«Αστέρω»

Η πιο πετυχημένη από τις πέντε ελληνικές ταινίες που προβλήθηκαν το 1929, ήταν η «Αστέρω», μια ακόμη παραγωγή της «Νταγκ φιλμ». Η κριτική που είχε ασκηθεί στο «Λιμάνι των δακρύων», ότι το σενάριό του δεν θύμιζε Ελλάδα, φαίνεται πως έπεισε τους αδερφούς Γαζιάδη να δοκιμάσουν κάτι διαφορετικό και τελικά δεν τους βγήκε σε κακό από επιχειρηματικής άποψης.

«ΜΙΑ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΑΙΝΙΑ ΣΤΗ ΣΤΑΝΗ, ΣΤΑ ΘΥΜΑΡΙΑ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΒΟΣΚΟΤΟΠΙΕΣ» ήταν ο τίτλος του ρεπορτάζ, που φιλοξενούσε η Πατρίς στις 07.04.1929 διαφημίζοντας την ολοκλήρωση των γυρισμάτων, δυο βδομάδες πριν την προβολή της ταινίας στη μεγάλη οθόνη. Εκστασιασμένος από το βουκολικό θέμα της νέας ταινίας, ο δημοσιογράφος σημείωνε:
«Πόσο ενδιαφέρον δεν κλείνει μέσα της η ζωή της επαρχίας, η ζωή του χωριού. Μακρυά από την πεζότητα της πρωτευούσης, στα ελληνικά χωριά, εκεί όπου το θυμάρι χύνει ακόμα τη μοσκοβολιά του και τα πρόβατα κοπαδιαστά κοπαδιαστά αργοσαλεύουν πάνω στον πράσινο τάπητα της φύσεως και πόσα δεν συμβαίνουν. Πόσα ειδύλλια δεν πλέκονται τριγύρω από τις στάνες, στα στανοτόπια, κάτω από τις οξιές και τα έλατα, πόσα τσομπανόπουλα, τσελιγκάδες, δεν σκλαβώνονται από πανώρηες βοσκοπούλες και πόσα αγνά αισθήματα δεν πλημμυρίζουν τις νεανικές καρδιές!».

Η ιστορία της «Αστέρως» είναι λίγο-πολύ γνωστή. Ένα εξίσου πετυχημένο κινηματογραφικό ριμέικ θα γυριζόταν ύστερα από τριάντα χρόνια με πρωταγωνίστρια την Αλίκη Βουγιουκλάκη, όμως υπήρχαν σημαντικές διαφορές στην ιστορία. Αυτό ήταν το σενάριο της ταινίας του 1929εμπνευσμένο από τους στίχους μιας Γερμανίδας ποιήτριας: «Όλα άλλαξαν στην Ελλάδα/ Όλα τ’ άλλαξε ο καιρός/ Και δεν άλλαξε μονάχα/ Το κοπάδι κι ο βοσκός».
Σ' ένα καταπράσινο χωριό της Πελοποννήσου, στις πλαγιές του πολυτραγουδισμένου Χελμού, ζει στα κτήματά του ο πλούσιος χωρικός κυρ-Μήτρος με το γιο του, Θύμιο, και την ψυχοκόρη του, Αστέρω. Οι χωριάτες όμως λένε πολλά για το φιλάργυρο γέρο, που κανένας δεν ξέρει πώς από επιστάτης, που ήτανε στο κτήμα ενός πλουσίου Αθηναίου, βρέθηκε έξαφνα αφέντης.
Ανάμεσα στα δυο παιδιά, τον Θύμιο και την Αστέρω, που ανατράφηκαν μαζί, γεννήθηκε μια αδελφική συμπάθεια, που σιγά-σιγά άρχισε να γίνεται ένα ζωηρό αίσθημα. Η Αστέρω, που ο κακός γέρος την κακομεταχειριζόταν μ' ένα σκληρότατο τρόπο σαν να ήθελε να τη βγάλει από τη μέση, δεν είχε άλλο φίλο στην ζωή της από τον Θύμιο. Σ' αυτόν έλεγε όλα τα παράπονά της και σ' αυτόν έβρισκε παρηγοριά και ελπίδα. Μα ο κυρ-Μήτρος έβλεπε με κακό μάτι το αίσθημα αυτό των παιδιών. Και μια μέρα, που τους έπιασε να κρυφομιλούν, φώναξε το γιο του και του είπε καθαρά πως αν έχει βάλει στο νου του να πάρει γυναίκα του «αυτή τη νόθα», που τη μάζεψε απ' το δρόμο, να το ξέρει πως θα τον αποκληρώσει.
Η Αστέρω, που άκουσε τα λόγια αυτά κάτω από το ανοιχτό παράθυρο, παίρνει την απόφαση να θυσιάσει την αγάπη της για το καλό του αγαπημένου της και να τον αφήσει να ζήσει ευτυχισμένος με τον πατέρα του. Και μια μέρα, έξαφνα, πνίγοντας τον πόνο της, του λέει πως δεν τον αγαπάει πια, γιατί αγαπάει έναν άλλο.
Ήταν η εποχή που τα τσελιγκάτα κατέβαιναν από τα βουνά στα χειμαδιά. Και η Αστέρω, την οποία είχε ερωτευθεί ο αρχιτσέλιγκας Στάμος, που είχε νοικιάσει για ξεχειμώνιασμα τα λιβάδια του κυρ-Μήτρου, αποφάσισε να γίνει γυναίκα του και να φύγει μαζί του, αφήνοντας όμως πίσω την καρδιά της, στα μέρη που γνώρισε την πρώτη της αγάπη. Παντρεύεται με βαριά καρδιά τον αρχιτσέλιγκα και φεύγει, χωρίς ο Θύμιος να γνωρίζει την τραγική της θυσία. Και ζει ευτυχισμένη με τον άντρα της, που την αγαπάει, πάνω στα βουνά, χωρίς να ξεχνάει τον αγαπημένο της, ενώ εκείνος μαραίνεται απ' τον καημό στην ερημιά του, βρίσκοντας παρηγοριά στη φλογέρα του και στο παλιό τραγούδι, που τόσο αγαπούσε η Αστέρω. Μα η ευτυχία της Αστέρως δεν κράτησε πολύ. Ο άντρας της σκοτώθηκε μια παραμονή της Λαμπρής κι εκείνη, έρημη και ξένη, παίρνει μισότρελη τα βουνά.
Ο κυρ-Μήτρος, βλέποντας το γιο του να μαραίνεται, μετανοεί για το κακό που έκανε και αποφασίζει να εξομολογηθεί στο παιδί του το φριχτό του μυστικό. Του διηγείται πώς βρέθηκε η Αστέρω στα χέρια του, του λέει ότι τα κτήματα όλα είναι της Αστέρως και πως αυτός ζήτησε να τη βγάλει από τη μέση, για να της πάρει την περιουσία. Ο Θύμιος, μολονότι έχει ακόμα την ιδέα ότι η Αστέρω τον άφησε για την αγάπη του αρχιτσέλιγκα, δεν θέλει το άδικο. Τα χρήματα πρέπει να τα πάρει η αδικημένη Αστέρω κι αυτός ας μείνει φτωχός. «Πάμε να τη βρούμε» του λέει ο πατέρας του, μετανιωμένος για την αμαρτία του.
Εκείνη την ημέρα είχε φτάσει στο χωριό και η είδηση του σκοτωμού του τσέλιγκα. Και ξεκινάνε πατέρας και γιος και γυρεύουν τη χαμένη την Αστέρω. Με τα πολλά τη βρίσκουν σ' ένα καλύβι που την είχαν περιμαζέψει, μα η Αστέρω δεν γνωρίζει κανένα. Την παίρνουν και τη σέρνουν κάτω στο κτήμα, με την ελπίδα ότι ξαναβλέποντας τα αγαπημένα της μέρη που μεγάλωσε, μπορεί να συνέλθει. Μια μέρα ο Θύμιος, παίρνοντας τη φλογέρα του, της τραγουδά αφήνοντας να ξεχειλίσει όλος ο καημός της αγάπης του, το παλιό αγαπημένο της τραγούδι. Η Αστέρω συνέρχεται, θυμάται, καταλαβαίνει. Κι ο γέρος ευλογεί τους γάμους...

Το σενάριο έγραψε ο Παύλος Νιρβάνας, ουσιαστικά διασκευάζοντας τη «Ραμόνα», μια αμερικανική ταινία που είχε προβληθεί νωρίτερα και στην Ελλάδα με μεγάλη επιτυχία. Η σκηνοθεσία έγινε από τον Δημήτρη Γαζιάδη. Τους τέσσερις βασικούς ρόλους ενσάρκωσαν οι:
Αλίκη Θεοδωρίδου ......
Αστέρω
Κώστας Μουσούρης ....
Θύμιος
Δημήτρης Τσακίρης .....
Στάμος
Αιμίλιος Βεάκης ...........
κυρ Μήτρος

Η Αλίκη με τον Μουσούρη, που ήδη αποτελούσαν ζευγάρι τόσο στο σανίδι όσο και στην ζωή, θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπήρξαν το πρώτο καλλιτεχνικό ζευγάρι στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου. Ο δε Βεάκης ήταν κάτοχος ενός εντυπωσιακού ρεκόρ, καθώς είχε συμμετάσχει στις μισές ελληνικές ταινίες (τρεις στις έξι) που βγήκαν στις κινηματογραφικές αίθουσες μέσα σε μια χρονιά και μάλιστα προβλήθηκαν η μία μετά την άλλη. Πάντως, στην «Αστέρω» ο ρόλος του ήταν σαφώς πιο μεγάλος και πιο σημαντικός σε σχέση τόσο με το «Λιμάνι των δακρύων» όσο και με τη «Μαρία Πενταγιώτισσα».

Τα γυρίσματα της ταινίας διήρκεσαν από τις 8 μέχρι τις 31 Μαρτίου και πραγματοποιήθηκαν κατά τα τρία τέταρτα σε τοπία της Πελοποννήσου: στο Χελμό, στα νερά της Στυγός, στο Μέγα Σπήλαιο, στον οδοντωτό σιδηρόδρομο των Καλαβρύτων, στο Διακοφτό, στην Ζαχλορού, στο Μεσορούγι, στο Σόλο, στα Σουδενά, στη Μάζη, στη Φτέρη κλπ.

Ένα δημοσίευμα εμφάνιζε ως συμμετέχοντα το μεγαλύτερο σε ηλικία κομπάρσο, όχι μόνο στα ελληνικά αλλά και στα παγκόσμια κινηματογραφικά χρονικά. Αναφερόταν κάποιος γερο Πριονάς από τη Φτέρη, ο οποίος ούτε λίγο ούτε πολύ φερόταν ως ηλικίας 126 ετών, «του οποίου το παιδί ζει και είναι 102 χρονών, όπως και το αγγόνι του που είναι 60 και το δισέγγονό του που αριθμεί τα 35 χρόνια της ζωής του»! Μάλιστα, είχε συμβεί κι ένα σοβαρό περιστατικό με τα σκυλιά του. Όταν οι ηθοποιοί της ταινίας πλησίασαν κοντά στα πρόβατα του Πριονά, τα τσομπανόσκυλα χύμηξαν να τους επιτεθούν. Εκείνος έσπευσε ακούγοντας τις φωνές του συνεργείου, ενώ καθησύχασε τα σκυλιά προσφέροντάς τους γάλα! Μάλλον δύσκολα ένας άνθρωπος 126 ετών θα είχε τέτοια ζωτικότητα, οπότε το «ρεκόρ» θα πρέπει να θεωρηθεί αποκύημα φαντασίας!

ΠΡΟΒΟΛΕΣ

Η πρεμιέρα της «Αστέρως» δόθηκε στις 22 Απριλίου 1929 στο «Σπλέντιντ», όπου και συνέχισε να προβάλλεται μέχρι την 1η Μαΐου (Μ. Τετάρτη), ενώ μετά το Πάσχα συνέχισε σε συνοικιακούς κινηματογράφους της πρωτεύουσας. Μεταξύ των θεατών ήταν και ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οποίος στις 25 Απριλίου παρακολούθησε την ταινία από ειδικά διασκευασμένο θεωρείο, εξέφρασε την ικανοποίησή του, συνεχάρη τους αδερφούς Γαζιάδη και υποσχέθηκε μέτρα για την ενίσχυση της ελληνικής, κι­νηματογραφικής βιομηχανίας. Εκείνο όμως που δικαιολογημένα τον εντυπωσίασε περισσότερο ήταν ότι μετά το τέλος του έργου παρακολούθησε επί της οθόνης την ταινία της εισόδου του στο «Σπλέντιτ», η οποία είχε ετοιμαστεί μέσα σε μισή μόλις ώρα, αποτελώντας ρεκόρ ταχύτητας κατασκευής!

Στη Θεσσαλονίκη, η «Αστέρω» έκανε πρεμιέρα στις 20 Μαΐου στο «Παλλάς». Τεράστια επιτυχία σημείωσε στην παροικία της Αλεξάνδρειας, όπου προβλήθηκε από τις 30 Μαΐου και για δύο εβδομάδες στον κινηματογράφο «Αμέρικαν Κοσμογράφ». Μάλιστα, στην πρεμιέρα παρευρέθηκαν ο σκηνοθέτης της ταινίας και τρεις από τους πρωταγωνιστές - έλειπε μόνο ο Τσακίρης.

Το Μάιο του 1930, όταν πλέον ο ομιλών κινηματογράφος είχε ήδη εισβάλει στις ζωές των θεατών και οι ελληνικές ταινίες προσπαθούσαν δειλά να αντεπιτεθούν, η «Αστέρω» επαναπροβλήθηκε στην Αθήνα «ηχητική και άδουσα» («Αττικόν» από 19.05.1930). Η επεξεργασία έγινε στη Γαλλία κι αυτός ήταν ένας κρίσιμος λόγος, που η ταινία προβλήθηκε αρκετές φορές στη χώρα αυτή: π.χ. στις αρχές του 1931 και το Φεβρουάριο του 1932, με τον τίτλο «Astéro, la bergère» και πάντα με τη διευκρίνηση ότι ήταν «η πρώτη ελληνική ταινία, η επεξεργασία της οποίας έγινε στη Γαλλία».

Το 1934 η «Αστέρω» προβλήθηκε για πρώτη φορά στους Έλληνες της Νέας Υόρκης (από τις 06.10 στο «5th Avenue Theater»). Η επιτυχία ήταν τόσο μεγάλη, ώστε ακόμη και μετά από δέκα μέρες προβολών η αίθουσα ήταν ασφυκτικά γεμάτη – και με 500 θεατές όρθιους! Μεγάλη επιτυχία σημείωσε η ταινία και μεταξύ των Ελλήνων του Σικάγο, όπου σε μια Κυριακή φέρονταν να την είχαν παρακολουθήσει 1.000 άτομα.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Οι κριτικές ήταν διθυραμβικές. Άλλωστε, το ελληνικότατο σενάριο - έστω κι αν ήταν διασκευή ενός ξένου - σε συνδυασμό με την τεχνική αρτιότητα της «Νταγκ φιλμ» αποτελούσαν τον ιδανικό συνδυασμό. Αρνητικά σχόλια δεν υπήρξαν ή ήταν δευτερεύουσας σημασίας.

Η Βραδυνή έκανε λόγο για «ένα πραγματικόν ποίημα με εικόνες της ελληνικής φύσεως»· «επί τέλους μίαν πραγματικήν ελληνικήν ταινίαν», καθώς ο Γαζιάδης «κατενόησε την αδυναμίαν των προηγούμενων ταινιών του... και εβγήκεν εις το ύπαιθρον, το μοναδικόν ελληνικόν ύπαιθρον».

Η Πρωία συμφωνούσε ότι η επιτυχία της ταινίας οφειλόταν στη «λαμπρά έμπνευση» του Γαζιάδη να τη γυρίσει εξ ολοκλήρου στην ελληνική ύπαιθρο και όχι σε στούντιο. Η εφημερίδα φιλοξένησε την κριτική και του Λέοντα Κουκούλα, ο οποίος αντιπαρέβαλε την «αναμφισβήτητη» επιτυχία της «Αστέρως» με την «αποτυχία» των προηγούμενων ταινιών της «Νταγκ», συνιστώντας στους αδελφούς Γαζιάδη να συνεργάζονται με συγγραφείς που «έχουν την δύναμιν να προσφέρουν κάτι, που να μην είνε ούτε πρόχειρον, ούτε βάναυσον, ούτε τυχαίον», όπως ο Νιρβάνας. Και παρά το «κάπως άτεχνο» μακιγιάζ της Αλίκης Θεοδωρίδη (που «έκανε σκληρά τα χαρακτηριστικά της») ή το «λίγο κοσμικό» παίξιμο του Μουσούρη, ο Κουκούλας εκτιμούσε ότι οι ηθοποιοί με επικεφαλής τον Βεάκη έπαιξαν «πολύ τεχνικά και συγκρατημένα».
[Γενικότερα, ο Κουκούλας θεωρούσε ότι ο κινηματογράφος «είνε θέατρο κατωτέρου είδους... ένα βιομηχανικόν είδος... η δε επικράτησις του αποτελεί φαινόμενον άξιον πολλής προσοχής», αφού «δεν είνε τέχνη»!]

Σύμφωνα με την Εσπερινή, η ταινία συνιστούσε «το αρτιώτερον σύνολον που θα μπορούσε να φαντασθή κανείς και που τιμά ομολογουμένως τόσον τον συγγραφέα και τον ρεζισέρ, όσον και τους εκτελεστάς του έργου». Η εφημερίδα μετέφερε την άποψη και ενός ξένου δημοσιογράφου, ο οποίος φερόταν να την περιγράφει ως «ένα μικρό αριστούργημα. Θα ωφελήση τόσον την Ελλάδα, που θα κάμη γνωστή την ομορφιά των τοπείων της, όσον δε θα έφθανε πέντε ετών συστηματική προπαγάνδα να επιτύχη». Και με αφορμή το σχόλιο αυτό, η φανατικά αντιβενιζελική εφημερίδα εξαπέλυε επίθεση κατά του κράτους, που ούτε επιχορηγήσεις έδινε στις κινηματογραφικές εταιρίες ούτε εφάρμοζε το νόμο περί προστατευτικών δασμών εγχωρίου βιομηχανίας για τις ελληνικές ταινίες.

Για ένα φιλμ «ευπρόσωπο και ελληνικό» χωρίς «εξωφρενισμούς και αδεξιότητες» των προηγούμενων ταινιών έκανε λόγο ο Πέτρος Χάρης στην Ελληνική. Το σενάριο ήταν «μια ιστορία απλή», που βοηθούσε το σκηνοθέτη να παρουσιάσει «τις χαρές, τις λύπες, τις προλήψεις, τις αρετές και τις κακίες του χωριάτη, και μαζί μ’ αυτές το ελληνικό τοπείο σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια». Αυτό πέτυχε κυρίως στα δυο πρώτα μέρη «με πολύ γνώση και γούστο», ενώ κάποιες «περιττές» σκηνές ή σκηνές που θα έπρεπε «να έχουν αναπτυχθεί περισσότερο», δεν αλλοίωσαν την «αγαθή εντύπωση» από το συνολικό αποτέλεσμα. Ο Βεάκης «έδωσε θαυμάσια έναν τύπο χωριάτη σκληρού και πονηρού». «Πολύ καλά» έπαιξαν η Θεοδωρίδη και ο Μουσούρης, όμως «δεν εφρόντισαν να είνε λιγώτερο «ωραίοι» και περισσότερο παιδιά της στάνης».

Κατά την Εστία, η ταινία «υπερέβαλε την καλήν της φήμην», ενώ ήταν το πρώτο ελληνικό φιλμ που παρουσίασε «ένα άρτιον σύνολον, ως φωτογράφησις, ως σύνθεσις και ως σκηνοθεσία».

Για τον «Ω.» (και πάλι μέσω της Εστίας) τέσσερα ήταν τα βασικά πλεονεκτήματα της «Αστέρως», που την καθιστούσαν την «πρώτη καλή Ελληνική ταινία»: το σενάριο ανατέθηκε σ’ έναν «λόγιον πραγματικόν, εις άνθρωπον με γούστο και με Ελληνικήν αντίληψιν» όπως ο Νιρβάνας, όλη η ιστορία τοποθετήθηκε σ’ ένα «από τα ωραιότερα Ελληνικά πλαίσια» όπως ο Χελμός («με της χιονισμένες κορφές του, με της απότομες χαράδρες, με τους καταρράκτας και τα ποτάμια του, με της στάνες και τα χειμαδιά του, με το γραφικώτατον Μέγα Σπήλαιον», τοπία που «ασφαλώς θα εζήλευαν και οι Αμερικανοί και οι Ευρωπαίοι κινηματογραφισταί»), οι ηθοποιοί «αισθάνονται και αγαπούν την υπόθεσιν που παίζουν» (από την Αλίκη που επέδειξε «εξαιρετικά προσόντα φωτογενείας και κινηματογραφικής ηθοποιίας» μέχρι τους κομπάρσους, που έπαιξαν «με φυσικότητα και επιτυχίαν που δεν θα εσημείωναν ίσως επαγγελματίαι ηθοποιοί»), ενώ έλειψαν οι «πρόστυχες» σκηνές προηγούμενων ταινιών (τα καφέ-αμάν, οι χοροί της κοιλιάς, τα παρατεταμένα φιλιά κλπ.).

Η Πατρίς αναφωνούσε με ενθουσιασμό: «Είδομεν φως. Με την "Αστέρω" έχομε επί τέλους ένα ευπρόσωπο, ένα σχετικώς άρτιον, ένα καλό φιλμ... Εκείνο που θα έπρεπε να έχη υπ' όψει του όποιος θα ανελάμβανε να γράψη την ιστορία του κινηματογράφου εις την χώραν μας είνε ότι θα έπρεπε να λησμονήση πρώτ' απ' όλα το κάθε τι που προηγήθη... και τούτο για τον πολύ απλό λόγο του ότι η "Αστέρω" δεν είνε ένας απλούς σταθμός, είνε ένα πραγματικόν σημείον αφετηρίας».
Επισημάνθηκαν κάποια μειονεκτήματα, όπως «η καταφανώς βεβιασμένη υπερρωμαντική που το διαπνέει... ώστε σε πολλά μέρη να φθάνη εις την απιθανότητα για να μη πούμε εις το γλυκανάλατο» ή η κάπως βεβιασμένος, αν όχι αναληθοφανής»αναπαράσταση του θανάτου του τσέλιγκα Στάμου: «Ένας τσέλιγκας που ξεγλιστρά από ένα βράχο όπως ένα μοδιστρώνι που πατά καρπουζόφλουδα σε αθηναϊκό πεζοδρόμιο».
Τα σχόλια για την ερμηνεία της Αλίκης ήταν διθυραμβικά: «Το κορύφωμα όμως της μαεστρίας, το μέτρον της αρτίας εκτελέσεως μας το έδωσε η τόσο νεαρά, αλλά και τόσο μεγάλη καλλιτέχνης κ. Αλίκη. Θα ήτο δύσκολο να αποφανθή κανείς σε ποιάν σκηνή η κ. Αλίκη ήτο ανωτέρα εαυτής, όπως θα ήτο δύσκολον να πη αν είνε προτιμότερον να μην ξαναγυρίση στο πάλκο του ζωντανού θεάτρου για να μείνη αποκλειστικά στην... οθόνη. Το βέβαιον είνε ότι, με περισσότερα μέσα, η κ. Αλίκη θα μπορούσε ήδη να διεκδικήση επιτυχώς την πρώτην σειράν μεταξύ των πρώτου μεγέθους παγκοσμίων αστέρων της οθόνης». Παράλληλα ο Βε­άκης «υπερέβη εαυτόν», ενώ οι Μουσούρης και Τσακίρης αποδείχτηκαν «άξιοι παρτεναίρ», υποδυόμενοι τους ρόλους τους «με θαυμαστήν μαεστρίαν».

Για την «πρώτη καλή Ελληνική ταινία ακριβώς επειδή έγινε επάνω εις βάσιν ορθήν και υγιά» έκανε λόγο ο Γ. Λαμπρίδης στον Ημερήσιο Τύπο εξυμνώντας την ελληνική φύση με «το λαμπρούν, χρυσούν φως» και «τα ωραιότατα τοπεία της, που είναι σαν πραγματοποιημένα γιγάντια και υποβλητικώτατα όνειρα του πειο απαιτητικού και ιδιοτρόπου σκηνοθέτου του Χόλυγουντ». Ωστόσο επέκρινε τον οπερατέρ για το «πολύ φτωχό» θέαμα κατά την παρουσίαση τμήματος της διαδρομής του σιδηροδρόμου Καλαβρύτων.
Η Αλίκη έμοιαζε «κάπως Παριζιάνα στης σύμμετρες αβρές κινήσεις της, στην λεπτή της μορφή», αλλά «φτωχή σε εκφραστικότητα». Ο Μουσούρης ήταν «αρκετά άνθρωπος πόλεων με το πολιτισμένο στοματάκι του και την έλλειψιν του θάρρους να εμπιστευθή εις την ορμητική, απότομη χειρονομία και την κίνηση του παιδιού του χωριού του Χελμού». Ο Βεάκης έπαιζε «χωρίς να βιάση, χωρίς να υπερβάλη τεχνιτά την συγκίνησί του», είχε μια «ωραία αλήθεια» στην απλότητα του παιξίματός του και «δυνατές» στιγμές. Αντίθετα ο Τσακίρης, που μέσα σ’ ένα χρόνο πρωταγωνίστησε σε τρεις ταινίες, «δεν φαίνεται ικανός να αισθανθή κανένα αίσθημα με θερμότητα, ακόμη περισσότερο την βάρβαρη, ολοδύναμη αγάπη του αρχιτσέλιγκα».

Θετικός ο απολογισμός και από τον κριτικογράφο της Πολιτείας, ο οποίος εκτιμούσε ότι ο θεατής θα ικανοποιηθεί «όσο σπανίως ικανοποιήται από τα μεγάτιτλα ξένα έργα», ενώ επίσης «θα ενθουσιασθή, θα συγκινηθή, θα θαυμάση». Η Αλίκη Θεοδωρίδου περιγραφόταν ως «ένα διαμάντι της οθόνης, που με την πρώτην φοράν που έπαιξε, αβίαστα άφισε όλη του τη λάμψι να φωτίση, σαν πολύπειρος ηθοποιός του κινηματογράφου, σαν μελετημένη καλλιτέχνις, σαν καλλιτέχνις πραγματικά μεγάλη». Λίγα ήταν τα μειονεκτήματα: π.χ. η σκηνή του γάμου θα μπορούσε να διαρκέσει περισσότερο ή το πανηγύρι, όπου γνωρίστηκαν ο τσέλιγκας και η Αστέρω, θα μπορούσε να μην έμοιαζε με Κυριακάτικο εκκλησίασμα.

Σύμφωνα με το Έθνος, η επιτυχία της «Αστέρως» κινητοποίησε «πλήθος λογίων», που φιλοδοξούσαν να μιμηθούν τον Νιρβάνα (αν και «λογίους θεωρούν εαυτούς και αλλήλους πάντες οι γνωρίζοντες, ενίοτε δε και οι μη γνωρίζοντες, γραφήν και ανάγνωσιν Έλληνες»). Η εφημερίδα μετέφερε κι ένα σχόλιο του Ελευθερίου Βενιζέλου, ότι «εφ’ όσον διά το ελληνικόν φιλμ συνεργάζονται Έλληνες ακαδημαϊκοί και Έλληνες καλλιτέχναι, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι και του ελληνικού τοπίου θα γίνη καλή εκμετάλλευσις και των ελληνικών ηθών και εθίμων τελεία αναπαράστασις»

Ένα αποτέλεσμα «καθ' όλα άρτιον» είδε η Μακεδονία σημειώνοντας ότι «η ωραία υπόθεσίς του εν συνδυασμώ με το καλόν παίξιμον των ηθοποιών και την τεχνικήν φωτογράφησιν των σκηνών καθιστά το φιλμ αυτό της Νταγκ το καλλίτερον απ' όσα έχουν γυρισθή έως τώρα εις την Ελλάδα».

Η εφημερίδα Ταχυδρόμος της Αλεξάνδρειας περιέγραψε μια «θαυμάσια» ταινία, που «υπερέβη... πάσαν προσδοκίαν εις το τεχνικόν μέρος ως και εις το ζήτημα διαυγείας, φωτός και σταθερότητος εις την προβολήν». Ο δε νεοϋορκέζικος Εθνικός Κήρυξ νοσταλγούσε: «Οι παλαιοί θα ενθυμηθούν .. την παληά πατρίδα και τη ζωή του μακρυνού χωριού, τα δε παιδιά της νέας γενεάς θα λάβουν μια ιδέα της Ελλάδος με όλες της ευμορφιές και της χάρες της».

Κι ένα εγκωμιαστικό σχόλιο για την «Αστέρω» από τη γαλλική εφημερίδα L' Ouest-Èclair το Φεβρουάριο του 1932: «Μία από τις βασικές αρετές αυτού του ωραίου φιλμ είναι ακριβώς η αντίθεση ανάμεσα σε μια φύση χαμογελαστή, λαμπερή, γενναιόδωρη και στο συγκινητικό σενάριο που ξεδιπλώνεται. Μία φωτογραφία αξιοσημείωτη, τοπία απόλυτης ομορφιάς, από τις γωνιές των βουνών, η καθεμιά των οποίων σχηματίζει έναν πραγματικό πίνακα, μέχρι τις ασύγκριτες εικόνες από το μοναστήρι του “Μεγάλου Σπηλαίου”, που ανεγειρόμενο ως βράχος ανάμεσα σε βράχους δίνει την εντύπωση ενός απλησίαστου και άγριου μεγαλείου».

Πηγές:
Δημοσιεύματα των εφημερίδων Η Βραδυνή, Έθνος, Ελληνική, Εσπερινή, Εστία, Ημερήσιος Τύπος, Πατρίς, Πολιτεία και Πρωία τον Απρίλιο 1929, Μακεδονία (Μάιος 1929), των ελληνοαμερικανικών εφημερίδων Εθνικός Κήρυξ (Οκτώβριος 1934) και Saloniki-Greek Press (Σεπτέμβριος 1935), της αλεξανδρινής Ταχυδρόμος-Ομόνοια (Μάιος 1929) και των γαλλικών εφημερίδων Les Spectacles (Αύγουστος 1931) και L' Ouest-Èclair (εκδόσεις Ρεν και Νάντ τον Δεκέμβριο 1931 και Φεβρουάριο 1933 αντίστοιχα).

ΕΠΟΜΕΝΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: «25 Μαρτίου 1821» («Το λάβαρον του 21»)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου