Οι πρώτες ελληνικές ταινίες μικρού μήκους (1906-1913). Μέρος πρώτο: Από τις προβολές με προτζέκτορες στις πρώτες ελληνικές ταινίες

ΜΕΧΡΙ ΤΟ 1906: ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΜΕ ΠΡΟΤΖΕΚΤΟΡΕΣ

Μέχρι το 1906 η όποια ελληνική, «κινηματογραφική» παραγωγή περιοριζόταν σε «φωτεινές προβολές εικόνων» επί της μεγάλης οθόνης, δηλαδή προβολές από προτζέκτορες. Ενδεικτικά, μια τέτοια «φωτεινή προβολή» πραγματοποιήθηκε στις 25 Απριλίου 1904 σε εσπερίδα του Συνδέσμου Συντακτών Τύπου στην αίθουσα του Παρνασσού. Ειδικότερα, στο δεύτερο μέρος της εκδήλωσης προβλήθηκαν εικόνες που παρίσταναν την εξέλιξη του Τύπου από τον Γουτεμβέργιο και τα πρώτα πιεστήρια μέχρι τα πλέον σύγχρονα μηχανήματα (της εποχής) μαζί με εικόνες των αποθανόντων πρώτων Ελλήνων δημοσιογράφων Φιλήμονα, Λεβίδη, Βρατσάνου, Κορομηλά, Καμπούρογλου, Τριανταφυλλίδου και Ρούκη, καθώς επίσης πρωτότυπες γελοιογραφίες εν ενεργεία δημοσιογράφων, των διευθυντών τους και ορισμένων συντακτών και καλλιτεχνών, τις οποίες είχαν σχεδιάσει οι Θέμος Άννινος, Γ. Ροϊλός και Φρίξος Αριστέας.

Ο άνθρωπος στον οποίο οφειλόταν αυτό το κατόρθωμα, εκείνος δηλαδή που είχε προχωρήσει στην επεξεργασία των κινηματογραφικών πλακών επιτρέποντας την προβολή των εικόνων στην οθόνη, ήταν ο χημικός φωτογράφος Σπ. Κοκόλης. Χάρη σ’ αυτόν, λίγους μήνες αργότερα θα προβάλλονταν και οι πρώτες «διά κινηματογράφου ρεκλάμες» κατά το ίδιο σύστημα της εναλλαγής στατικών εικόνων.

Τι ήταν αυτές οι ρεκλάμες; Τον Ιούνιο του 1904, κάποιος επιχειρηματίας εγκατέστησε αμερικάνικο κινηματογράφο στην ταράτσα σπιτιού επί της πλατείας Συντάγματος, παραπλεύρως του ξενοδοχείου Μεγάλη Βρετανία. Προβάλλονταν ξένα ζουρνάλ (π.χ. εικόνες του ρωσοϊαπωνικού πολέμου, η ναυμαχία του Πορτ-Άρθουρ κλπ.), ενώ ενδιάμεσα παρεμβάλλονταν διαφημίσεις διαφόρων καταστημάτων της πρωτεύουσας. Φυσικά όλα αυτά ελάχιστη σχέση είχαν με κινηματογράφο, ενώ η όποια απόπειρα συσχετισμού από μερίδα του τύπου γινόταν καθαρά για λόγους εντυπωσιασμού.


ΟΙ ΑΔΕΡΦΟΙ ΜΑΝΑΚΗ

Οι πρώτοι Έλληνες κινηματογραφιστές, αλλά και οι πρώτοι κινηματογραφιστές των Βαλκανίων, ήταν οι αδερφοί Μανάκη (Μίλτος και Ιωάννης) από τα Γρεβενά, οι οποίοι το 1905 γύρισαν την πρώτη τους ταινία με τίτλο «Υφάντρες», διάρκειας ενός περίπου λεπτού. Πρωταγωνιστούσε η υπερήλικη γιαγιά τους, την οποία κινηματογράφησαν, ενώ ύφαινε με τον παραδοσιακό τρόπο. Ακολούθησαν και άλλες ταινίες, όμως δεν είναι σαφές πόσες και ποιες από αυτές προβλήθηκαν στο ελεύθερο ελληνικό κράτος μέχρι την απελευθέρωση της Μακεδονίας το 1912-'13. Πάντως, στις αθηναϊκές εφημερίδες της εποχής δεν φαίνεται να υπήρχαν ιδιαίτερες αναφορές στα δυο αδέρφια, το έργο των οποίων θα ήταν λάθος να το περιορίσουμε σε αυστηρά εθνικά πλαίσια.


