Οι πρώτες ελληνικές ταινίες μικρού μήκους (1906-1913). Μέρος τρίτο: Ο Δεύτερος Βαλκανικός Πόλεμος και η Νέα Ελλάδα στον κινηματογραφικό φακό

Η ΕΠΙΣΗΜΗ ΤΑΙΝΙΑ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Ειδικής, εκτενούς αναφοράς αξίζει η ταινία του Γερμανού Robert Schwobthaler, ο οποίος το καλοκαίρι του 1913 βρέθηκε δίπλα στον ελληνικό στρατό, όσο πολεμούσε στην κοιλάδα του Στρυμόνα, μετά από πρόσκληση του τότε βασιλιά της Ελλάδας, Κωνσταντίνου.
Ο Schwobthaler βρισκόταν στο Παρίσι, όταν έλαβε το τηλεγράφημα του Κωνσταντίνου. Χωρίς δεύτερη σκέψη αναχώρησε για τη Θεσσαλονίκη έχοντας μαζί του μια κάμερα, φιλμ μήκους 8000 μέτρων, ένα μικρό ασημένιο μαχαίρι και 3000 φράγκα (κρυμμένα σε μια τσέπη, ραμμένη στο πουκάμισό του), τα οποία όμως δεν χρησιμοποίησε ποτέ. Φτάνοντας στη Θεσσαλονίκη έλαβε τα απαραίτητα χαρτιά, ώστε να κινείται ελεύθερα στο ελληνικό στρατόπεδο, και μαζί με το Γερμανό βοηθό του αναχώρησαν με τρένο («μουλιασμένο από το αίμα των τραυματιών», σύμφωνα με περιγραφή του) για το Δεμίρ-Ισσάρ, το σημερινό Σιδηρόκαστρο των Σερρών. Ύστερα από 11 ώρες ταξιδιού έφτασαν στην πόλη κι από εκεί μ’ ένα στρατιωτικό φορτηγό κατευθύνθηκαν στο Λιβούνοβο.

Κατά τις έξι εβδομάδες παραμονής στο μέτωπο, η επιμονή του Schwobthaler δεν κάμφθηκε ούτε από τη δυσκολία στις μετακινήσεις ούτε από τις βίαιες μάχες, που διεξάγονταν σε συνθήκες καύσωνα. «Οβίδες εξερράγησαν 50, 80 και 100 γιάρδες μακριά μας, σράπνελ έπεφταν σφυρίζοντας στον αέρα και άνδρες πέθαιναν παντού. Η ζέστη ήταν τρομερή. Στη συνέχεια, από καθαρή τύχη κινηματογράφησα την έκρηξη μιας οβίδας και την πτώση της σε ελληνική πυροβολαρχία, σκοτώνοντας έξι άνδρες και τραυματίζοντας δεκα­τρείς. Μπορείτε ν’ αντιληφθείτε πως ήταν σχεδόν ανέφικτο να κινηματογραφήσω τις εκρήξεις των οβίδων, καθώς έπεφταν προς όλες τις κατευθύνσεις. Απλά έπρεπε να στρέφω τη φωτογραφική μηχανή μου στον αέρα τυχαία, ελπίζοντας για το καλύτερο», θυμόταν σε συνέντευξή του στο The Motion Picture News.
Ο Robert Schwobthaler

Σύμφωνα με διαφημιστική καταχώρηση στην εφημερίδα Εστία, η ταινία περιελάμβανε: την από Θεσσαλονίκης διά Σερρών, Στρυμόνα και Δεμίρ Ισσάρ στρατιωτική πορεία, τις πολεμικές επιχειρήσεις στα στενά της Κρέσνας και τη μάχη της Τζουμαγιάς, τους τραυματίες και τη δράση του Ερυθρού Σταυρού.

Αρκετές λεπτομέρειες για το περιεχόμενο του φιλμ έδινε δημοσίευμα της London Standard τον Οκτώβριο του 1913, που σημείωνε ότι η ταινία του Schwobthaler έδειχνε «τη μάχη με όλες τις δυσκολίες της και συμπτωματικά τη δουλειά μιας Αγγλίδας και μιας Ιρλανδής νοσοκόμας, που εργάζονταν ακατάπαυστα μεταξύ των τραυματιών επί δέκα ώρες την ημέρα για μήνες». Επιπλέον, «το ξέσπασμα ενός βουλγαρικού βομβαρδισμού, που σκότωσε έξι Έλληνες στρατιώτες και τραυμάτισε άλλους δεκατρείς απεικονίζεται από απόσταση 40 γιαρδών. Στρατεύματα φαίνονται να προχωρούν ορμητικά, το ιππικό να επιτίθεται, βομβαρδισμοί να ξεσπούν σε κάθε μεριά και σε κοντινά πλάνα ο θεατής βλέπει την πλαγιά του λόφου και την πεδιάδα να είναι στρωμένες από νεκρούς και του παρουσιάζεται το είδος των τραυμάτων που προκαλούνται από τις σφαίρες, τις βόμβες και τις ξιφολόγχες».

Στην ταινία εικονιζόταν και ο Ηλίας Νικολόπουλος, ένα δεκαπεντάχρονο αγόρι από την Αθήνα, που με το ξέσπασμα ήδη του πρώτου βαλκανικού πολέμου παράτησε το σχολείο και κατατάχθηκε στον ελληνικό στρατό, συμμετείχε στην πολιορκία του Μπιζανίου και το καλοκαίρι του 1913 βρέθηκε σε Κιλκίς και Σέρρες. Μια άλλη σκηνή έδειχνε τους Έλληνες στρατιώτες, ενώ φιλούσαν μια εικόνα της Παναγίας και το χέρι ενός γηραιού παπά, λίγο προτού ξεκινήσουν για τη μάχη.

Στον ξένο τύπο δημοσιεύτηκαν και διάφορα παραλειπόμενα βάσει των διηγήσεων του Schwobthaler: π.χ. όταν ένας Βούλγαρος κατάσκοπος, που είχε συλληφθεί και οδηγηθεί στο ελληνικό στρατόπεδο, είδε τον οπερατέρ να στέκεται μπροστά του με την κάμερα, δίπλωσε τα χέρια του και έπεσε στα γόνατα, φοβούμενος ότι η κάμερα ήταν όπλο, έτοιμο να τον πυροβολήσει! [βλ. και σημ. 1]

Στη Γερμανία προκλήθηκε συζήτηση για το κατά πόσο τέτοιες ταινίες λειτουργούν όντως αντιπολεμικά ή αν στην πράξη προπαγανδίζουν υπέρ του πολέμου. Ο Schwobthaler υπεραμύνθηκε της δουλειάς του γράφοντας σε γερμανικό περιοδικό τα εξής: «Οι εφημερίδες παγκοσμίως ανέφεραν την απελπισία και την καταστροφή των πόλεων Δεμίρ-Χισάρ, Σέρρες, Καβάλα κλπ. στα χέρια των Βουλγάρων. Αποτυπώσαμε αυτές τις αναφορές, όσο ήταν δυνατό, σε ζωντανές εικόνες, που ιστορικά καταγράφουν την απίστευτη καταστροφή στη Μακεδονία και τη θηριωδία του πολέμου. Είναι η γυμνή αλήθεια ενός αυτόπτη μάρτυρα».

Στη συνέντευξή του στο The Motion Picture News το Νοέμβριο του 1913 ο Schwobthaler σχολίαζε: «Αν αυτές οι ταινίες δεν καταλήξουν να στρέψουν όποιον τις βλέπει εναντίον του πολέμου, τότε φοβάμαι ότι τίποτα ποτέ δεν θα το καταφέρει», ενώ παρομοίαζε την εμπειρία του από το πολεμικό μέτωπό με έναν «περίεργο εφιάλτη», καθώς καθημερινά ερχόταν αντιμέτωπος όχι μονάχα με τις μάχες, αλλά και με την «πολύ χειρότερη» χολέρα.

«Αν θέλετε να αντιληφθείτε τη διαφορά μεταξύ των αποκαλούμενων ρεαλιστικών πολεμικών ταινιών και των πραγματικών πολεμικών ταινιών, κοιτάξτε τη δουλειά που έγινε με την κάμερα στη γραμμή του μετώπου τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο της περασμένης χρονιάς, όταν οι Έλληνες και οι Βούλγαροι πολεμούσαν μέχρι θανάτου στην κοιλάδα του Στρυμόνα» σχολίαζε το The Moving Picture World εκτιμώντας ότι «δεν υπάρχει καλύτερο επιχείρημα για την προώθηση της ειρήνης από αυτές ακριβώς τις εικόνες».

Και συνέχιζε: «[Ο Schwobthaler κι ο συνεργάτης του] τοποθέτησαν τις κάμερές τους στο κέντρο ενός μεγάλου πεδίου μάχης και αποτύπωσαν εκρήξεις σράπνελ, ανάπτυξη και επίθεση λόχων, πληγωμένους άνδρες να παραπαίουν και να πέφτουν κάτω στο λόφο και το ιππικό να έρχεται για να τους σώσει με τραβηγμένα σπαθιά και πηγαίνοντας με τη μεγαλύτερη ταχύτητα. Οι κάμερες αποτύπωσαν όλους ή τους περισσότερους φόνους και την καταστροφή που ακολούθησε την υποχώρηση των Βουλγάρων σαν ζοφερή στήλη φωτιάς σ’ έναν από τους κύκλους της Κόλασης της Τοσκάνης. Βλέπετε μια ευημερούσα μικρή πόλη να έχει μεταβληθεί σε ματωμένα ερείπια. Βλέπετε δεκαπέντε Έλληνες ομήρους, κρατούμενους από τους Βουλγάρους, να κείτονται νεκροί στο έδαφος, να έχουν πυροβοληθεί επειδή δεν μπορούσαν να καταβάλλουν τα λύτρα, που είχαν ζητηθεί από τους Βουλγάρους. Ο κ. Schwobthaler έφτασε μόλις λίγα λεπτά αφότου τα καημένα θύματα είχαν δολοφονηθεί. Λίγος από το ρομαντισμό και τη δόξα, που οι ποιητές συσχετίζουν με τον πόλεμο, φαίνεται σ’ αυτές τις ταινίες, οι οποίες λένε την αλήθεια τόσο απλά και με τόση ειλικρίνεια» [βλ. σημ. 2].

Στο ίδιο πνεύμα και με αφορμή τη «γραφική εικόνα» της μάχης της Τζουμαγιάς, αμερικανική εφημερίδα έγραψε ότι «κάθε εκατοστό του φιλμ απεικονίζει πιστά τον τρόμο του σύγχρονου πολέμου».

Οι πρώτες προβολές πραγματοποιήθηκαν σε Γερμανία, Γαλλία και Ηνωμένο Βασίλειο τον Οκτώβριο του 1913. Στη Γερμανία η ταινία λογοκρίθηκε από την αρχή, ενώ το 1916 απαγορεύθηκε τελείως λόγω του πολέμου. Σύμφωνα με το The Moving Picture World, ο Schwobthaler ενήργησε ώστε το φιλμ να προβληθεί ακόμη και σε Ιαπωνία, Κίνα, Ρωσία, Αυστραλία, νότιο Αμερική και νότιο Αφρική, όμως δεν γνωρίζουμε λεπτομέρειες για το αν (ή πότε) αυτό τελικά συνέβη.

Στην Ελλάδα η ταινία προβλήθηκε υπό το γενικό τίτλο «Η Μάχη της Τζουμαγιάς» με ελληνικούς και γαλλικούς υπότιτλους μεταξύ 4 και 10 Νοεμβρίου 1913 στο «Modern Cinema» του επιχειρηματία Εμπέογλου, που φιλοξενούταν στο θέατρο «Κυβέλης». Ακολούθησαν επαναπροβολές τους επόμενους μήνες (π.χ. στο «Νέον Θέατρον» στις 07.02.1914, οπότε και διαφημίστηκε ως «η μόνη επίσημος και αυθεντική ταινία ληφθείσα κατόπιν ειδικής αδείας της Α.Μ. του Βασιλέως, Αρχιστρατήγου, εκ του φυσικού»).

Ο Schwobthaler και ο βοηθός του παρασημοφορήθηκαν από τον Κωνσταντίνο, ο οποίος ζήτησε αντίτυπο του φιλμ, προκειμένου να κατατεθεί στα αρχεία του κράτους. Και ενώ ο κόσμος έσπευσε να παρακολουθήσει την ταινία, ο αθηναϊκός τύπος δεν προχώρησε σε ιδιαίτερα σχόλια. Αξίζει όμως να καταγραφεί η «γκρίζα» διαφήμιση του κινηματογράφου «Πανελλήνιον», ο οποίος στα μέσα Νοεμβρίου ανήγγειλε την προβολή ταινιών του ελληνοβουλγαρικού πολέμου με την αιχμηρή επισήμανση «αι μόναι ληφθείσαι εκ του φυσικού και όχι σαν τας πολεμικάς του”Μοντέρν” Κινηματογράφου»!

Κατά τ’ άλλα, ενθουσιώδης ήταν η υποδοχή της ταινίας από τους Έλληνες της Νέας Υόρκης κατά την προβολή της στον κινηματογράφο «Weber» του Μπρόντγουεϊ τον Ιανουάριο του 1914 παρουσία του Γερμανού οπερατέρ. Την ημέρα της πρεμιέρας χιλιάδες ομογενείς κατέκλυσαν το χώρο προκαλώντας ακόμη και ζημιές από την ανυπομονησία τους, ενώ όρθιοι κατά τη διάρκεια της προβολής φώναζαν «ζήτω». Το σοκ της ζωής του, όμως, πέρασε ένας θεατής, που είδε τον στρατιώτη αδερφό του να πέφτει νεκρός μπροστά στην κάμερα - ή τουλάχιστον αυτό ισχυριζόταν ο αμερικανικός τύπος [βλ. σημ. 3].

Στο Μόντρεαλ του Καναδά λίγο έλειψε να προκληθούν επεισόδια μεταξύ των Ελλήνων και των Βουλγάρων θεατών τον Ιούνιο του 1914, καθώς οι τελευταίοι διαμαρτύρονταν για το πώς απεικονίζονταν οι συμπατριώτες τους, ενώ οι Έλληνες διαμαρτύρονταν... για τις διαμαρτυρίες των Βουλγάρων!

Η ομογενειακή εφημερίδα Ατλαντίς διαφήμιζε την ταινία ως τη «μόνη απάντηση εις τα συκοφαντικά Βουλγαρικά δημοσιεύματα», καθώς έδειχνε «με πόσην ευχαρίστησιν απέθνησκον επί του πεδίου των μαχών οι αδελφοί μας, πώς υπέφερον τους πόνους των τραυμάτων αγογγύστως και μειδιώντες», ενώ παράλληλα «μας μαρτυρούν καταφανέστατα με τα ερείπια των Σερρών και του Δοξάτου, με τα πτώματα των κρεουργηθέντων ομογενών, ποίοι ήσαν εκείνοι οι οποίοι κατά την επονείδιστον φυγήν των προ της χειμαρρώδους των στρατιωτών μας ορμής, κατέκαυσαν και κατεκρήμνισαν χωρία Ελληνικά και κατέσφαξαν παρθένους και γέροντας». Μετά την προβολή σχολίαζε - με κάποια απογοήτευση ίσως - ότι το φιλμ δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων να συμπεριλάβει λεπτομέρειες του πολέμου, ωστόσο «δίδει μίαν σαφή ιδέαν της εθνικής αυτής εποποιίας, ήτις είναι η μεγαλειτέρα του Ελληνισμού από της εποχής του εικοσιένα...».

Η ταινία σώζεται ως τις μέρες μας και την άνοιξη του 2013 προβλήθηκε στα πλαίσια φεστιβάλ του UCLA. Μάλιστα, με αφορμή την προβολή της στο UCLA Festival of Preservation, συνεργάτης του πανεπιστημίου του Λος Άντζελες την αξιολόγησε ως «εξίσου βαρετή και συναρπαστική», με «ατελείωτες σκηνές» στρατιωτών που προέλαυναν, τους Έλληνες της Μακεδονίας να ζητωκραυγάζουν για τους απελευθερωτές τους κλπ., θεώρησε κουραστικές τις λεπτομέρειες, ενώ παρατήρησε ότι «υπάρχει μονάχα μία σκηνή πραγματικής μάχης και αυτή ήταν μάλλον σκηνοθετημένη». Εκατό χρόνια μετά, είναι σαφές ότι έχουν αλλάξει πολύ οι απαιτήσεις του κοινού.

«Η ΝΕΑ ΕΛΛΑΣ»: Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΤΑΙΝΙΑ ΤΟΥ SCHWOBTHALER

Ο Robert Schwobthaler ετοίμασε και μια δεύτερη ταινία μήκους 860 μέτρων – πιθανότατα κι αυτή ύστερα από άδεια των ελληνικών αρχών – με εικόνες από τα εδάφη που απελευθερώθηκαν κατά τους δύο βαλκανικούς πολέμους, από τη βόρειο Ήπειρο και την Αθήνα. Δεν είναι εύκολο να εξακριβώσουμε πότε ή με ποιον τίτλο αυτή προβλήθηκε στις ελληνικές αίθουσες, ωστόσο χάρη σε διαφήμιση για πώληση της εκμετάλλευσης της ταινίας στις ΗΠΑ υπό τον τίτλο «Η Νέα Ελλάς», όπως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ατλαντίς (28.02.1915), γνωρίζουμε σε τίτλους το περιεχόμενο των 68 σκηνών της:


Σημειώσεις:
(1) Σε άλλο δημοσίευμα αναφερόταν και η μαρτυρία του Schwobthaler ότι μπορούσε εύκολα να συνεννοηθεί με τους Έλληνες στρατιώτες στην αγγλική γλώσσα, καθώς πολλοί ήταν μετανάστες στην Αμερική, που είχαν επιστρέψει στην Ελλάδα για να πολεμήσουν.


(2) Οι νεκροί ήταν επιφανή πρόσωπα της σερραϊκής κοινωνίας, όπως ο γυμνασιάρχης Λεωνίδας Παπαπαύλου, ο τραπεζίτης Κώστας Σταμούλης, ο γιατρός Χρυσάφης κ.ά., οι οποίοι πριν την απελευθέρωση των Σερρών είχαν συλληφθεί και εκτελεστεί από τους Βουλγάρους.

(3) Η εφημερίδα της ομογένειας, Ατλαντίς έγραφε (Ο ΧΘΕΣΙΝΟΣ ΣΥΝΑΓΕΡΜΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΝ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΒΟΥΛΓΑΡΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ, 26.01.1914, σελ. 4): «[...] Ένεκα της συγκεντρώσεως, διεκόπη η συγκοινωνία των λεωφορείων, εκλήθη δε μεγάλη αστυνομική δύναμις προς τήρησιν της τάξεως. Κατά το χρονικόν διάστημα κατά το οποίον επεδεικνύοντο αι πολεμικαί σκηναί του νικηφόρου πολέμου μας κατά των Βουλγάρων, οι θεαταί, οίτινες ήσαν κατά το μέγιστον μέρος Έλληνες μετά ολίγων Αμερικανών, εξερράγησαν εις ενθουσιώδεις ζητωκραυγάς. Ο ενθουσιασμός αυτών ήτο ζωηρότατος προ πάντων όταν επεδείχθη η εικών του Βασιλέως Κωνσταντίνου εις το εν Λιβουνόβω “ανάκτορον”, και αι εικόνες των επιθέσεων του ευζωνικού και του Ελληνικού πυροβολικού. Αλλά την μεγαλειτέραν συγκίνησιν έσχεν ο Δημήτριος Ορφανός, όστις εις μίαν εκ των μαχών ανεγνώρισε τον αδελφόν του Κωνσταντίνον. “Ο αδελφός μου!” ανέκραξεν ούτος, όταν είδε τον αδελφόν του εις την γραμμήν πυροβολούντα κατά του εχθρού. Ότε όμως κατά το τέλος της εικόνος είδεν ότι ο αδελφός του δεν εφαίνετο πλέον, ο Δημήτριος ελιποθύμησεν [...]» .

Σχετικά με την προβολή της ταινίας του Β΄ Βαλκανικού πολέμου στο UCLA το 2014, βλ. περισσότερα εδώ: www.cinema.ucla.edu/blogs/archival-spaces/2013/04/22/greeks-firing-line-1913

ΕΠΟΜΕΝΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΖΟΥΡΝΑΛ 1910 – 1913

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου