«Έρως και κύματα»: Η πρώτη “σοβαρή” ελληνική ταινία. Μέρος δεύτερο: Η κριτική του τύπου

Οι περισσότερες κριτικές του τύπου ήταν άκρως ενθουσιώδεις για το "Έρως και Κύματα". Τονίζονταν τα ελπιδοφόρα στοιχεία της ταινίας, χωρίς όμως ν’ αποσιωπούνται και τα πολλά λάθη (κυρίως σκηνοθετικά), τα οποία αποδίδονταν στην απειρία και την έλλειψη στούντιο - γι’ αυτό και συγχωρούνταν με την προοπτική ότι θα υπήρχε σαφής βελτίωση στο μέλλον. Ωστόσο, κοινός τόπος ήταν οι πολύ θετικές αξιολογήσεις των ερμηνειών των πρωταγωνιστών και κυρίως του πρωτοεμφανιζόμενου ζεν πρεμιέ Δημήτρη Τσακίρη, αλλά και της γνωστής από το θέατρο Μιράντας Θεοχάρη.

Σε εφημερίδα της Θεσσαλονίκης [Μακεδονία, 04.03.1928] έγινε για πρώτη φορά λόγος για «ελληνικό Χόλλιγουντ», ένας παραλληλισμός που θα επαναλαμβανόταν αρκετές φορές από τον ελληνικό τύπο τα επόμενα χρόνια, όταν ο ελληνικός κινηματογράφος θα βρισκόταν στην πρώτη του ακμή, ενώ θα τον υιοθετούσε ακόμη και το αμερικανικό Variety.

Στο κριτικό σημείωμα του Εμπρός η ταινία κατατασσόταν «μεταξύ των καλλιτέρων ευρωπαϊκών ταινιών», που «ασφαλώς θα ενδιαφέρει και το κοινόν των ξένων χωρών». Αυτή η υπεραισιόδοξη εντύπωση βασιζόταν στη διαπίστωση ότι ζωντάνευαν «όλα τα έθιμα και οι συνήθειες των χωριανών και των θαλασσινών μας», ενώ αναμιγνυόταν επιτυχώς «και ολίγη ιστορία της αρχαίας μας τέχνης, με αναπαράστασιν των αρχαίων μνημείων». Λίγο φολκλόρ μας ακούγεται ο συνδυασμός αυτός, όμως εξέφραζε απόλυτα το πνεύμα της εποχής, που εκτιμούσε ότι μια ελληνική ταινία θα έπρεπε να έχει προπαγανδιστικό χαρα­κτήρα διαφημίζοντας τις ελληνικές ομορφιές στους ξένους.

Η Ελληνική προσδιόρισε το «Έρως και κύματα» ως τον «ακρογωνιαίο λίθο» της νέας κινηματογραφικής βιομηχανίας, επαινώντας το ελληνικό δαιμόνιο που υπερνίκησε «όχι μόνον τα τεχνικά, αλλά και τα οικονομικά μεγάλα εμπόδια [...] διά την κατασκευήν μιας τόσον μεγάλης ταινίας».

Στην εφημερίδα Ελεύθερος Λόγος, ο «Θεατής» χαρακτήρισε «άρτιο» το έργο από σκηνοθετικής απόψεως, ενώ έδινε έμφαση στην «ζωντανή αναπαράσταση της λαϊκής ελληνικής ζωής» και στην αποτύπωση ωραίων νησιωτικών εικόνων, όπως «του καραβιού που φεύγει για το ψάρεμα, του χωρικού σπιτιού, της εκκλησιάς, των παιδιών που παίζουν αμέριμνα στην αμμουδιά». Πολύ θετικά ήταν τα σχόλια και για τις ερμηνείες των ηθοποιών: η Μιράντα Θεοχάρη μπορούσε να εξελιχθεί σε «κινηματογραφικόν αστέρα πρώτου μεγέθους», ο Δενδραμής ενσάρκωνε «πολύ επιτυχώς» τον πλούσιο γλεντζέ (όμως «δεν θα έχανε τίποτε αν ενεφανίζετο χωρίς το αγκιστρωτό μουστάκι το οποίον ενθυμίζει αξιωματικόν της φρουράς του 1910»), ενώ «φυσικώτατο» κρίθηκε το παίξιμο του Τσακίρη, ο οποίος «εψυχολόγησε τελείως τον ρόλον του νησιώτη-ναύτη, τον οποίον απέδωσε με τέχνη που αποκαλύπτει το καλλιτεχνικό του τάλαντο».