Η ΤΑΙΝΙΑ ΤΗΣ ΜΕΣΟΛΥΜΠΙΑΔΑΣ ΤΟΥ 1906

Το Σεπτέμβριο του 1905, στη δεύτερη κιόλας συνεδρίασή της εν όψει της Μεσολυμπιάδας του 1906, η Επιτροπή των Ολυμπιακών Αγώνων αποφάσισε ν' αναγράψει στον προϋπολογισμό της ικανό ποσό για απόκτηση φωτογραφικής μηχανής στιγμιαίων εικόνων με σκοπό την παρασκευή κινηματογραφικών ταινιών για την καταγραφή των αγωνισμάτων της διοργάνωσης, όπως επίσης σκηνών και απόψεων του Σταδίου. Σκοπός ήταν η χρησιμοποίηση των ταινιών για διαφήμιση των αγώνων, όσο και για αποκόμιση οι­κονομικών εσόδων από τις προβολές στο εξωτερικό. Στις εφημερίδες της εποχής δεν εντοπίζεται οποιοδήποτε διαφωτιστικό στοιχείο σχετικά με το όνομα του οπερατέρ, που ανέλαβε το έργο αυτό. Ωστόσο, η κρατούσα άποψη θέλει ως οπερατέρ τον Σ. Λεόνς, απεσταλμένο της γαλλικής Γκωμόν στην Ελλάδα.

Το φιλμ είχε μήκος 3500 μέτρων και διάρκεια περίπου δύο ωρών. Οι θεατές παρακολουθούσαν μεταξύ άλλων την υποδοχή των βασιλέων της Αγγλίας και την είσοδο των βασιλικών οικογενειών της Ελλάδας και της Αγγλίας στο Στάδιο, την παρέλαση των γυμναστικών ομάδων, την παρέλαση των μαθητών όλων των σχολείων της Αθήνας και εικόνες από τα αγωνίσματα.

Η πρώτη προβολή της ταινίας πραγματοποιήθηκε στα τέλη Απριλίου 1906 στην οικία του Πέτρου Καλλιγά, παρουσία του διαδόχου του θρόνου και του συνόλου σχεδόν της βασιλικής οικογένειας, καθώς και άλλων εκπροσώπων της κοσμικής Αθήνας. Ωστόσο, λόγω έλλειψης χρόνου προβλήθηκαν μόνο τα 800 μέτρα του φιλμ. Στις 2 Μαΐου, το Νέον Άστυ σχολίαζε - το πρώτο κριτικό σημείωμα, που γράφτηκε στον ελληνικό τύπο για μια ταινία εγχώριας παραγωγής:
«[...] Παρετηρήθη ότι αι πλείσται των ληφθεισών εικόνων είνε ωραιόταται και ζωντανώταται. Υπάρχουν και μερικαί κάπως σκοτειναί ή δυσδιάκριτοι και τούτο διότι ο κινηματογράφος ώφειλε να τας λάβη με την αυτήν ταχύτητα, αλλά με διάφορον φως. Η πάλη είνε ζωηροτάτη και η είσοδος του νικητού του Μαραθωνίου ελήφθη τελεία. Πρόσωπά τινα διακρίνονται ζωηρότατα και οι πρίγκηπες φαίνονται καθαρώς εις όλην των την εν τω Σταδίω ανάμιξιν. Κρίμα είνε ότι ο κινηματογράφος δεν κατώρθωσε να παραλάβη εικόνας και των εκτός του Σταδίου τελεσθέντων αγωνι­σμάτων ότε η αναπαράστασις θα ήτο πλήρης».

[Μια μέρα νωρίτερα, η Πατρίς περιορίστηκε να σημειώσει ότι «η προβολή επέτυχε θαυμασίως. πάντες δε έφυγον κατευχαριστημένοι εκ της επιτυχίας ταύτης».]

Η προβολή της ταινίας για το κοινό πραγματοποιήθηκε τμηματικά από τις 12 έως τις 14 Μαΐου στην αίθουσα του Παρνασσού έναντι εισιτηρίου εισόδου 2 δραχμών, ενώ στις 17 Μαΐου προβλήθηκε και στο Δημοτικό θέατρο Πειραιά. Ακολούθησαν επαναπροβολές ίσως και σε βάθος... χρόνων. Για παράδειγμα, μια ταινία των Ολυμπιακών αγώνων του 1906 - ήταν άραγε η ελληνική; - περιλαμβανόταν στο πρόγραμμα του «Νέου Θεάτρου» την εβδομάδα από τις 30 Μαρτίου 1915! Ωστόσο, οι εφημερίδες του 1906 σχεδόν την.. αγνόησαν. Μόνο το Εμπρός σχολίαζε την επομένη της πρεμιέρας:
«Έχασαν ομολογουμένως όσοι δεν παρέστησαν χθες εις την αίθουσαν του Παρνασσού όπου εγένοντο αι προβολαί των Αγώνων διά του Κινηματογράφου της Επιτροπής. Ευτυχώς αύριον συνεχίζονται αι προβολαί με τας υπολοίπους 4 ημέρας των Αγώνων, εις την ιδίαν αίθουσαν. Ας σπεύσουν όσοι θέλουν να ιδούν τον Μαραθώνιον δρόμον, την Δισκοβολίαν, την επίδειξιν των Σουηδών κολυμβητών εν τω Φαλήρω, την επίδειξιν των σχολείων της τελευταίας ημέρας και την βράβευσιν των νικητών».

Λίγες μέρες μετά, με αφορμή την πρώτη προβολή της ταινίας στην αίθουσα της Ελληνικής Λέσχης στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, η εφημερίδα Ταχυδρόμος της εκεί παροικίας σχολίαζε ότι «η μία [εικόνα] ήτο ωραιοτέρα της άλλης, ραγδαία δε χειροκροτήματα εξεδήλωσαν την λαμπράν εντύπωσιν, ην απεκόμισαν πάντες εκ της χθεσινής απολαυστικής εσπερίδος».


Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΑΙΝΙΑ

Αν θεωρήσουμε ότι η ταινία της Μεσολυμπιάδας του 1906 ήταν η πρώτη, επίσημη ελληνική ταινία, ως η δεύτερη έχει επικρατήσει να θεωρείται μια άλλη, σχετικά με τη γιορτή του βασιλιά Γεωργίου Α΄, που φέρεται να κινηματογραφήθηκε το 1907. Δεν γνωρίζουμε την ακριβή ημερομηνία κινηματογράφησης, αλλά σίγουρα δεν θα μπορούσε να είχε γυριστεί πριν την ονομαστική του εορτή στις 23 Απριλίου, ενώ τόσο τα γενέθλια του Γεωργίου όσο και η επέτειος ανόδου στον ελληνικό θρόνο γιορτάζονταν τους τελευταίους μήνες της χρονιάς.

Αντίθετα, είναι ξεκάθαρο ότι στις 27 Μαρτίου 1907 ο φωτογράφος Κάρολος Μπέριγκερ κινηματογράφησε τις εκδηλώσεις, που πραγματοποιήθηκαν με αφορμή την άφιξη του βασιλιά της Ιταλίας στην Αθήνα για επίσημη επίσκεψη. Μεταξύ των σκηνών περιλαμβάνονταν αθλητικές επιδείξεις των φοιτητών του Ακαδημαϊκού Γυμναστηρίου, η επίσκεψη στην Ακρόπολη και η εκδρομή στο Τατόι. Η πρωτοβουλία για την κινηματογράφηση ανήκε και πάλι στην ελληνική Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων.

Οι ταινίες ξεκίνησαν να προβάλλονται στο «Πανόραμα» από τις 11 Απριλίου 1907. Την ημέρα εκείνη, στη στήλη με τα προγράμματα των θεάτρων η εφημερίδα Χρόνος ενημέρωνε:
ΑΙΘΟΥΣΑ ΠΑΝΟΡΑΜΑΤΟΣ. Σήμερον εις την απογευματινήν της 6 μ.μ. και την εσπερινήν της 9 1/2 θα προβληθώσιν αι κινηματογραφικαί ταινίαι της Επιτροπής των Ολυμπιακών Αγώνων, αι ληφθείσαι παρά του κ. Μπέριγγερ και παριστώσαι απάσας τας εορτάς και εκδρομάς, αίτινες εγένοντο επί τη αφίξει του Βασιλέως της Ιταλίας. Αι ταινίαι αύται θα παιχθώσιν επί 4 μόνον ημέρας, διότι θ' αποσταλώσιν εις την Ανατολήν την ερχόμενην εβδομάδα.

Δυο μέρες μετά, η ίδια εφημερίδα σχολίαζε με ενθουσιασμό:
«[...] Όποιος δεν είδε τας ταινίας αυτάς χάνει πολύ. Ωρισμένως εις τας Αθήνας ο κινηματο­γράφος δεν επρόβαλε ποτέ καθαρωτέρας εικόνας. Νομίζει κανείς, ότι επάνω εις το λευκόν παρα­πέτασμα ζωντανεύουν αληθινά τα κομμάτια που έχει πάρει ο φακός του κινηματογράφου.
Τόση είνε η καθαρότης και η ακρίβεια των προβολών, ώστε χωρίς κόπον μπορείτε να διακρίνετε πληθώραν γνωστών φυσιογνωμιών, αι οποίαι είχον την καλήν τύχην να τρυπώσουν εκεί στον συνωστισμόν, γύρω των Βασιλέων, και να ποζάρουν τώρα. Η επίδειξις επίσης των φοιτητών του Ακαδημαϊκού Γυμναστηρίου περνά διά μέσου προβολών ζωηροτάτη και ολοζώντανη.
Ευχάριστον διά τον τόπον είνε το γεγονός, ότι αι ταινίαι αυταί ανήκουν εις την εγχώριον τέχνην, οφειλόμεναι εις τον καλλιτέχνην φωτογράφον της πόλεώς μας κ. Μπέριγκερ».

Ακολούθησε επαναπροβολή στο Ζάππειο στις 6 Μαΐου (στα πλαίσια γιορτής του Ηπειρωτικού Συλ­λόγου Κυριών υπέρ των Νηπιαγωγείων Ηπείρου και της διάδοσης της ελληνικής γλώσσας στην περιοχή) μαζί με την ταινία των πανελλήνιων αθλητικών αγώνων (τέλη Απριλίου 1907) αγνώστου οπερατέρ.

Όσον αφορά τον Κάρολο Μπέριγκερ, ουσιαστικά ήταν ο πρώτος κινηματογραφιστής, μόνιμος κάτοι­κος του ελληνικού κράτους. Το φωτογραφείο του βρισκόταν στη γωνία των οδών Ερμού και Νίκης, ενώ τουλάχιστον το 1905 - αν όχι από παλιότερα - ήταν μέλος του Δ.Σ. του Συνδέσμου των εν Ελλάδι φωτο­γράφων και ένας των φωτογράφων της βασιλικής αυλής. Πέθανε ξαφνικά στις 2 Απριλίου 1909 στην Κη­φισιά. Χαρακτηριστικό του σεβασμού και της εκτίμησης που τύγχανε από τους συγχρόνους του, ήταν το σχόλιο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εστία την επομένη:
«Εχάθη μία ακόμη Αθηναϊκή φυσιογνωμία, καλλιτεχνικωτάτη δε, από τους θαυμασιωτέρους τύπους της Μοντμάρτης, μολονότι Γερμανός, από τους τελειοτέρους τύπους, τους οποίους ωνει­ρεύθη ο Πουτσίνι διά την “Μποέμ” του. Απέθανε χθες ο πασίγνωστος καλλιτέχνης φωτογράφος Κάρολος Μπέριγκερ.
Ότι η φωτογραφία η Αθηναϊκή του οφείλει πολλά, πάρα πολλά, δεν υπάρχει αμφιβολία. Το ανομολογούν πρώτοι οι συνάδελφοί του. Δεν ήτο δε μόνον φωτογράφος, ήτο και ζωγράφος, ήτο καλλιτέχνης. Και δι’ αυτό ακριβώς έδιδεν εις τους φωτογραφουμένους εύμορφες στάσεις.
Είνε αναντιρρήτως ειλικρινής η λύπη όσων εγνώρισαν τον τόσω συμπαθή καλλιτέχνην διά τον θάνατόν του, και μετριάζεται μόνον εκ της σκέψεως ότι το καλλιτεχνικόν του γούστο δεν το επήρε μαζή του. Μπέριγκερ κατέστη πλέον το φωτογραφείον Μπέριγκερ, το οποίον μένει εις την θέσιν και την περιωπήν του».


Πηγές:
Γιάννης Σολδάτος, Ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, τ. Α, εκδόσεις Αιγόκερως, 1988
Δημοσιεύματα των εφημερίδων: Αθήναι (Απρίλιος 1904), Εμπρός (Μάιος 1906), Εστία (Απρίλιος 1909), Νέον Άστυ (Μάιος 1906), Πατρίς (Μάιος 1906), Σκριπ (Ιούνιος 1904), Το Άστυ (Απρίλιος 1904), Χρόνος (Απρίλιος 1907), Ταχυδρόμος-Ομόνοια (Μάιος/Ιούνιος 1906· εφημερίδα της Αλεξάνδρειας), γενικά όλες οι εφημερίδες τον Σεπτέμβριο του 1905 (ως προς την ανακοίνωση των σχεδίων της Ολυμπιακής Επιτροπής για την κινηματογράφηση των αγώνων της Μεσολυμπιάδας).


ΕΠΟΜΕΝΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: Οι πρώτες ελληνικές ταινίες μικρού μήκους (1906-1913). Μέρος δεύτερο: Ελληνικά ζουρνάλ της περιόδου 1910-1913

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου