκε σε δύο άξονες, όπως εξομολογήθηκε ο ίδιος. Ήθελε αφενός να παρουσιάσει πρόσωπα που «αισθάνωνται ελληνικά, φέρωνται ελληνικά, ομιλούν ελληνικά και ερωτεύωνται ελληνικά», αλλά και –κινούμενος σ’ ένα ορεσείβιο περιβάλλον – ν’ αποφύγει «την χυδαιότητα, προς την οποίαν θα ήτο μέγας κίνδυνος να εξολισθήση κανείς [..] όχι εξευγενίζων, με πλαστά μέσα, πρόσωπα και πράγματα, αλλά φανερώνων, από τα βάθη των ψυχών, ένα πραγματικόν ιπποτισμόν, τον ίδιον ελληνικόν ιπποτισμόν, που έλαβε το λαμπρότερόν του φανέρωμα εις τα δημοτικά μας τραγούδια».

Απ’ ό,τι φαίνεται, τελικά τα κατάφερε. Η Βραδυνή έκανε λόγο για «ένα πραγματικόν ποίημα με εικόνες της ελληνικής φύσεως»· «επί τέλους μίαν πραγματικήν ελληνικήν ταινίαν», καθώς ο Γαζιάδης «κατενόησε την αδυναμίαν των προηγούμενων ται­νιών του... και εβγήκεν εις το ύπαιθρον, το μοναδικόν ελληνικόν ύπαιθρον».

Η Πρωία συμφωνούσε ότι η επιτυχία της ταινίας οφειλόταν στη «λαμπρά έμπνευση» του Γαζιάδη να τη γυρίσει εξ ολοκλήρου στην ελληνική ύπαιθρο και όχι σε στούντιο.

Πάντως αυτό το παράδοξο «πλεονέκτημα» είχε φέρει κάποια στιγμή σε πολύ δύσκολη θέση το Νιρβάνα, όταν κάποιοι φίλοι του από το εξωτερικό, οι οποίοι βρέθηκαν στην Ελλάδα και παρακολούθησαν την ταινία στον κινηματογράφο, εξέφρασαν την επιθυμία να επισκεφτούν το... στούντιο. Η αντίδρασή του ήταν απολαυστική:

«- Με συγχωρείτε… τους είπα, καταστενοχωρημένος. Αυτές τις ημέρες, όμως, είναι αδύνατο να επισκεφθήτε το στούντιο της εταιρίας, γιατί τα κλειδιά τα κρατεί ο τεχνικός διευθυντής, που λείπει σε ταξίδι. Όταν γυρίση, πολύ ευχαρίστως…

Ευτυχώς την άλλη μέρα έφυγαν οι καλοί μου ξένοι και έτσι εξοικονομήθηκαν τα πράγματα.

- Λυπηθήκαμε πολύ –μου είπαν φεύγοντας– που δε στάθηκε δυνατό να επισκεφθούμε το στούντιο της εταιρίας σας. Έχουμε επισκεφθή πολλά ξένα στούντια και θα είχαμε μεγάλη περιέργεια να επισκεφτούμε και ένα ελληνικό. Σε άλλο μας ταξίδι, όμως, επιφυλασσόμεθα…

Τους ευχαρίστησα, τους καλοπροβόδισα και ανάσανα […]».

Η Πρωία φιλοξένησε την κριτική του Λέοντα Κουκούλα, ο οποίος αντιπαρέβαλε την «αναμφι­σβήτητη» επιτυχία της «Αστέρως» με την «αποτυχία» των προηγούμενων ταινιών, συνι­στώντας στους αδελφούς Γαζιάδη να συνεργάζονται με συγγραφείς όπως ο Νιρβάνας, που «έχουν την δύναμιν να προσφέρουν κάτι, που να μην είνε ούτε πρόχειρον, ούτε βάναυσον, ούτε τυχαίον». Και παρά το «κάπως άτεχνο» μακιγιάζ της Αλίκης Θεοδωρίδη (που «έκανε σκληρά τα χαρακτηριστικά της») ή το «λίγο κοσμικό» παίξιμο του Μουσούρη, ο Κουκούλας εκτιμούσε ότι οι ηθοποιοί με επικεφαλής το Βεάκη έπαιξαν «πολύ τεχνικά και συγκρατημένα».

Σύμφωνα με την Εσπερινή, η ταινία συνιστούσε «το αρτιώτερον σύνολον που θα μπορούσε να φαντασθή κανείς και που τιμά ομολογουμένως τόσον τον συγγραφέα και τον ρεζισέρ, όσον και τους εκτελεστάς του έρ­γου». Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ένας ξένος δημοσιογράφος την περιέγραψε ως «ένα μικρό αριστούργημα. Θα ωφελήση τόσον την Ελλάδα, που θα κάμη γνωστή την ομορφιά των τοπείων της, όσον δε θα έφθανε πέντε ετών συστηματική προπαγάνδα να επιτύχη». Και με αφορμή το σχόλιο αυτό η –φανατικά αντιβενιζελική– εφημερίδα εξαπέλυσε επίθεση κατά του κράτους, που ούτε επιχορηγήσεις έδινε στις κινηματογραφικές εταιρίες ούτε εφάρμοζε το νόμο περί προστατευτικών δασμών εγχωρίου βιομηχανίας για τις ελληνικές ταινίες.

Για ένα φιλμ «ευπρόσωπο και ελληνικό» χωρίς «εξωφρενισμούς και αδεξιότητες» σε σχέση με τις προη­γούμενες ταινίες έκανε λόγο ο Πέτρος Χάρης στην Ελληνική. Το σενάριο ήταν «μια ιστορία απλή», που βοηθούσε το σκηνοθέτη να παρουσιάσει «τις χαρές, τις λύπες, τις προλήψεις, τις αρετές και τις κακίες του χωριάτη, και μαζί μ’ αυτές το ελληνικό τοπείο σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια». Αυτό πέτυχε κυρίως στα δυο πρώτα μέρη «με πολύ γνώση και γούστο», ενώ κάποιες «περιττές» σκηνές ή σκηνές που θα έπρεπε «να έχουν αναπτυχθεί περισσότερο», δεν αλλοίωσαν την «αγαθή εντύπωση» από το συνολικό αποτέλεσμα. Ο Βεάκης «έδωσε θαυμάσια έναν τύπο χωριάτη σκληρού και πονηρού». «Πολύ καλά» έπαιξαν η Θεοδωρίδη και ο Μουσούρης, όμως «δεν εφρόντισαν να είνε λιγώτερο “ωραίοι” και περισσότερο παιδιά της στάνης».

Κατά την Εστία, η ταινία «υπερέβαλε την καλήν της φήμην», ενώ ήταν το πρώτο ελληνικό φιλμ που πα­ρουσίασε «ένα άρτιον σύνολον, ως φωτογράφησις, ως σύνθεσις και ως σκηνοθεσία».

Για τον «Ω.» τέσσερα ήταν τα βασικά πλεονεκτήματα της «Αστέρως», που την καθιστούσαν την «πρώτη καλή Ελληνική ταινία»: το σενάριο ανατέθηκε σ’ έναν «λόγιον πραγματικόν, εις άνθρωπον με γούστο και με Ελληνικήν αντίληψιν» όπως ο Νιρβάνας, όλη η ιστορία τοποθετήθηκε σ’ ένα «από τα ωραιότερα Ελληνικά πλαίσια» όπως ο Χελμός («με της χιονισμένες κορφές του, με της απότομες χα­ράδρες, με τους καταρράκτας και τα ποτάμια του, με της στάνες και τα χειμαδιά του, με το γραφικώτατον Μέγα Σπήλαιον», τοπία που «ασφαλώς θα εζήλευαν και οι Αμερικανοί και οι Ευρωπαίοι κινηματογραφι­σταί»), οι ηθοποιοί «αισθάνονται και αγαπούν την υπόθεσιν που παίζουν» (από την Αλίκη που επέδειξε «εξαιρετικά προσόντα φωτογενείας και κινηματογραφικής ηθοποιίας» ως τους κομπάρσους, που έπαιξαν «με φυσικότητα και επιτυχίαν που δεν θα εσημείωναν ίσως επαγγελματίαι ηθοποιοί»), ενώ έλειψαν οι «πρόστυ­χες» σκηνές προηγούμενων ταινιών (τα καφέ-αμάν, οι χοροί της κοιλιάς, τα παρατεταμένα φιλιά κλπ.).

Η Πατρίς επισήμανε κάποια μειονεκτήματα, όπως «η καταφανώς βεβιασμένη υπερρωμαντική που το διαπνέει... ώστε σε πολλά μέρη να φθάνη εις την απιθανότητα για να μη πούμε εις το γλυκανάλατο» και η «κάπως βεβιασμένος, αν όχι αναληθοφανής» αναπαράσταση του θανάτου του Στάμου Ένας τσέλιγκας που ξεγλιστρά από ένα βράχο όπως ένα μοδιστρώνι που πατά καρπουζόφλουδα σε αθηναϊκό πεζο­δρόμιο»), όμως γενικά:

«Είδομεν φως. Με την "Αστέρω" έχομε επί τέλους ένα ευπρόσωπο, ένα σχετικώς άρτιον, ένα καλό φιλμ... Εκείνο που θα έπρεπε να έχη υπ’ όψει του όποιος θα ανελάμβανε να γράψη την ιστορία του κινηματογράφου εις την χώραν μας είνε ότι θα έπρεπε να λησμονήση πρώτ’ απ’ όλα το κάθε τι που προηγήθη... και τούτο για τον πολύ απλό λόγο του ότι η "Αστέρω" δεν είνε ένας απλούς σταθμός, είνε ένα πραγματικόν σημείον αφετηρίας».

Ως προς τις ερμηνείες, ο Βεάκης «υπερέβη εαυτόν», οι Μουσούρης και Τσα­κίρης αποδείχτηκαν «άξιοι παρτεναίρ», υποδυόμενοι τους ρόλους τους «με θαυμαστήν μαεστρίαν», η δε Αλίκη έκλεψε τις εντυπώσεις:

«Το κορύφωμα όμως της μαεστρίας, το μέτρον της αρτίας εκτελέσεως μας το έδωσε η τόσο νεαρά, αλλά και τόσο μεγάλη καλλιτέχνης κ. Αλίκη. Θα ήτο δύσκολο να αποφανθή κανείς σε ποιάν σκηνή η κ. Αλίκη ήτο ανωτέρα εαυτής, όπως θα ήτο δύσκολον να πη αν είνε προτιμότερον να μην ξαναγυρίση στο πάλκο του ζωντανού θεάτρου για να μείνη αποκλειστικά στην... οθόνη. Το βέβαιον είνε ότι, με περισσότερα μέσα, η κ. Αλίκη θα μπορούσε ήδη να διεκδικήση επιτυχώς την πρώτην σειράν μεταξύ των πρώτου μεγέθους παγκοσμίων αστέρων της οθόνης»

Για την «πρώτη καλή Ελληνική ταινία ακριβώς επειδή έγινε επάνω εις βάσιν ορθήν και υγιά» έκανε λόγο ο Γ. Λαμπρίδης στον Ημερήσιο Τύπο εξυμνώντας την ελληνική φύση με «το λαμπρούν, χρυσούν φως» και «τα ωραιότατα τοπεία της, που είναι σαν πραγματοποιημένα γιγάντια και υποβλητικώτατα όνειρα του πειο απαιτητικού και ιδιοτρόπου σκηνοθέτου του Χόλυγουντ». Η Αλίκη έμοιαζε «κάπως Παριζιάνα στης σύμμε­τρες αβρές κινήσεις της, στην λεπτή της μορφή», αλλά «φτωχή σε εκφραστικότητα». Ο Μουσούρης ήταν «αρκετά άνθρωπος πόλεων με το πολιτισμένο στοματάκι του και την έλλειψιν του θάρρους να εμπιστευθή εις την ορμητική, απότομη χειρονομία και την κίνηση του παιδιού του χωριού του Χελμού». Ο Βεάκης έπαιζε «χωρίς να βιάση, χωρίς να υπερβάλη τεχνιτά την συγκίνησί του», είχε μια «ωραία αλήθεια» στην απλότητα του παιξίματός του και «δυνατές» στιγμές. Αντίθετα ο Τσακίρης δεν φαινόταν «ικανός να αισθανθή κανένα αίσθημα με θερμότητα, ακόμη περισσότερο την βάρβαρη, ολοδύναμη αγάπη του αρχιτσέλιγκα».

Ο κριτικογράφος της Πολιτείας, εκτιμούσε ότι ο θεατής ικανοποιήθηκε «όσο σπανίως ικανοποιήται από τα μεγάτιτλα ξένα έργα». Η Αλίκη ήταν «ένα διαμάντι της οθόνης, που με την πρώτην φοράν που έπαιξε, αβίαστα άφισε όλη του τη λάμψι να φωτί­ση, σαν πολύπειρος ηθοποιός του κινηματογράφου, σαν μελετημένη καλλιτέχνις, σαν καλλιτέχνις πραγματικά μεγάλη». Στα σκηνοθετικά μειονεκτήματα: η σκηνή του γάμου θα μπορούσε να διαρκέσει περισσότερο, ενώ το πανηγύρι, όπου γνωρίστηκαν ο τσέλιγκας και η Αστέρω, έμοιαζε με Κυριακάτικο εκκλησίασμα.

Κατά το Έθνος, η επιτυχία της «Αστέρως» κινητοποίησε «πλήθος λογίων», που ήθελαν να μιμηθούν το Νιρβάνα (αν και «λογίους θεωρούν εαυτούς και αλλήλους πάντες οι γνωρίζοντες, ενίοτε δε και οι μη γνωρίζοντες, γραφήν και ανάγνωσιν Έλληνες»). Η εφημερίδα μετέφερε ένα σχόλιο του Ελευθε­ρίου Βενιζέλου, ότι «εφ’ όσον διά το ελληνικόν φιλμ συνεργάζονται Έλληνες ακαδημαϊκοί και Έλληνες καλλι­τέχναι, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι και του ελληνικού τοπίου θα γίνη καλή εκμετάλλευσις και των ελληνικών ηθών και εθίμων τελεία αναπαράστασις».

Ένα αποτέλεσμα «καθ’ όλα άρτιον» είδε η Μακεδονία σημειώνοντας ότι «η ωραία υπόθεσίς του εν συν­δυασμώ με το καλόν παίξιμον των ηθοποιών και την τεχνικήν φωτογράφησιν των σκηνών καθιστά το φιλμ αυτό της Νταγκ το καλλίτερον απ’ όσα έχουν γυρισθή έως τώρα εις την Ελλάδα».

Για τον Ταχυδρόμο της Αλεξάνδρειας η ταινία «υπερέβη... πάσαν προσδοκίαν εις το τεχνικόν μέρος ως και εις το ζήτημα διαυγείας, φωτός και σταθερότητος εις την προβολήν». Ο δε νεοϋορκέζικος Εθνικός Κήρυξ νοσταλγούσε: «Οι παλαιοί θα ενθυμηθούν .. την παληά πατρίδα και τη ζωή του μακρυνού χωριού, τα δε παιδιά της νέας γενεάς θα λάβουν μια ιδέα της Ελλάδος με όλες της ευμορφιές και της χάρες της».

Ο ανταποκριτής του γαλλικού κινηματογραφικού περιοδικού Cinémagazine σχολίασε τις ερμηνείες της Αλίκης Θεοδωρίδου και του «νεαρού συζύγου της» (Μουσούρη), οι οποίες «δεν μπορούσαν να είναι καλύτερες», δεδομένου ότι «το ειδύλλιο και το κλέψιμό τους ήταν ακόμη πολύ πρόσφατα». Έτσι, «υποδύθηκαν τους ρόλους των ερωτευμένων τόσο φυσικά, ώστε κάποιος θα πίστευε ότι επανέλαβαν απλά το συναίσθημα, που τους οδήγησε στο κλέψιμο».

Κι ένα εγκωμιαστικό σχόλιο για την «Αστέρω» από γαλλική εφημερίδα το Φεβρουάριο του 1932:

«Μία από τις βασικές αρετές αυτού του ωραίου φιλμ είναι ακριβώς η αντίθεση ανάμεσα σε μια φύση χαμογε­λαστή, λαμπερή, γενναιόδωρη και στο συγκινητικό σενάριο που ξεδιπλώνεται. Μια φωτογραφία αξιοσημείω­τη, τοπία απόλυτης ομορφιάς, από τις γωνιές των βουνών, η καθεμιά των οποίων σχηματίζει έναν πραγματικό πίνακα, μέχρι τις ασύγκριτες εικόνες από το μοναστήρι του “Μεγάλου Σπηλαίου”, που ανεγειρόμενο ως βράχος ανάμεσα σε βράχους δίνει την εντύπωση ενός απλησίαστου και άγριου μεγαλείου».

 [Η ενότητα ανανεώθηκε σύμφωνα με την τρίτη έκδοση του βιβλίου «Οι πρώτες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου», που μπορείτε να διαβάσετε εδώ: https://protestainies.blogspot.com/p/2025.html]

«25 Μαρτίου 1821» («Το λάβαρον του 21»)

Στις 22 Απριλίου 1929, τη μέρα που η «Αστέρω» έκανε πρεμιέρα στο «Σπλέντιτ», στο «Ιντεάλ» ξεκινούσε η προβολή και δεύτερης ελληνι­κής ταινίας. Ήταν η «25 Μαρ­τίου 1821», παραγωγή της «Γκρικ Φιλμ» του Κώστα Λελούδα, ο οποίος μήνες νωρίτερα προϊδέαζε για μια ταινία «τελεία και αξία των ταινιών του Χόλυγουντ», «που θ’ αποδώση εις το Έθνος μας δόξα και τιμή» και θα έδειχνε στους ξένους «πώς απεκτήσαμεν την ελευθερίαν μας, ώστε και να προκύψη απ’ αυτής της απόψεως ωφέλεια διά το έθνος μας».

Οι διαφημιστικές αγγελίες υπογράμμιζαν ότι το έργο αποτελούσε «πιστή απεικόνιση» της επανάστασης του 1821, γυρισμένο «στα ιστορικά το­πεία των αγώνων του Έθνους» κι ότι η κυβέρνηση είχε διαθέσει «όλα τα άγια κειμήλια του αγώνος».

Κάποιες από τις πρώτες σκηνές λήφθηκαν στο Ηράκλειο, στην Ακροκόριθνο, στην Πεντέλη και στην Ακρόπολη. Σύμφωνα με τον Κ. Λελούδα, το σενάριο αποτελούσε μια συντομευμένη εκδοχή του ιστορικού συγγράμματος «Η Ελλάς υπό την επανάστασιν» του Έλλιοτ. Μεταξύ άλλων παρουσιάζονταν επί της οθόνης: τα βασανιστήρια, το παιδομάζωμα, το χαράτσι, τα κρυφά σχολειά, ο απαγχονισμός του πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄, ο Ρήγας Φεραίος, ο Κολοκοτρώνης, ο Παπαφλέσσας, ο Υψηλάντης, ο Αγραφιώτης, ο γέρο-Δήμος, ο Διάκος, ο Μπότσαρης, ο Καραϊσκάκης, ο Ανδρούτσος, η Φιλική Εταιρία, η ηρωίδα Βάσω κ.ά.

Έπαιζαν οι: Λέα Λελούδα (στον κεντρικό γυναικείο ρόλο της Βάσως), Δημήτρης Μπατής (ως Μαυρομιχάλης), Γιώργος Μούγιος (ως Υψηλάντης), Νίκος Γεωργαλάς (εμφανιζόμενος σε δύο ρόλους, ως Κολοκοτρώνης και ως αρχηγός της συμμορίας των Λαλιωτών), Παύλος Καταπώδης, Λ. Δαδιανός, Παναγιώτης Παπαδόπουλος, Μπουλάνος κ.ά., ενώ κινηματογραφικό ντεμπούτο έκανε ο Μάνος Κατράκης στον πρωταγωνιστικό ρόλο του Δήμου.

Το μοναδικό κριτικό σημείωμα σχετικά με την ταινία του 1929, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Κινηματογραφικός Αστήρ και ήταν αδυσώπητο:

«Είναι όλως θλιβερά η νοοτροπία τινών, το να θεωρούν δηλ. το “γύρισμα” μιας ταινίας ως το απλούστερον πράγμα και όχι μόνον τούτο, αλλά να αναλαμβάνουν θέματα τόσο δύσκολα, όσον το προκείμενον. Και το αποτέλεσμα οικτρόν από πάσης απόψεως.

Ο πρόλογος είναι κωμικοτραγικός (ενθυμούμαι  τον Απόστολον Παύλον αγορεύοντα προ της ερειπωμένης Ακροπόλεως της σήμερον!) και η συνέχεια του έργου είναι καθ’ αυτό τραγική. Λυπούμεθα, αλλά δεν δυνάμεθα να μη ομολογήσωμεν, εμφορούμενοι και από την καλυτέραν ακόμη θέλησιν, ότι είνε χιλιάκις προτιμώτερον να στερούμεθα αιωνίως παραγωγής παρά να έχωμεν παρομοίαν».

Υπό τον τίτλο «Λάβαρο του ‘21» ή «Επανάστασις του ‘21» η ταινία προβλήθηκε τα επόμενα χρόνια σε συνοικιακούς και θερινούς κινηματογράφους της πρωτεύουσας, όπως και στην επαρχία: Σέρρες (30 Απριλίου έως 4 Μαΐου 1929 στα «Διονύσια»), Καλαμάτα (5 και 6 Απριλίου 1930 στον «Αμερικανικό κινηματογράφο»), Τρίκαλα (Ιανουάριος 1931), Δράμα (από 3 Ιουνίου 1931 στο «Μέγα»), Καβάλα (από 18 Ιουνίου 1931στην «Αίγλη»), Φλώρινα (13 και 14 Δεκεμβρίου 1931 στο «Πάνθεον»), Λαμία (τουλάχιστον μία προβολή στο «Πάνθεον» στα τέλη Μαρτίου 1932 για τους μαθητές).

Η «Γκρικ Φιλμς» σχεδίαζε την παραγωγή ακόμη μιας ταινίας με τίτλο «Ζιλχά», βασισμένης στο ομώνυ­μο διήγημα του Αυγούστου Σκλάβου, ο οποίος θα υπέγραφε και το κινηματογραφικό σενάριο, ωστόσο το σχέδια δεν ευοδώθηκαν, πιθανόν λόγω και της εμπορικής αποτυχίας του «Λαβάρου» απέναντι στην αρτιότερη «Αστέρω».

Ο ΜΑΝΟΣ ΚΑΤΡΑΚΗΣ ΘΥΜΑΤΑΙ

Σε συνέντευξή του στο δημοσιογράφο Σταμάτη Φιλιππούλη πολλά χρόνια αργότερα, ο Μάνος Κατράκης θυμόταν πώς η συμμετοχή του σ’ αυτήν την ασήμαντη ταινία, του άλλαξε τη ζωή και του άνοιξε τις πόρτες του θεάτρου:

«Το 1926 είχε έλθει από την Αμερική ένας Έλλην οπερατέρ, Λελούδας ονόματι, ο οποίος μάζεψε όλα τα σχολιαρόπαιδα και μπιλιαρδόπαιδα της γειτονιάς για να γυρίσει μια ταινία ιστορικού περιεχομένου με τίτλο “Το λάβαρο του 21 ή η 25η Μαρτίου 1821”. Εμένα με διάλεξε για πρωταγωνιστή του. Δηλαδή επρόκειτο να υποδυθώ το γέρο-Δήμο σε νεανική ηλικία. Πρωταγωνίστρια η γυναίκα του οπερατέρ μας, Λέα Λελούδα. Η ταινία γυρίστηκε στο Δαφνί και προεβλήθη στο “Σαλόν Ιντεάλ”. Και μια μέρα που χάζευα εμπρός στις φωτογραφίες της ταινίας μας, με πλησιάζει ένας άγνωστος σ’ εμένα άνθρωπος και με ρωτά αν είμαι “ο νέος που παίζει στην ταινία”. Θυμάμαι πως ήταν μεσημέρι. Κοκκίνισα και του είπα με πολύ τρακ: “μάλιστα, εγώ ήμουν ο νέος που έπαιζα σ’ αυτήν την ταινία”. Τότε με πιάνει από το... αφτί και με πάει στην αίθουσα “Ντελίς”, επί της οδού Ιπποκράτους, όπου έκανε τις πρόβες του ο “Θίασος των Νέων”. Εκεί έμαθα πως ο άγνωστος κύριος ωνομάζετο Γ. Ξανθάκης, μεταφραστής θεατρικών έργων από τα γαλλικά. Το ίδιο βράδυ έκανα το ντεμπούτο μου στο “Θέατρο των Νέων” στο Παγκράτι, υποδυόμενος έναν πειρατή. Στο “Θέατρο των Νέων” οι ηθοποιοί ήσαν μερισματούχοι. Έτσι, κάθε Δευτέρα μαζευόντουσαν για την... μοιρασιά. Με φωνάξανε κι εμένα και μου λένε: “Αυτά είναι δικά σου”. Τους κοίταξα έκπληκτος, γιατί δεν μπορούσα να καταλάβω πώς ήταν δυνατόν να πάρω λεφτά για κάτι, που έκανα από καθαρή ευχαρίστηση.»

 [Η ενότητα ανανεώθηκε σύμφωνα με την τρίτη έκδοση του βιβλίου «Οι πρώτες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου», που μπορείτε να διαβάσετε εδώ: https://protestainies.blogspot.com/p/2025.html]

«Η ελονοσία εν Ελλάδι» και άλλες εκπαιδευτικές ταινίες

Το 1929 παρουσιάστηκε μια πολύ σημαντική ταινία ιατρικού περιεχομένου. Συγκεκριμένα στις 12 Μαΐου στην αίθουσα του «Παρνασσού» έγινε η δοκιμαστική προβολή μιας ταινίας για την ελονοσία και τις προσπάθειες καταπολέμησης της, η οποία είχε κινηματογραφηθεί υπό την εποπτεία του καθηγητή Ιωάννη Καρδαμάτη με τη συνεργασία του καθηγητή υγιεινής στο Εθνικό Πανεπιστήμιο και προέδρου του Συλ­λόγου Περιστολής της Ελονοσίας, Κωνσταντίνου Σάββα, ενώ προοριζόταν κυρίως για τα σχολεία όσων πε­ριοχών πλήττονταν περισσότερο από την ελονοσία, προκειμένου οι κάτοικοι να ενημερωθούν για τα απα­ραίτητα μέτρα προφύλαξης.

Το στούντιο και η κινηματογραφική παραγωγή του Λιναρδάκη στο Ηράκλειο και του Σπανδάγου στα Χανιά

ΗΡΑΚΛΕΙΟ

Την περίοδο του μεσοπολέμου η πόλη του Ηρακλείου πρωταγωνίστησε μεταξύ όλων των επαρχιακών πόλεων στην παραγωγή κινηματογραφικών ταινιών χάρη στον Κωνσταντίνο Λιναρδάκη, ιδιοκτήτη των κινηματογράφων «Απόλλων» και «Αλκαζάρ» στο Ηράκλειο, ο οποίος επέδειξε μια εξαιρετικά πλούσια κινηματογραφική δραστηριότητα τοπικού ενδιαφέροντος από τα τέλη του 1928, ενώ οι φιλοδοξίες του έφταναν μέχρι του σημείου να οραματίζεται την Κρήτη στο κέντρο του παγκόσμιου κινηματογράφου.

Η παραγωγή ηρακλειώτικων ταινιών ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 1928, όταν ο επιχειρηματίας έφερε ειδικό μηχάνημα, ενώ παράλληλα σχεδίαζε την ίδρυση στούντιο για το γύρισμα έργων εμπνευσμένων από την ιστορία του νησιού, που θ’ αναδείκνυαν τα κρητικά τοπία. Και ο Λιναρδάκης εξηγούσε το όραμά του:

«[..] Το ζήτημα αυτό είμαι βέβαιος ότι σεις καταλαβαίνετε πόσον μεγίστης σημασίας διά τον τόπον μας είναι και τι αμύθητα κέρδη δύναται να αποκτήση ο τόπος από την εγκατάστασιν, έναρξιν και πρόοδον της μεγάλης αυτής επιχειρήσεως. Αρκεί να σας είπω ότι θα υπάρξουν περιπτώσεις που θα κινητοποιούνται ολόκληροι εκατοντάδες διά να μη είπω χιλιάδες ανθρώπων μισθοδοτουμένων. Αρκεί επίσης να τονίσω ότι αν βοηθηθή υπό των αρμοδίων η προσπάθειά μου –προσπάθεια η οποία μου εστοίχισε ετών ενεργείας και κόπων– ο τόπος θα συγκεντρώση τόσην κίνησιν εις χρήμα όσην αφεύκτως δεν κατωρθοί να συγκεντρώση με εν εκ των καλυτέρων εισοδημάτων του.

Συνεπώς αν θελήσουν οι αρμόδιοι να βοηθήσουν την δημιουργίαν της ιδρύσεως μιας τοιαύτης βιομηχανίας εις την νήσον μας να είναι ακραδάντως πεπεισμένοι ότι ο τόπος θα τοις οφείλη ευγνωμοσύνην διά την μέλλουσαν οικονομικήν ισχύν.

[..] Εντός διετίας μόνον μπορεί να μεταβληθή η οικονομική τύχη της Κρήτης ολοκλήρου. [..] Είναι καθήκον όλων μας. Μην αφήσωμεν την ευκαιρίαν να χαθή. Το χρήμα που θα πίπτη διά μίαν ταινίαν θα μένη εξ ολοκλήρου σχεδόν εις τον τόπον μας».

 

Το παρασκήνιο ήθελε το Λιναρδάκη να είχε προ πολλού ξεκινήσει τις πρώτες προσεγγίσεις με το γενικό διευθυντή των κινηματογραφικών πρακτορείων της Ευρώπης, ο οποίος είδε κάποιες δοκιμαστικές ταινίες του επιχειρηματία και φερόταν να είχε εκπλαγεί τόσο πολύ για τη διαύγειά τους, ώστε λίγο καιρό μετά την επιστροφή του στο Βερολίνο φερόταν να γνωστοποιεί με επιστολή του στο Λιναρδάκη ότι σύντομα θα κατέβαιναν στην Κρήτη δύο κινηματογραφικοί αστέρες, οι οποίοι μάλιστα θα εργάζονταν... αφιλοκερδώς!

Σενάρια υποψήφια για κινηματογράφηση υπήρχαν: ο «Ξωπατέρας» (από την ζωή του θρυλικού αγωνιστή Ιωάννη Μαρκάκη, αλλιώς πατήρ Ιωάσαφ), η «Σοφία Νταμολίν» (εμπνευσμένη από τους «Κρητικούς Γάμους» του Ζαμπελίου) και το «Αρκάδι», τα οποία ετοίμαζε ο διευθυντής της εφημερίδας Ελευθέρα Σκέψις, Ι. Μουρέλλος. Το μόνο που απέμενε ήταν να βρεθεί ο χώρος ανέγερσης των κρητικών στούντιο και της σχολής, όπου θα εκπαιδεύονταν οι υποψήφιοι αστέρες.

Και ενώ κάποιοι φαντάζονταν ότι το Ηράκλειο θα εξελισσόταν σε... ελληνικό Χόλιγουντ, στην πράξη η όποια κινηματογραφική παραγωγή θα περιοριζόταν μόνο σε ζουρνάλ τοπικού ενδιαφέροντος. Ήδη στις 23 Οκτωβρίου 1928 ξεκίνησε στον «Απόλλωνα» η προβολή των πρώτων ταινιών του Λιναρδάκη με πλάνα από την πόλη του Ηρακλείου. Προγραμματίστηκε η κινηματογράφηση αθλητικών επιδείξεων από τους μαθητές των τοπικών εκπαιδευτηρίων, ενώ στις 17 Νοεμβρίου προβλήθηκε μια ταινία με τοπία του Ηρακλείου και την τελετή που είχε πραγματοποιηθεί για τον εορτασμό του αγίου Μηνά, πολιούχου της πόλης. Επίσης, στα τέλη της χρονιάς ο Λιναρδάκης κινηματογράφησε τις εγκαταστάσεις της εταιρίας «Φιλί» στα Χανιά.

Η κινηματογραφική παραγωγή του Λιναρδάκη κορυφώθηκε τους πρώτους μήνες του 1929. Στις 6 Ιανουαρίου κινηματογραφήθηκε η κατάδυση του Σταυρού στο λιμάνι του Ηρακλείου (εορτασμός των Θεοφανίων). Ωστόσο είναι αμφίβολο πόσο πετυχημένο ήταν το αποτέλεσμα, καθώς η λήψη της ταινίας έγινε αρκετά επεισοδιακά. Οι χωροφύλακες δεν επέτρεψαν στον οπερατέρ ν’ ακολουθήσει την πομπή με το αυτοκίνητο, ενώ στο λιμάνι ένα σκάφος του λιμενικού (με μοναδικό επιβάτη έναν υποκελευστή) βρισκόταν μπροστά από την κάμερα εμποδίζοντας τη λήψη της κατάδυσης του σταυρού.

Στις 7 Ιανουαρίου, ο Λιναρδάκης, συνοδευόμενος από τον Ελβετό καθηγητή Πάλλη και το δημοσιογράφο Ζέφ. Λυδία, κινηματογράφησε τη μεγάλη τρικυμία στην παραλία του Κακού Όρους. Σύμφωνα με την περιγραφή εφημερίδας «το θέαμα ήτο υπερόχως θαυμάσιον. Τα τεράστια κύματα που κτυπούσαν μ’ ορμή σε απότομα βράχια, σήκωναν τους αφρούς τους σε ύψος πεντήκοντα μέτρων και σε μερικά σημεία ο αμαξητός δρόμος είχε πλημμυρίσει». Παράλληλα ο Λιναρδάκης κινηματογράφησε «το αυτοκίνητο του γνωστού σπόρτμαν κ. Θεοδ. Καρούζου εξαφανισμένο στις λάσπες κοντά στον Καρτερό ποταμό, ταλαιπωρούμενο στα χαντάκια του δρόμου να περάση και τους προαναφερθέντες εκδρομείς [σ.σ. ο Πάλλης και ο Λυδίας] καταλασπωμένους να εργάζονται να σώσουν το αυτοκίνητο».

Από το φακό του Λιναρδάκη δεν ξέφυγε η άφιξη του τολμηρού αμερικανού θαλασσοπόρου Έντουαρντ Μάιλς στο λιμάνι του Ηρακλείου στις 14 Ιανουαρίου. Μάλιστα, την επομένη της άφιξής του ο Μάιλς οδήγησε το κότερό του λίγο έξω από το λιμάνι, για τις ανάγκες της κινηματογράφησης.

Μετά τη δοκιμαστική προβολή των τριών πιο πάνω ταινιών στον «Απόλλωνα» στις 18 Ιανουαρίου, η εφημερίδα Ελευθέρα Σκέψις σχολίασε την «εξαιρετική φωτογένεια», η οποία οφειλόταν στον «εξαιρετικά καθαρό ουρανό» του Ηρακλείου, «εις τον οποίον οφείλεται και το γεγονός ότι εδώ μπορούμε να βγάζουμε καθαρώτερα φιλμ από την Ευρώπη». Κι όταν λίγες μέρες αργότερα ξεκίνησε η συστηματική προβολή της κατάδυσης του Σταυρού, της άφιξης του αμερικανού θαλασσοπόρου και άλλων ταινιών από την ζωή της πόλης και τις εξοχές του Ηρακλείου, η εφημερίδα Ανόρθωσις αποθέωνε την «ενάργεια» και το «φως» των ταινιών, συγκρίνοντάς τα με «τα φιλμ της Ούφα ή της Φερστ Νασιονάλ, επί παραδείγματι», ώστε «εκτός του ενδιαφέροντός της ως επιχειρήσεως “Κρητικής”, η κινηματογραφική παραγωγή Λιναρδάκη, είνε και τεχνικώς τελεία».

Μια τέταρτη ταινία κατέγραψε το χιόνι στην περιοχή της Αγίας Βαρβάρας, όπου είχε φτάσει το ένα μέτρο. Οι προβολές της ξεκίνησαν στις 28 Ιανουαρίου, ενώ από τις 4 Φεβρουαρίου προβαλλόταν στον «Απόλλωνα» σε καθημερινή βάση μαζί με τις τρεις προηγούμενες.

Στις 5 Φεβρουαρίου, ο Λιναρδάκης οργάνωσε εκδρομή στα χιόνια με τη συμμετοχή πολλών Ηρακλειωτών, οι οποίοι συνέχεια θα έβλεπαν εαυτούς επί της οθόνης.

Στις 17 Μαρτίου, ειδικός οπερατέρ κινηματογράφησε τον αποκριάτικο χορό στον «Απόλλωνα», ενώ την ίδια περίοδο κινηματογραφήθηκε και η μεγάλη τρικυμία στο λιμάνι του Ηρακλείου.

Το Μάρτιο του 1929, ο Ηρακλειώτης επιχειρηματίας σχεδίαζε να γυρίσει και μια ταινία μυθοπλασίας. Ήταν «Ο Κορυδαλλός» του Λεχάρ με τη συμμετοχή των ηθοποιών του θιάσου Βασιλάκη-Αφεντάκη, που εκείνη την περίοδο περιόδευε στο Ηράκλειο, αλλά όλα δείχνουν ότι το σχέδιο δεν υλοποιήθηκε τελικά. Πάντως ο Λιναρδάκης οραματιζόταν ταινίες με τη συμμετοχή και ξένων πρωταγωνιστών υπό το σκεπτικό «Ποια θα είνε εκείνη η Γερμανίδα, η Γαλλίδα ή Αμερικανίς ηθοποιός που δεν θα δεχθή να παίξη δωρεάν όταν πρόκειται περί έργου ελληνικού;»!

Τον Απρίλιο, το υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων χορήγησε στο Λιναρδάκη την άδεια μονοπωλιακής κινηματογράφησης των αρχαιοτήτων της Κρήτης. Άλλωστε στις 10 Φεβρουαρίου 1929 είχε προβληθεί στον «Απόλλωνα ένα φιλμ –μάλλον δικής του παραγωγής– που παρουσίαζε διάφορα μέρη της Κνωσσού.

Μια ακόμα ταινία του Λιναρδάκη αφορούσε τους Β΄ Παγκρήτιους αθλητικούς αγώνες, που πραγματοποιήθηκαν στο γήπεδο Χάνδαξ του Ηρακλείου μεταξύ 10 και 13 Μαΐου. Πρώτη προβολή στον «Απόλλωνα» στις 16.05.

Στις 2 Ιουνίου κινηματογραφήθηκαν οι γυμναστικές επιδείξεις των μαθητών του λυκείου «Ο Κοραής»: αγώνες βόλεϊ, τένις και ποδοσφαίρου. Στη συνέχεια οι μαθητές χόρεψαν τον καστρινό χορό, ενώ η γιορτή ολοκληρώθηκε με τον εθνικό ύμνο.

Στις 24 Ιουνίου 1929, στο θερινό κινηματογράφο «Αλκαζάρ» ξεκίνησε να προβάλλεται «Το Υδραγωγείον των Αστρακών» με τα εγκαίνια του έργου και την τελετή των δοκιμών του υδραγωγείου.

Η εφημερίδα Ελευθέρα Σκέψις περιέγραψε μια «πραγματικά αριστουργηματική» ταινία, που έδινε στον κόσμο της βιοπάλης την ευκαιρία «να εκτιμήση και να ιδή το τόσον αθορύβως συντελεσθέν κολοσιαίον έργον της αναδημιουργίας» του Ηρακλείου. Παράλληλα επαινούσε το «μεγάλο ιδεολόγο και λαμπρό επιχειρηματία» Λιναρδάκη, ο οποίος «μέχρι της ώρας έχει αποθανατίσει τα λιμενικά έργα, τα έργα των Αστρακών, διάφορας τελετάς και πολλά πράγματα τα οποία αποτελούν και θα αποτελέσουν μίαν ημέραν μια πρώτης τάξεως ρεκλάμα για τον τόπον μας σχετικώς με τη βιομηχανία των ξένων», ενώ εξέφραζε την αισιοδοξία ότι με την πάροδο του χρόνου «αι φιλοδοξίαι του να καταστήση τη πόλι μας δεύτερο Χόλλυγουντ θα ευωδοθούν και τότε χαράς τον τόπον μας», αρκεί οι αρχές να υποστήριζαν «υλικώς και ηθικώς» το έργο του.

Δεύτερο δημοσίευμα της ίδιας εφημερίδας σχολίαζε ότι «ο τολμηρός αυτός και αποφασιστικός επιχειρηματίας των δυσκόλων, κατόρθωσε ύστερα από τόσες μεγάλες υλικές και ηθικές θυσίες, να φθάση εις το ευχάριστον αποτέλεσμα, να παρουσιάση την κινηματογραφικήν παραγωγήν του εφάμιλλον και ανωτέραν ακόμη της ευρωπαϊκής»!

Στις 30 Ιουνίου κινηματογραφήθηκαν οι επιδείξεις των γυμναστικών οργανώσεων στο «Αλκαζάρ»: αγώνες ελληνορωμαϊκής πάλης και πυγμαχίας με προπονητή τον Άτλας (πρωταθλητή Ευρώπης), τένις και βόλεϊ. Η ταινία προβλήθηκε στο «Αλκαζάρ» τουλάχιστον στις 3 Ιουλίου μαζί με εκείνη των Β΄ Παγκρήτειων, των γυμναστικών επιδείξεων του λυκείου «Ο Κοραής» και αγώνων από τη Θεσσαλονίκη.

Από τις 11 Αυγούστου προβαλλόταν στο «Αλκαζάρ» και μια ταινία «Σχολής Οικοκυρικής Μορφώσεως Σίγγερ». Η προβολή της σχετιζόταν με την λειτουργία της σχολής Σίγγερ στο Ηράκλειο (μεταξύ 17 Ιουλίου και 15 Αυγούστου) και πιθανότατα ήταν μια από τις «εγχώριες παραγωγές» του Λιναρδάκη. Εξάλλου, μια αντίστοιχη ταινία με τις μαθήτριες της σχολής λήφθηκε –άγνωστο όμως από ποιον– και στα Χανιά, όπου παράρτημα της Σίγγερ λειτουργούσε από τις αρχές Αυγούστου, και αργότερα προβλήθηκε στον κινηματογράφο «Σπλέντιτ» της πόλης.

Τα όνειρα του Λιναρδάκη έφταναν μέχρι την κινηματογράφηση των μεγάλων σταρ του Χόλιγουντ, Μαίρη Πίκφορδ και Ντάγκλας Φαίρμπανκς, όταν αυτοί επισκέφτηκαν την Ελλάδα το φθινόπωρο του 1929, εφόσον η Κρήτη θα ήταν ένας από τους σταθμούς του ταξιδιού τους με τελικό προορισμό την Αίγυπτο. Παρ’ όλες όμως τις προσπάθειες της ιδιοκτησίας του «Απόλλωνα», οι δυο ηθοποιοί δεν ταξίδεψαν μέχρι το Ηράκλειο.

Με κάθε επιφύλαξη, στη διετία 1929-1930 ανάγεται και μια ταινία του Λιναρδάκη από την υποδοχή του Βενιζέλου στο Ηράκλειο, χωρίς όμως να μπορεί επακριβώς να προσδιοριστεί χρονικά. Η ταινία αυτή επαναπροβλήθηκε στον «Απόλλωνα» τον Απρίλιο του 1936 –έτσι άλλωστε είναι γνωστή η ύπαρξή της– μετά το θάνατο και την κηδεία του πολιτικού άνδρα, που αγαπήθηκε από τους Κρητικούς όσο κανείς άλλος.

Το καλοκαίρι του 1930, το στούντιο που τόσους μήνες ονειρεύοταν ο Λιναρδάκης, βρήκε τελικά στέγη στον ανακαινισθέντα κινηματογράφο «Αλκαζάρ». Σύμφωνα δε με τον Αχιλλέα Μαδρά, που εκείνη την περίοδο παρουσίαζε στο Ηράκλειο τη «Μαρία Πενταγιώτισσα», ήταν το καλύτερο απ’ όλα τα υπάρχοντα ελληνικά στούντιο! Ο καθαρός ελληνικός ουρανός με τη συνήθη ηλιοφάνειά του μαζί με τα πολλά μνημεία και τις τοποθεσίες της Κρήτης, που μπορούσαν να εμπνεύσουν σειρά ιστορικών έργων από τη μινωϊκή εποχή μέχρι τα χρόνια των Σαρακηνών, των Βυζαντινών και των Ενετών, αποτελούσαν εγγύηση για την προθυμία των ξένων κινηματογραφικών οίκων να κατέβουν στην Κρήτη, σύμφωνα με την εφημερίδα Ανόρθωσις, που βιάστηκε να προβλέψει:

«[..] Διότι φαντάζεσθε τι θα γίνη μεθαύριο που καθώς ξέρουμε θετικά σκέπτονται να το χρησιμοποιήσουν αι κινηματογραφικαί εταιρείαι και ιδίως αι Γερμανικαί. Δεν θα χαρή μόνον ο τόπος κίνησι πρωτότυπη και εξαιρετική, αλλά θα χαρή και χρήμα. [..] Και μπορείτε να καταλάβετε τι θα πη εάν αύριον στο Κάστρο, δούμε αίφνης την Μπίλλυ Ντωβ ή την Μαίρη Άστορ, τον Ντούγκλας Φαίρμπανκ ή τον Ραμόν Νοβάρρο. Οι κοσμικοί κύκλοι θα αναστατωθούν και πολλές καρδιές θα κάμουν τικ-τακ. Μαζί μ’ αυτά όμως θα εξυπηρετηθή και το πνεύμα του τουρισμού εις το καθαρώς οικονομικόν και βιομηχανικόν του σημείον. Ώστε το στούντιο “Αλκαζάρ” δεν είναι απλή φαντασιοπληξία. Είναι σταθμός πραγματικής προόδου [..]».

 

Άραγε με το «στούντιο Αλκαζάρ» συνδεόταν η είδηση, που αλιεύεται μόνο σε κρητική εφημερίδα τον Απρίλιο του 1930, περί επικείμενης λήψης κινηματογραφικής ταινίας στο χωριό Κράσι του Ηρακλείου και στο «τσούλι μνήμα» στη βάση ενός δραματικού έργου της Γαλάτειας Καζαντζάκη με πρωταγωνίστρια τη Μαρίκα Κοτοπούλη και με τη συμμετοχή του θιάσου της Ελευθέρας Σκηνής;

Από κει και πέρα, πολύ σημαντική ήταν μια σειρά ηρακλειώτικων ζουρνάλ, που εστίαζαν σε γεωργικοκτηνοτροφικά θέματα. Για παράδειγμα, το Μάιο του 1930 ο κινηματογράφος «Απόλλων» του Ηρακλείου πρόβαλε μια ταινία «εγχωρίου παραγωγής» σχετικά με τον τρόπο εκτροφής των ορνίθων, των κουνελιών και των μελισσών από το γεωπόνο του Γεωργικού Επιμελητηρίου Ηρακλείου, Βαλλιάνο.

Την ίδια περίοδο, το Ταμείο Προνοίας Ελαιοπαραγωγής του Ηρακλείου εκπόνησε μια ταινία γύρω από την καλλιέργεια της ελιάς και την καταπολέμηση του δάκου. Εκτιμάται ότι παρουσίαζε την εργασία του ψεκασμού των ελαιοδέντρων, την παρασκευή των δακοκτόνων, τους ελαιώνες της Μεσσαράς, το κλάδεμα των ελιών από ειδικά συνεργεία ελαιοκλαδευτών κλπ. και ήταν η μία από τις δύο ταινίες, που παρουσιάστηκαν στο πλαίσιο του πρώτου Παγκρήτιου Γεωργικού Συνεδρίου στο Ρέθυμνο τον Αύγουστο του 1933.

Παραγωγής 1930 ήταν και μια δίπρακτη ταινία, που παρουσίαζε την αποστολή των σταφυλιών Αρχανών στην Ευρώπη μέσα σε σκαφιδωτά κιβώτια, την κοπή των σταφυλιών, τη συσκευασία τους από ειδικούς Γάλλους συσκευαστές και ντόπια συνεργεία, τη μεταφορά τους στο λιμάνι, την τοποθέτησή τους στο ατμόπλοιο κλπ., ενώ τον Αύγουστο του 1931, ο οργανισμός οινοποιείων του Ηρακλείου προγραμμάτισε την κινηματογράφηση των οινοποιητικών εργασιών των μελών του, με σκοπό την εκπαίδευση των παραγωγών.

Στις 13 Οκτωβρίου 1930, μαζί με την ταινία της συσκευασίας σταφυλιών προβλήθηκε στον «Απόλλωνα» ένα ζουρνάλ με τις γιορτές της εκατονταετηρίδας στο Ηράκλειο, τον κατάπλου του ελληνικού στόλου στην πόλη και εν συνεχεία τον απόπλου του.

Γεγονός είναι ότι η έντονη κινηματογραφική δραστηριότητα του Λιναρδάκη όχι απλά δεν πήρε ώθηση από τη δημιουργία του στούντιο, αλλά μάλλον περιορίστηκε –ή τέλος πάντων αυτό προκύπτει από τα αρχεία των τοπικών εφημερίδων. Έχουν επιβεβαιωθεί μόλις τέσσερις ταινίες του Κωνσταντίνου Λιναρδάκη τα επόμενα χρόνια: η κηδεία του μητροπολίτη Κρήτης, Τίτου Ζωγραφίδη, στις 27 Απριλίου 1933· το φιλμ των εγκαινίων του Αντιφυματικού Σανατορίου του Εμμανουήλ Μανδαλενάκη στα Σπήλια του Ηρακλείου στις 28 Ιουνίου 1936· τις καταστροφές στο Ηράκλειο κατά τη νεροποντή της 17ης Οκτωβρίου πρόβαλε ο κινηματογράφος «Μινώα» (ιδιοκτησίας Λιναρδάκη) από τις 30.10.1937· στις 26 Ιουνίου 1938 η «Κρέτα Φιλμ» του Λιναρδάκη κινηματογράφησε την εκδρομή των Επαγγελματικών και Βιοτεχνικών Οργανώσεων Ηρακλείου στη Μονή Αγκαράθου, όπου τελέστηκε αρχιερατικό μνημόσυνο υπέρ του αοιδίμου πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, Κύριλλου Λούκαρη (1572-1638).

 

ΧΑΝΙΑ

Όταν το καλοκαίρι του 1930 έγινε γνωστή η σύσταση του «στούντιο Αλκαζάρ», η χανιώτικη εφημερίδα Ηχώ της Κρήτης καυτηρίασε τα εξαιρετικά φιλόδοξα σχέδια του ηρακλειώτη επιχειρηματία σημειώνοντας ότι «Ο κ. Λιναρδάκης απεφάσισε να δώση διέξοδο και στην τέτοια τάση των... Κρητικών χωρίς ν’ ακούη τους Κριτικούς». Η αλήθεια πάντως είναι ότι αντίστοιχα φιλόδοξα σχέδια είχε γνωστοποιήσει το προηγούμενο διάστημα κι ένας επιχειρηματίας των Χανίων, ο ιδιοκτήτης του κινηματογράφου «Ιδαίον Άντρον», Χ. Σπανδάγος.

Μάλιστα ο Σπανδάγος είχε παρουσιάσει μια ταινία δικής του παραγωγής, πολύ νωρίτερα απ’ ό,τι ο Λιναρδάκης στο Ηράκλειο. Πιο συγκεκριμένα, το 1925 ο χανιώτης επιχειρηματίας έφερε κινηματογραφικό μηχάνημα και κατέγραψε την τελετή της 25ης Μαρτίου στην πόλη με την παρέλαση των επισήμων στην πλατεία Ελευθερίου Βενιζέλου, όπως επίσης τη διέλευση των επισήμων, των προσκόπων, του στρατού και των σχολείων από την οδό Ποτιέ. Υπό τον τίτιλο «Πανόραμα των Χανίων», η ταινία ξεκίνησε να προβάλλεται στον κινηματογράφο του Χ. Σπανδάγου στα Χανιά στις 7 Απριλίου 1925.

Έκτοτε όμως δεν υπήρξε άμεση συνέχεια. Μόλις το Μάρτιο του 1929 (και συγκεκριμένα από τις 21.03) το «Ιδαίον Άντρον» θα παρουσίαζε μια ταινία τοπικού ενδιαφέροντος με την προβολή των καλλιστείων για την ανάδειξη της «Μις Χανιά 1929», που είχαν πραγματοποιηθεί στην αίθουσα «Χρυσοστόμου» της πόλης το βράδυ της 9ης Μαρτίου. Όμως δεν είναι γνωστό ποιος έκανε την κινηματογράφηση. Θεωρητικά, αυτή θα μπορούσε να είχε πραγματοποιηθεί από το Λιναρδάκη, ο οποίος άλλωστε λίγους μήνες νωρίτερα είχε κινηματογραφήσει τις εγκαταστάσεις του χανιώτικου εργοστασίου τσιγάρων «Φιλί».

Η μεγάλη αλλαγή φάνηκε να έρχεται τον Αύγουστο του 1929, όταν ο υιός Σπανδάγος απέκτησε δική του κινηματογραφική μηχανή, υποσχόμενος «μεγάλες εκπλήξεις» για το μέλλον. Ήδη τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς χανιώτικη εφημερίδα ανακοίνωνε: «Ο Χαρίλαος Σπανδάγος ετοιμάζει το πρώτο του φιλμ, εντοπίας υποθέσεως. Ζητεί τα πρόσωπα που θα υποδυθούν τους διαφόρους ρόλους. Όσοι και όσες θέλουν να ανέλθουν εις το στερέωμα της Οθόνης, ας επισκεφθούν τον νεαρόν επιχειρηματίαν διά να δοκιμάσουν κατά πρώτον την φωτογένειάν των».

Δεν έλλειψαν, όπως και στο Ηράκλειο, οι παρομοιώσεις των Χανίων με το... Χόλιγουντ, όμως αρκετά δημοσιεύματα είχαν μια χιουμοριστική προσέγγιση. Για παράδειγμα, ο Κήρυξ σχολίαζε: «Τα Χανιά μας [..] δεν ήτο δυνατόν να υστερήσουν. Εζήλευσαν δόξαν Μιλάνου διά το Μουσικόν του θέατρον «Σκάλα» και δόξα Χολλιγούνδης διά το Κινηματογραφικόν της εργοστάσιον [..] διά της ιδρύσεως τριών θεάτρων συγχρόνως και ενός κινηματογραφικού εργοστασίου προς κατασκευήν Ταινιών εγχωρίου παραγωγής με σκηνοθέτην τον Χαρίλαον του Ιδαίου Άντρου [..]».

Ιδιαίτερα στοχευμένα καυστικό ήταν ένα άλλο χρονογράφημα, που δημοσιεύτηκε στην ίδια εφημερίδα:

«- Ώστε λοιπόν ο υιός Σπανδάγος τόβαλε για καλά στο νου του να τραμπικάρη στα Χανιά Κινηματογραφικά έργα, και μάλιστα Κρητικής υποθέσεως;

- Και γιατί όχι, φίλε μου, αφού έχει τέτοιο κοινωνικόν υλικόν, προθυμότατον να τον συντρέξη. Πρέπει ν’ αφήση ανεκμετάλλευτον την τοιαύτην πρωθυμίαν; Πού ξέρεις μια μέρα αν και τα Χανιά δεν θα εξελιχθούν εις πρώτης τάξεως Κέντρον Κινηματογραφικών ταινιών;

- Μα πού στηρίζεις την τόσην σου αισιοδοξίαν περί επιτυχίας των προσπαθειών του Χαριλάου;

- Φαίνεται φίλε μου, ότι δεν παρακολουθείς τας «αλλεπαλλήλους συνεντεύξεις, που έχει καθ’ εκάστην με πάσης τάξεως Κυρίας, Δεσποινίδας, και νέους και δι’ αυτό είσαι τόσον επιφυλακτικός. Εγώ όμως σου λέγω ότι η επιτυχία είναι απολύτως εξησφαλισμένη, κατόπιν μάλιστα της συμμετοχής του εκλεκτωτέρου μέλους των Δημοσιογράφων... Χανίων, του οποίου την συμμετοχήν ανήγγειλεν εσπερινή Συνάδελφος.

- ... Α! Μάλιστα. Είμεθα τώρα απολύτως σύμφωνοι, ουδεμία αμφιβολία!».

 

Τελικά, όμως, και κινηματογραφική μυθοπλασία δεν παρουσίασε ο υιός Σπανδάγος και πολύ μικρότερος –σε σύγκριση με την παραγωγή του Λιναρδάκη– ήταν ο αριθμός των χανιώτικων ζουρνάλ, όπως τουλάχιστον διαφημίστηκαν στον τοπικό τύπο: στις 17 Σεπτεμβρίου στο Δημοτικό Κήπο Χανίων προβλήθηκαν «Τα Χανιά μας», δυο μήνες αργότερα στο «Ιδαίον Άντρον» προβλήθηκε ένα ζουρνάλ με τον ελληνικό στόλο που ήταν σταθμευμένος στη Σούδα, στις 18 Ιανουαρίου 1930 η εκλογή της «Μις Χανιά» (Ελένη Βουλγαρίδου) κινηματογραφήθηκε από τον υιό Σπανδάγου, ενώ λίγες μέρες αργότερα κινηματογραφήθηκε η εκδρομή Χανιωτών στο Ασκύφου.

Ωστόσο, η πιο σημαντική ταινία του υιού Σπανδάγου ήταν αναμφίβολα η κινηματογράφηση της εκδρομής του Ελευθερίου Βενιζέλου στα Χανιά το Πάσχα του 1930. Η κάμερα κατέγραψε μεταξύ άλλων: το γιορτινό γεύμα στο Σέλινο, μια ανθρώπινη στιγμή στα Τοπόλια, όπου η κάμερα τράβηξε πλάνα από την ώρα που ο Βενιζέλος άρχισε το τραγούδι μέχρι «της στιγμής που το έργον του κ. Καστάνη, με τους Κρητικούς του χορούς, με τα ριζίτικα τραγούδια, με τσι Καστρινές κοντιλιές, με τους πυροβολισμούς και τους συναγερμούς του σαλπιγκτού, είχε κατασυγκινήσει τους παρισταμένους, από του Πρωθυπουργού μέχρι του τελευταίου παιδιού, που από μακράν μας παρακολουθούσε» κατά την περιγραφή του παρόντα δημοσιογράφου της εφημερίδας Παρατηρητής των Χανίων, ενώ αργότερα ο Σπανδάγος κινηματογράφησε και τα πρώτα μαθήματα κρητικού χορού της λαίδης Κρόσφιλ, που μαζί με το σύζυγό της και πολλούς άλλους συνόδευαν το Βενιζέλο στην ιδιαίτερη πατρίδα του.

Το 1933, εφημερίδες των Χανίων δημοσίευσαν την αγγελία ενός Γενικού Κινηματογραφικού και Διαφημιστικού Γραφείου με επωνυμία «Κρήτη Φιλμ», ιδιοκτησίας Στέφανου Ι. Μαυράκη, που εκτός των άλλων διαφήμιζε τη «λήψη και εμφάνιση ταινιών, διαφόρων ζουρνάλ, διαφημιστικών ταινιών, ποδοσφαιρικών ματς, τελετών κλπ», όμως δεν έχει εντοπιστεί κάποια προβληθείσα ταινία της συγκεκριμένης εταιρίας.

* Σχετικά με την κινηματογραφική παραγωγή σε άλλα επαρχιακά μέρη της Ελλάδας την περίοδο του μεσοπολέμου, διαβάστε εδώ: https://protestainies.blogspot.com/2016/02/blog-post_50.html

[Η ανάρτηση ενημερώθηκε σύμφωνα με την τρίτη έκδοση του βιβλίου «Οι πρώτες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου», που μπορείτε να διαβάσετε εδώ: https://protestainies.blogspot.com/p/2025.html]