Ως «θεατής» υπέγραφε ο συντάκτης και της Βραδυνής, ο οποίος έκανε λόγο για την πρώτη ελληνική ταινία «που στέκεται» και που δεν είχε καμία σχέση «με τας παιδαριώδεις προσπαθείας που μας έχει παρουσιάσει μέχρι τούδε η εγχώριος παραγωγή». Μάλιστα, τη θεωρούσε πολύ καλύτερη και από πολλές ξένες ταινίες, ένα «πραγματικό κατόρθωμα». Εντόπισε βέβαια και ορισμένα αρνητικά στοιχεία, όπως ο... τίτλος, όμως κατέληγε στην εκτίμηση ότι «χρειάζεται υπερβολική αυστηρότης φθάνουσα μέχρι καταφώρου αδικίας διά να το απορρίψη κανείς ολόκληρον». Η τεχνική αρτιότητα του φιλμ κρινόταν ως «αδιαφιλονείκητος», ώστε το «Έρως και κύματα» θεωρήθηκε η βάση, στην οποία «θα στηριχθή μεθαύριον ο μεγάλος Έλλην σκηνοθέτης - εάν θα βγη ποτέ - διά να κατσκευάση ελληνικά αριστουργήματα της βωβής τέχνης».

Για τον «Ειδικό» συνεργάτη του Έθνους το «Έρως και κύματα» ήταν «από πάσης απόψεως άρτιον» (πλην ελάχιστων εξαιρέσεων λόγω της έλλειψης κατάλληλων εγκαταστάσεων), ώστε οι αδελφοί Γαζιάδη θα έπρεπε να αισθάνονται περήφανοι για την ταινία τους, η οποία «μετά την των Δελφών εξασφαλίζει πλέον εις αυτούς την επιχείρησιν της παραγωγής ελληνικών φιλμ και υπόσχεται πλήρη την ανάπτυξιν εν Ελλάδι και της νέας πλουτοφόρου βιομηχανίας».

Ενδιαφέρον έχει ένα χρονογράφημα του Τάκη Μωραϊτίνη, που δημοσιεύτηκε επίσης στο Έθνος και επιχειρούσε να ψυχανεμιστεί το μέλλον του ελληνικού κινηματογράφου μετά τους «νέους ορίζοντες» που ανοίγονταν. Πέρα από τις όποιες ενστάσεις για το σενάριο («Διάβολε! Πολύ προώδευσαν, ως φαίνεται, οι απλές γυναικούλες των ελληνικών νησιών, ώστε να εγκαθίστανται τόσον εύκολα εις τις πλούσιες βίλλες των γλεντζέδων και να φορτώνωνται ανύποπτες κοσμήματα και πανάκριβες τουαλέττες»), σε γενικές γραμμές ο Μωραϊτίνης έβλεπε κοντά τη στιγμή που θα εμφανίζονταν οι πρώτοι Έλληνες - και κυρίως Ελληνίδες - σταρ. Προειδοποιούσε μόνο για ένα: την γκρίνια, που «είνε για μας τους Έλληνας το θελκτικώτερον πράγμα», προβλέποντας ότι «οι νέοι κριτικοί θα ανακαλύψουν και εις την οθόνην ανώτερον προορισμόν και θα την διαιρέσουν πάραυτα εις βιομηχανικήν και εις οθόνην υψηλής τέχνης, όπου θα πρέπη να προβάλλωνται αποκλειστικώς τα έργα του Σοφοκλέους ή αι σκιαί... των προγόνων».

«Διόλου αποθαρρυντικόν» έβρισκε το αποτέλεσμα η Πρωία προσδοκώντας σε ακόμη καλύτερες ταινίες μετά την ανέγερση ειδικών εγκαταστάσεων, εφάμιλλων προς τις ευρωπαϊκές. Ο συντάκτης εντόπισε σκηνοθετικές ατέλειες στις λήψεις των προσώπων πάνω στη θαλαμηγό («ελλείψει καταλλήλου ίσως μακιγιάζ και του υπερβολικά εντόνου ελληνικού φωτός του υπαίθρου»), όμως σε γενικές γραμμές θεώρησε πολύ καλές τις αποδόσεις των τοπίων, «μίαν προπαγάνδαν, εφόσον το εν λόγω φιλμ πρόκειται να παιχθή και εις το εξωτερικόν». «Πάρα πολύ καλά» έπαιξαν η Μιράντα Θεοχάρη, ο Τσακίρης και ο Βαρούχας, ο οποίος ήταν «φωτογενής» και με «πολλά χαρίσματα κωμικού», ενώ «ακόμη καλύτερα» έπαιξαν χάρη στην «αφέλεια» και τη φυσικότητά τους οι... κομπάρσοι.

Κατά τη Νέα Ημέρα, «οι αδελφοί Γαζιάδη κατώρθωσαν να μας παρουσιάσουν μίαν ταινίαν σχετικώς καλήν ύστερα από τας συνεχείς αποτυχίας όλων των προσπαθειών που έγειναν κατά τα τελευταία έτη, όπως π.χ. η «κερένια κούκλα», «της μοίρας το αποπαίδι» και αι διάφοροι κωμικαί μικροταινίαι εντελώς ανάξιαι λόγου». Και ενώ η εφημερίδα επαίνεσε τους ηθοποιούς και κυρίως τον Δημήτρη Τσακίρη, για τον οποίο έγραψε ότι ήταν «υπέροχος ζεν-πρεμιέ, υφ’ όλας τας απόψεις – εμφάνισις, παίξιμον, συγκρατητικά αισθηματικός, η ψυχή του ρόλου του», δεν ήταν καθόλου επιεικής με τη σκηνοθεσία του Δημήτρη Γαζιάδη. Σε αντίθεση με τις «αριστουργηματικές» σκηνές της υπαίθρου και των θαλάσσιων τοπίων, οι εσωτερικές σκηνές ήταν τόσο σκοτεινές, «ώστε να μας ενθυμίζουν μερικά παλαιά σινέ-ρομάν». Δυσαρέσκεια υπήρχε και για το «ελεεινό» μακιγιάζ, ώστε ενίοτε οι ηθοποιοί έμοιαζαν με «κλόουν ιπποδρομιών». Ανέφερε μάλιστα το παράδειγμα της Φιλιώς Ναούμ, η οποία, ενώ περιγραφόταν ως μια «ανοιξιάτικη ξανθή καλλονή», εμφανιζόταν τόσο παραμορφωμένη, ώστε «να μην είναι δυνατόν να διακρίνη κανείς εάν είναι ξανθή ή μελαγχροινή»!

Ο «Α.Α.» της Πολιτείας έκρινε την υπόθεση του έργου «αρκετά καλή, αν και όχι εντελώς με ελληνικόν χαρακτήρα και χρωματισμόν», τη συνολική αξία του «ωραιότατη και εξαιρετικώς καλλιτεχνική» σε σχέση με τα τοπία που επελέγησαν και τον τρόπο γυρίσματος, ενώ έκρινε «συγχωρεμένους» το σκηνοθέτη και τους ηθοποιούς για τα όποια λάθη λόγω απειρίας. Για παράδειγμα:
- «εντελώς αφύσικη» έμοιαζε η επίθεση του Πέτρου Δούκα εναντίον της Ρήνας μέσα στο γιότ
- η επιχείρηση διάσωσης των ναυαγών ξεκινούσε με... γαλήνια θάλασσα
- οι ναυαγοί, όταν μεταφέρονταν στην ξηρά, εμφανίζονταν «με τα χείλη βαμμένα και με.. γυαλιά, τα οποία κατώρθωσαν να διασώσουν μέσα στην κοσμοχαλασιάν αυτήν»
- σε κάποια σκηνή μια παρέα εμφανιζόταν να διασκεδάζει στη θάλασσα από την ανατολή μέχρι τη δύση του ήλιου «σαν να επρόκητο περί αμφιβίων».
Παρόλα αυτά, ο Α.Α. αξιολόγησε το «Έρως και κύματα» ως την πρώτη «σοβαρή» ελληνική ταινία σημειώνοντας ότι οι αδελφοί Γαζιάδη θα έπρεπε να τύχουν «πολύ μεγάλης» ηθικής υποστήριξης. Διακιν­δύνευσε μάλιστα την πρόβλεψη ότι «εις την Ελλάδα, την χώραν που κάθε ραχούλα, κάθε βουναλάκι, κάθε βράχος και κάθε γωνία είνε ποίημα, είνε ένα θαύμα της φύσεως, μαζύ με το ανθρώπινον καλλιτεχνικόν υλικόν που προσφέρει η χώρα αυτή, η κινηματογραφική τέχνη θα εξελιχθή πολύ γλήγορα».

Αμφίθυμο ήταν το κριτικό σημείωμα του «Λόρδου Κάππα» στην Αθηναϊκή, δηλώνοντας ευχαριστημένος από τη... μισή ταινία, που ήταν «πλουσιοπάροχα φωτισμένη από τον Αττικό ήλιο» και αναδείκνυε τα ελληνικά τοπία. Παρέθετε όμως και σκηνοθετικά λάθη, όπως το «ψεύτικο και κουκλίστικο» πνίξιμο του καραβιού, «το απαίσιο βάψιμο» ενός ηθοποιού με χείλη «σε μια απαισία κατάστασι από το πολύ κοκκινάδι», το πνίξιμο «ή μάλλον η σωτηρία του ίδιου ηθοποιού, ο οποίος ούτε πολύ ούτε λίγο βγαίνει από τη θάλασσα... στεγνός και βαμμένος» κλπ. Ωστόσο, στο τέλος «όλα τα συγχωρεί κανείς γιατί η ταινία αυτή αξίζει πραγματικά συγχαρητήρια ως πρώτο βήμα της κινηματογραφικής τέχνης της χώρας μας».

Ούτε μία, ούτε δύο, αλλά τρεις κριτικές δημοσίευσε η εφημερίδα Εσπερινή, που άλλωστε είχε πρωτοστατήσει στη διαφήμιση της «Νταγκ Φιλμ» και των μεγαλόπνοων σχεδίων της. Στο πρώτο κείμενο γινόταν λόγος για την πρώτη ελληνική ταινία με «σοβαρές αξιώσεις», ένα «τέλειον έργον το οποίον παρά τας μικράς επιφυλάξεις είνε ανώτερον από πολλάς ευρωπαϊκάς ταινίας». Με κατανόηση αντιμετωπίστηκε η απειρία των ηθοποιών και των περισσότερων συντελεστών, κάτι που ήταν «καθήκον των ευσυνειδήτων κριτικών να μην αγνοήσουν». Επαινέθηκε το σενάριο του Αστέρη, που παρουσίαζε χαρακτήρες «ζωντανούς, αληθινούς και ελληνικώτατους», με «έξυπνους και καλογραμμένους, εκτός μερικών εξαιρέσεων» τίτλους στις καρτέλες, ενώ κι εδώ επισημάνθηκαν ορισμένες σκηνοθετικές αβλεψίες:
- όσο ο Δούκας προσπαθούσε να κατακτήσει τη Ρήνα μέσα στη θαλαμηγό του, που κινδύνευε από τη μανία των κυμάτων, δινόταν η εντύπωση της σταθερότητας και της ακινησίας, αντί ο θεατής να παρακολουθεί τις απότομες ταλαντεύσεις του σκάφους.
- στη σκηνή του ναυαγίου, αντί να κινούνται τα ιστία του σκάφους, φαινόταν να κινείται ο ουρανός από πίσω, ενώ τα ιστία παρέμεναν ακίνητα.
- στη σκηνή που οι γυναίκες του νησιού κακολογούσαν τη Ρήνα, δύο από αυτές είχαν ύφος αστείο και νευρικό, ενώ έκαναν απότομες και κωμικές χειρονομίες, που ήταν «καλύτερα να μην τις βλέπει κανείς».
Κατά τ’ άλλα, η Μιράντα Θεοχάρη «εχάρισεν στιγμάς αμιγούς καλλιτεχνικής συγκινήσεως εις τα μέρη που υπήρχον δραματικαί συγκρούσεις και απλαί αισθηματικαί καταστάσεις, αλλά υστέρησε καταφανώς εις την απόδοσιν των σημείων όπου ο ρόλος της χρειάζεται αποτόμους μεταπτώσεις. Δεν κατώρθωσε δε σε καμμιά σκηνή να μας εμφανίση την χωριατοπούλα που έχει ανάγκη από οδηγό καλής συμπεριφοράς ούτε και μας έδωσε την ευκαιρίαν να τη συγκρίνωμεν με την Γκλόρια Σβάνσον που ξέρει να δημιουργή τόσον ωραίους ρόλους γυναικών που πρωτοβγαίνουν στα σαλόνια και στη μεγάλη ζωή». Ωστόσο, είχε «λαμπρό μέλλον εις το θέατρον της οθόνης», καθώς ήταν φωτογενής με φωτογραφίες «καθαρές, ολοζώντανες, σωστά αριστουργήματα εκφράσεως».
Ο Νίκος Δενδραμής, αν και ζημίωσε την εξωτερική του εμφάνιση «με το κακό μακιγιάρισμα και της κάπως απότομες κινήσεις με της οποίες εξωτερίκευσε τα συναισθήματά του», ωστόσο «απέδωσε τελείως την ψυχολογίαν του λεπτού ρόλου». Ως «υπέροχος κυριολεκτικώς στο ρόλο του με υποσχέσεις μεγάλες διά το μέλλον», αλλά και με «λεπτότατο και πρωτότυπο κωμικό ταλέντο» αξιολογήθηκε ο Βαρούχας, ενώ ο Τσακίρης συγκρινόταν με κολοσσούς του ξένου κινηματογράφου έχοντας ερμηνεύσει «με τόσον αίσθημα, τόσην τέχνην τον ρόλον του, ώστε να χαρίζη στιγμάς συγκινήσεως εις το κοινόν».

Ένα δεύτερο κριτικό σημείωμα της Εσπερινής, έκρινε το σεναριογράφο Λάμπρο Αστέρη άξιο «δικαίων επαίνων και ειλικρινών συγχαρητηρίων», καθώς επιτέλεσε «κάτι τι το μέγα» θέτοντας τα θεμέλια για την παραγωγή ελληνικών κινηματογραφικών έργων. Ο «Εργολάνος» - στην ίδια εφημερίδα - έκρινε ότι «πρώτη φορά γίνεται πραγματική και συστηματική εργασία για να παρουσιασθή μία Ελληνική ταινία της προκοπής που να μπορή να συγκριθή με τις Ευρωπαϊκές», όμως αναρωτιόταν γιατί ο Αστέρης προτίμησε να «διαρρυθμίση εις τα καθ’ ημάς μια ξένη υπόθεσι και δεν εδημιουργούσε μια εντελώς δική του». Ως προς τις ερμηνείες, ο Τσακίρης κρίθηκε «καλύτερος απ’ όλους για κινηματογράφο» (όμως «τα μαλλιά του δεν έπρεπε να είνε τόσο περιποιημένα, ώστε να τον δείχνουν άνθρωπο μάλλον του κόσμου παρά βαρκάρη»). Ο Δενδραμής «δεν ήταν τόσο ευχάριστος όσον θα επερίμενε κανείς από ένα ηθοποιό της τάξεώς του», ενώ η «αρκετά καλή» Θεοχάρη «φαινόταν πολύ κυρία για χωριατοπούλα που ήθελε να παραστήση».

Υπήρχαν και δημοσιεύματα, που αμφισβητούσαν την αξία της ταινίας ή σάρκαζαν την ενθουσιώδη υποδοχή που της είχε επιφυλαχτεί. Η πρώτη επίθεση εξαπολύθηκε από έναν άνθρωπο ταγμένο στο θέατρο, τον Μιχαήλ Κουνελάκη, ο οποίος γενικά υποτιμούσε τον κινηματογράφο θεωρώντας ότι δεν αποτελεί μορφή τέχνης! Δυο χρόνια αργότερα θα υπέκυπτε στον πειρασμό και θα σκηνοθετούσε τα «Γαλάζια κεριά», υπογράφοντας παράλληλα το σενάριο. Όμως το 1928 ο Κουνελάκης έγραφε στην Πολιτεία:
«Η κινηματογραφική δεν είνε τέχνη κυρίως ειπείν. Τουλάχιστον ως προς την υποκριτικήν της εκδήλωσιν. Γιατί μια καλλιτεχνική δημιουργία δεν μπορεί να εννοηθή χωρίς την απαραίτητη σχετική ενότητα, ή καλλίτερα τη συνοχή, ψυχικής διαθέσεως και ενεργείας. Και στην κινηματογραφική δεν μπορεί η συνοχή αυτή να υπάρξη την στιγμή που ο κάθε ρόλος υφίσταται για τεχνικούς λόγους το κομμάτιασμα που υφίσταται - από απόψεως χρόνου κυρίως. Είνε γνωστό ότι οποιοσδήποτε ρόλος που μόνον δύο ώρες θα μπορούσε να μας απασχολήση ως θεατάς, που δεν θα μας απασχολούσε ως καλλιτέχνας της Σκηνής περισσότερο, στον κινηματογράφο απαιτεί μήνες για την απόδοσί του και τούτο για λόγους τεχνικούς και βιομηχανικούς.
Στον κινηματογράφο ακόμη υπάρχει όλη η ελευθερία μιας μηχανικής πειά επαναλήψεως και προσθαφαιρέσεως επεισοδίων, σκηνών, κάθε γκριμάτσας ακόμη, προς τον σκοπόν της επιτεύξεως του καλλιτέρου. Αυτό όμως, όπως είνε επόμενο, καταδικάζει τον ηθοποιό του κινηματογράφου σε μίαν επίδειξι δεξιοτεχνίας μάλλον παρά δημιουργικής ικανότητος. Το υποκριτικό υλικό που προσφέρει είνε κομματιαστό και ποικίλο και το συναρμολόγημά του για τη δημιουργία του σχετικού καλλιτεχνήματος επαφίεται στον σκηνοθέτη. Γι' αυτό και η εμφανίσεις αστέρων κινηματογραφικών στο στερέωμα της οθόνης είνε συχνότερες από τις εμφανίσεις μυκήτων στο στερέωμα των αγρών.
Οι αστέρες όμως αυτοί δεν είνε οι περισσότεροι παρά νέοι με ωρισμένα φυσικά χαρίσματα και με υποκριτικές ιδιότητες πολύ ωρισμένες - δεν είνε παρά ένα πρώτο υλικό από φιγούρες, εκφράσεις και μιμικές εκδηλώσεις που μόνον μέσον της διανοητικής αισθητικής και τεχνικής ικανότητος του σκηνοθέτη διαπλάθεται και αρμονίζεται με το όλον. Έτσι εκείνος που πράγματι δημιουργεί, ακόμη περισσότερο ίσως και από τον σκηνοθέτη της σκηνής, σε κάθε ταινία, είνε ο σκηνοθετών την ταινία αυτήν, και δεν μπορεί, απολύτως, να υπάρξη αποτέλεσμα καλλιτεχνικό εκεί απ' όπου λείπει ο καλλιτέχνης σκηνοθέτης - ο αρχιτέκτων που θα διαλέξη και θα συνταιριάξη το υλικό για το οποίον μιλήσαμε, που θα το συνταιριάξη και καθ' εαυτό και σχετικά με όλα τα άλλα [..]».

Ειδικά ως προς το «Έρως και κύματα», ο Κουνελάκης αναφέρθηκε σε μια «δουλική απομίμηση και σε πολλά αντιγραφή σχεδόν, τόσον στις γενικότητες όσο και στις λεπτομέρειες, των κοινότερων ευρωπαϊκών ταινιών: Λίγο σαλόνι, λίγο γιότ, λίγη τουαλέτα, λίγη φύσις, λίγη περιπέτεια, λίγος έρως, λίγη τζαζ-μπαντ, λίγο ρομάντζο, όλα αυτά μέσα σε μίαν υπόθεσι τετριμένη και πλαδαρή», ένα είδος «παπαγαλίας», γεμάτης «κοινοτυπίες και ερασιτεχνισμούς κι ακόμη ατέλειες και λάθη κι ασυνέπειες όχι λίγες».
Η σκηνοθεσία του Γαζιάδη θεωρήθηκε «μία αμφίβολος επιτηδειότης συρραφής», ενώ το σενάριο επικρίθηκε, διότι δεν ήταν «απ’ αυτά που έχουμε τόσα και τόσα, λαϊκά και φιλολογικά και που πολλά απ’ αυτά θα μπορούσαν να κινηματογραφηθούν όχι και με πολύ περισσότερες υλικές θυσίες». Και ο Κουνελάκης αναρωτιόταν: «Τι το ελληνικό είδε ή αισθάνθηκε ο θεατής στην ταινίαν αυτή; Ελληνικό, από ποίαν άποψι τέλος πάντων;... Ίσως μόνο τη βιομηχανική. Αλλά εγχωρίου βιομηχανίας έχουμε και ψαθάκια επίσης που λέγονται ελληνικά. Και δεν τα αγοράζουμε παρά μόνον υπό τον όρον να είνε καλλίτερα από τα ευρωπαϊκά ή τουλάχιστον ίσα με αυτά ή επί τέλους και φθηνότερα».

Ανυπέρβλητα ειρωνική ήταν η κριτική του «Ν.», που δημοσιεύτηκε στην Αθηναϊκή. Δεν ασχολήθηκε με την ταινία καθαυτή, όσο με τον κοινωνικό της αντίκτυπο, τον ντόρο που είχε προκληθεί και την αποθεωτική υποδοχή που της είχαν επιφυλάξει οι περισσότεροι συνάδελφοί του:
«Απέκτησε λοιπόν και η χώρα μας φιλμς εγχωρίου παραγωγής. Το γεγονός αξίζει να πανηγυρισθή μετά της επιβαλλομένης μεγαλοπρεπείας. Προτείνομεν να τελεσθή δοξολογία εις την Μητρόπολιν, μετά στρατιωτικής παρατάξεως, το δε ευφρόσυνον γεγονός να αναγγελθή και επισήμως δι’ εκατόν ενός κανονιοβολισμών από του πυροβολείου του Λυκαβηττού. Δεν είνε μικρόν πράγμα, αποτελεί τουναντίον κατάκτησιν, πρόοδον διά την οποίαν πρέπει να σεμνύνεται το έθνος. Εις τους γνωστούς αστερισμούς της σκηνής, της πολιτικής, των υπογείων παραδείσων, προστίθενται ήδη και οι αστέρες του κινηματογράφου, αστέρες και αστερίσκοι διαφόρων μεγεθών, ορατοί και διά γυμνού οφθαλμού.... «Τι θα δουν ακόμη θα μάτια μας;» ηκούσθη λέγων Αθηναίος, εμβρόντητος ενώπιον αστέρος όστις τον ητένιζε περιφρονητικώς από το ύψος συνοικιακού μανδροτοίχου. Ενεφανίσθη και το πορτραίτο του πρωταγωνιστού νέας προαναγγελομένης ταινίας, με τα χαρακτηριστικά του προσώπου του φρικωδώς συνεσπασμένα, τας χείρας συμπεπλεγμένας επί του στήθους, με τους οφθαλμούς γουρλωμένους εναγωνίως ως εάν είχε καταπιή αιγυπτιακήν καρύδαν...».

Αντίστοιχα καυστικό κι ένα χρονογράφημα στα Μακεδονικά Νέα σχολίαζε την αναμενόμενη δημιουργία εγχώριων, κινηματογραφικών σταρ: «[...] Αλλ’ αν αυτό το καλό και άλλα πολλά θα έχη η ανάπτυξις της ελληνικής κινηματογραφικής βιομηχανίας, θα έχη όμως και ένα κακό: Δεν θ’ αφήση δακτυλογράφον εις την μηχανήν, μοδιστρούλαν εις το ατελιέ, υπηρέτριαν εις την κουζίναν και κανέναν νεαρόν πτωχόν διάβολον εις τα έργα του επαγγέλματός του. Διότι δεν υπάρχει συνοικοιακόν κοριτσόπουλον και νεαρός νταγκλαράς, που να μη θεωρή εαυτόν ως γεννημένον δι’ αστέρα του κινηματογράφου!»

Απάντηση στις αρνητικές κριτικές έδωσε ο σεναριογράφος, Λάμπρος Αστέρης, με άρθρο του στην Εσπερινή. Συνοψιζόταν σε μια φράση του Γερμανού ποιητή Σίλερ: «Αν δεν μπορείς ν’ αρέσεις σ’ όλους με τις πράξεις σου και με το έργο σου, προσπάθησε ν’ αρέσεις στους λίγους». Με άλλα λόγια: «Αφού το σκηνικόν αυτό έργον προκαλεί τόσον κόσμον, σημαίνει ότι αρέσει και διά ν’ αρέση σημαίνει ότι επέτυχεν, οι δε επικριταί του αντιπροσωπεύουν τους ολίγους διά τους οποίους θα έπρεπε να καταβληθή προσπάθεια ν’ αρέση το έργον, εάν δεν ήρεσεν εις τους πολλούς! Αλλά το έργον αρέσει εις τους πολλούς και συνεπώς ούτε της προσπαθείας αυτής δεν υπάρχει ανάγκη. Οι επικριταί ας μείνουν με τους συνειθισμένους ολίγους [...]»!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου