Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1945-49. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1945-49. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

«Δυο τραγούδια στην Ελλάδα»

Η πρώτη ελληνική ταινία με σενάριο που προβλήθηκε μετά την απελευθέρωση της χώρας από τη γερμανική κατοχή, ήταν ένα μουσικό σορτ με τίτλο «Δυο τραγούδια στην Ελλάδα» σε σκηνοθεσία Γιάννη Χριστοδούλου, ο οποίος ήταν παραγωγικότατος τη δεκαετία του ’40. Πρωταγωνιστούσαν οι Πέτρος Επιτροπάκης, Ρένα Κοτοπούλου, Γιάννης Αποστολίδης, Λάζαρος (Λαλάς) Ιακωβίδης, ο μικρός Βυζάντιος και άλλοι καλλιτέχνες. Τους στίχους των τραγουδιών είχε γράψει ο συγγραφέας Αιμίλιος Σαββίδης, ενώ τη μουσική συνέθεσε ο Μηνάς Πορτοκάλλης.

Οι προβολές ξεκίνησαν στους κινηματογράφους «Ρεξ» και «Άστυ» στις 19 Φεβρουαρίου 1945, ενώ συνεχίστηκαν και την επόμενη εβδομάδα μόνο στο «Άστυ». Ωστόσο, αξίζει να επισημανθεί ότι η ταινία φερόταν έτοιμη ήδη από το Μάρτιο του 1944, όπως ενημέρωνε δημοσίευμα του περιοδικού Καλλιτεχνικός Κόσμος (11.03.1944), χάρη στο οποίο γνωρίζουμε ότι η υπόθεσή της στηριζόταν «στις ομορφιές του τόπου μας και στην αληθινή αγάπη του Έλληνος προς την πατρίδα του». Μάλιστα, σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα, όσοι παρακολούθησαν τότε τη δοκιμαστική προβολή εκφράζονταν «μετ’ ενθουσιασμού» και διατείνονταν ότι «το σορτς αυτό είναι η πρώτη ελληνική ταινία που θα είναι ο πρόδρομος πολλών άλλων που θα γυρισθούν εις το μέλλον και θα έχουν πιθανότητας ντουμπλαρίσματος εις άλλας γλώσσας».

Τέλος, για την ταινία γνωρίζουμε επίσης ότι προβλήθηκε και στην Κύπρο –τουλάχιστον τον Ιούλιο του 1946, αλλά και στα μέσα Απριλίου 1953 («Μαγικό Παλάτι», Λευκωσία»). Προβολές έχουν επιβεβαιωθεί επίσης στην Καρδίτσα (Απρίλιος 1946), στο Ηράκλειο (Νοέμβριος 1946, Αύγουστος 1951 και Ιούνιος 1955) και την Πάτρα (Οκτώβριος 1951).






  

«Εξόρμησις»

 Στις 26 Μαρτίου 1945 ξεκίνησε η προβολή της ταινίας «Εξόρμησις», παραγωγή της εταιρίας «Ηρώ φιλμ» σε σκηνοθεσία Γιάννη Χριστοδούλου στους κινηματογράφους «Ρεξ» και «Ορφεύς». Επρόκειτο για μια ταινία που όχι απλά είχε αρχίσει να γυρίζεται πριν τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, αλλά το Σεπτέμβριο του 1940 φερόταν ολοκληρωμένη και διαπραγματευόταν τη μακρά ιστορική διαδρομή του ελληνικού κράτους με αφετηρία την Επανάσταση του 1821 και κατάληξη τη δικτατορία του Μεταξά. Ωστόσο ο πόλεμος και στη συνέχεια η κατοχή άλλαξαν τα σχέδια των δημιουργών.

Οι διαφημίσεις στον τύπο το Μάρτιο του 1945 έκαναν λόγο για μια ταινία «που πρέπει να τη δη κάθε Έλλην», καθώς αποτελούσε «ύμνο για την Ελλάδα» με θέμα την «αθάνατη εποποιία του 1821 και 1940-1941» και πρόβαλε «αυθεντικές εικόνες από την Αλβανία».

Από τις 2 Απριλίου 1945 οι προβολές συνεχίστηκαν για δεύτερη εβδομάδα στους κινηματογράφους «Μοντιάλ» και «Κυβέλης». Στις 23 του ίδιου μήνα ξεκίνησαν οι προβολές στα «Διονύσια» και στα «Ηλύσια» της Θεσσαλονίκης με τις αγγελίες στον τύπο να καλούν τους Θεσσαλονικείς «ανεξαρτήτως ιδεολογίας» να την παρακολουθήσουν με «ακράτητο ενθουσιασμό», όπως είχαν κάνει ήδη 200.000 Αθηναίοι! 

Με επιτυχία προβλήθηκε η «Εξόρμησις» στο Ηράκλειο Κρήτης επί σειρά ημερών το Μάιο του 1946 στον κινηματογράφο «Ηλέκτρα». 

Περιγραφή της ταινίας στην εφημερίδα Το Φως της Θεσσαλονίκης (24.04.1945):

«Δεν πρόκειται για κανένα συνηθισμένο φιλμ. Ούτε για μια από τις πολλές προσπάθειες που γίνονται για να μπη σε κάποιο δρόμο και ο τόσο καθυστερημένος ελληνικός κινηματογράφος. Πρόκειται για μια ζωντανή και εκτάκτως επιτυχημένη αναπαράσταση των επικών αγώνων του έθνους μας για την ελευθερία. Και ο φακός εν προκειμένω μαζύ με την κατάρτισιν των δημιουργών της ταινίας επέτυχαν ένα άθλον, από τους πλέον επαινετούς.

Εις το έργον κυριαρχεί η φουστανέλλα. Κυριαρχεί το καρυοφύλι και το γιαταγάνι και προ παντός η χιλιοϋμνηθείσα αθάνατη ελληνική ψυχή. Οι ήρωες του 21, ο Παπαφλέσσας, ο Διάκος, ο Παλ. Πατρών Γερμανός, ο Καποδίστριας, ο Κανάρης, η Μπουμπουλίνα, οι Σουλιώτισσες, ο Γέρος του Μωρηά, παρελαύνουν εις ωραίας ιστορικάς εικόνας.  Παρελαύνουν ακόμη γραφικές σκηνές χορών και φλογέρας, παρελαύνει ο Λόρδος Βύρων, ο Σολωμός, η εθνική και μεγαλειώδης ιστορία του 1821-27, με τους αγώνας, τα αίματα, τας θυσίας, τα ολοκαυτώματα, την ναυμαχία του Ναυαρίνου, παρελαύνει η Ελλάς η μικράς και υπόδουλη τότε, αλλά μεγάλη την ψυχήν και τον εθνισμόν.

Και έπειτα έρχεται το 40-41 με τους άλλους αγώνας του, τους όχι ολιγώτερον καταπλήξαντας την ανθρωπότητα. Κυριαρχεί και εδώ η δύναμις του έθνους με τόσας εκδηλώσεις επάνω εις τα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας. Και παρελαύνουν προ του φακού τα παιδιά της Ελλάδος, ηρωικά, υπερήφανα, με τα όπλα και τας σημαίας των, με τας μάχας και τας κακουχίας των, με τον θρυλικόν των “αέρα”, διότι αυτό επέτασσε τότε το εθνικόν “όχι”!

Και η ταινία κλείνει με μια ωραία κατάληξη, διότι τερματίζεται ο πόλεμος, πλημμυρίζουν οι δρόμοι από χαρούμενα πρόσωπα, ανεβαίνει και πάλιν υπερήφανη εις το ιστόν της Ακροπόλεως η ελληνική σημαία, η σημαία μας!

Οι σκηνές αυτές, πολλές των οποίων είναι εκ του φυσικού, δίδουν ένα τεράστιο ενδιαφέρον στην ταινία, η οποία εν τω συνόλω της είναι ασφαλώς η ωραιότερη ελληνική δημιουργία. Φωτογραφίαι, σκηνοθεσία, η συμβολή της ωραίας ελληνικής φύσεως, φωνοληψία, μουσική και τραγούδι είναι όλα στοιχεία που προσδίδουν στην ταινία μια μοναδική τελειότητα. Και ασφαλώς η ταινία μπορεί χωρίς καμμιά συστολή να ταξειδεύση στο εξωτερικό και να σταθή με αξιοπρέπεια σ’ οποιοδήποτε μεγάλο κινηματογράφο. Προηγουμένως όμως πρέπει να την δουν όλοι οι Έλληνες. Μικροί και μεγάλοι πρέπει να αντλήσουν τον πολύν ενθουσιασμό που σκορπίζει η ταινία, πρέπει να απολαύσουν τον εθνικόν παλμόν που σκορπούν σε κάθε ελληνική ψυχή οι σκηνές του έργου.

Οι γραμμές αυτές δεν αφορούν την ρεκλάμα της “Εξορμήσεως”. Είναι μια υποχρέωσις προς το εθνικόν περιεχόμενον, την αλήθειαν και την τεχνικήν τελειότητα της ταινίας».




 

«Ραγισμένες καρδιές»

Οι «Ραγισμένες Καρδιές» ήταν μια ταινία της εταιρίας «Ολύμπια Φιλμ» των Δ. Δαδήρα και Ηλία Περγαντή σε σενάριο και σκηνοθεσία του Ορέστη Λάσκου. Ο τίτλος εργασίας την περίοδο των γυρισμάτων ήταν «Το ραγισμένο Βιολί».

Σχετικά με τα γυρίσματα της ταινίας γνωρίζουμε ότι στα μέσα Οκτωβρίου 1943 βρίσκονταν σε πλήρη εξέλιξη στην περιοχή του Χολαργού. Η πρόθεση των δημιουργών ήταν η ολοκλήρωσή τους μέσα στον επόμενο μήνα και η προβολή της τα Χριστούγεννα της ίδιας χρονιάς. Ωστόσο η φωνοληψία άρχισε μόλις στις 3 Ιανουαρίου 1944.

Δεν αποκλείεται κάποιες σκηνές, όπως η αναπαράσταση ενός κωμικού κατορθώματος του κωμικού χαρακτήρα της ταινίας (τον υποδυόταν ο Φραγκίσκος Μανέλης) κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου, να γυρίστηκαν μετά το τέλος της Κατοχής.

«Η βίλα με τα νούφαρα»

Στις 23 Απριλίου 1945 ξεκίνησε να προβάλλεται στο «Ρεξ» η δεύτερη ταινία της «Φίνος Φιλμ», που είχε τίτλο «Η βίλλα με τα νούφαρα» (με αρχικό τίτλο εργασίας «Νύχτα αγωνίας»). Το σενάριο και η σκηνοθεσία ήταν του Δημήτρη Ιωαννόπουλου, η φωτογραφία του Πρόδρομου Μεραβίδη, η μουσική του Χρήστου Κ. Χαιρόπουλου, ενώ τα σκηνικά φιλοτέχνησε ο Μάριος Αγγελόπουλος.

Η υπόθεση είχε ως εξής:

Κοντά στην Αθήνα, σ’ ένα όμορφο χωριουδάκι κατοικεί ο γιατρός Κανδής, που εργάζεται σ’ ένα μεγάλο νοσοκομείο της πρωτεύουσας. Στο ίδιο χωριό πήγαν να περάσουν το καλοκαίρι μέσα στην πολυτελή βίλα τους μια νέα και ωραία κοπέλα, η Ρένα, μαζί με τη θεία της και τον αδελφό της, Λούλη, ο οποίος υποφέρει από την καρδιά του. Η Ρένα, κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στο χωριό, δεν αφήνει τον αδελφούλη της να παίζει με τα χωριατόπουλα, ισχυριζόμενη ότι δεν είναι της σειράς του, πράγμα που στενοχωρεί κατάκαρδα τον Λούλη. Η στάση αυτή της Ρένας, όταν γίνεται γνωστή στο χωριό, γίνεται αφορμή δυσαρέσκειας με το γιατρό Κανδή, ο οποίος είναι γέννημα και θρέμμα του χωριού.

Μια μέρα, ξαφνικά ο ουρανός σκιάζεται από σύννεφα και ξεσπάει μια δυνατή θύελλα. Κατά σύμπτωση, την ίδια μέρα προσβάλλεται ο Λούλης από καρδιακή κρίση και καλείται επειγόντως ο γιατρός Κανδής να προσφέρει τις υπηρεσίες του. Ο γιατρός διαπιστώνει ότι η κατάσταση του Λούλη είναι σοβαρή, αλλά αδυνατεί να του παράσχει οποιαδήποτε βοήθεια, γιατί το χωριό δεν έχει φάρμακα ούτε τηλέφωνο για να τους στείλουν από την Αθήνα. Μία μόνο λύση υπάρχει, να τρέξουν τα χωριατόπουλα και προπαντός ο Λιάς, που είναι δυνατός καβαλάρης, να φέρουν τις ενέσεις και το οξυγόνο που είναι απαραίτητα, για να σωθεί ο μικρός Λούλης.

Ο γιατρός ειδοποιεί τα παιδιά, που μαζεύονται όλα στη βίλα, και τους αναθέτει τη δύσκολη αυτή αποστολή. Τα παιδιά μ’ ενθουσιασμό, αψηφώντας το χαλάζι και τη βροχή, τρέχουν για το γειτονικό Μεταλλείο, για να φέρουν οξυγόνο, ενώ ο Λιάς καβάλα στ’ άλογο κατευθύνεται μέσα στην καταιγίδα στην Αθήνα. Μα, θα προλάβουν άραγε; Έπειτα από μια υπέρτατη προσπάθεια, που καταβάλουν τα ελληνόπουλα αυτά, προσπάθεια στην οποία φαίνεται έκδηλος ο αλτρουισμός και η αυτοθυσία τους, κατορθώνουν και φέρνουν την τελευταία στιγμή τις ενέσεις και  το οξυγόνο και έτσι σώζεται ο μικρός φίλος τους, Λούλης.

Αλλά από δω και μετά αρχίζει ένα τρυφερό ειδύλλιο μεταξύ της υπερήφανης Ρένας, που άλλαξαν πια τα αισθήματά της προς τα χωριατόπαιδα, και του γιατρού, ο οποίος κοντά στα ελαττώματα διακρίνει και πολλά προτερήματα στο πρόσωπο της Ρένας, ειδύλλιο που τερματίζεται με την ένωσή τους!

Πρωταγωνιστούσαν οι Καίτη Πάνου, Δημήτρης Μυράτ, Σαπφώ Αλκαίου, Αλέκος Λειβαδίτης, Χρυσούλα Μυράτ, Περικλής Γαβριηλίδης, Λάουρα, Σωτηρία Ιατρίδου κ.ά., μεταξύ αυτών και επτά πιτσιρίκια σε πρώτους ρόλους.

Από τα παιδιά αυτά, ο Θεόφιλος Ασημακόπουλος εργάστηκε αργότερα ως θυρωρός στο στούντιο της «Φίνος Φιλμ» επί της οδού Στουρνάρα 27.

Στο ρόλο του ξυλοκόπου εμφανίστηκε κάποιος Γεώργιος Πάλλης, για τον οποίο διαβάζουμε σ’ ένα κατά πολύ μεταγενέστερο δημοσίευμα εφημερίδας του Αμαρουσίου ότι με το ρόλο του στην ταινία ξεχώρισε για «τη ρωμαλέα παρουσία του, το αθλητικό του παράστημα και τα νιάτα του», καθώς «με έμπειρο τρόπο περιφρονεί τον επερχόμενο κεραυνό και την καταιγίδα, φαίνεται σα γίγαντας με δύναμη αποκρούσεως της συμφοράς του νερού για το δάσος, που τόσο αγαπάει» (εφημερίδα Αμαρύσια, 19.06.180).

Σύμφωνα με την εφημερίδα Ριζοσπάστης, η βίλα στο Μαρούσι με τις πισίνες, τα πεύκα, τις αλέες και τα στενά δρομάκια, στην οποία γυρίστηκε η ταινία, ήταν προίκα της Καλλιόπης Ιωσηφόγλου το γένος Καρέλλα (της γνωστής οικογένειας βιομηχάνων), βρισκόταν δε εντός του κτήματος Βορρέ (που είχε ήδη κατατμηθεί σε πολλούς ιδιοκτήτες).

Η μισή περίπου ταινία γυρίστηκε την περίοδο της Κατοχής και η άλλη μισή μετά την απελευθέρωση, όπως διακρινόταν και επί της οθόνης. Περισσότερα από τον Χρήστο Χαιρόπουλο, ο οποίος τον Ιούλιο του 1976 θυμόταν μέσω της Αθηναϊκής:

«Άργησε πολύ ο Ιωαννόπουλος να την τελειώση. Επειδή τώρα [σ.σ. μετά την απελευθέρωση] είχε περισσότερα μέσα –λεφτά που τα είχε δώσει με απλοχεριά ο χρηματοδότης της ταινίας και συνέταιρος του Φίνου Χατζηνάκος, άφθονο φωτογραφικό υλικό και, μετά την Κατοχή, άφθονο... φαΐ για όλους!– εννοούσε να γυρίση όσο γινότανε πιο τέλεια της “Βίλλα με τα νούφαρα”. Γύριζε σκηνές, ξαναγύριζε, τις απέρριπτε, τις ξαναγύριζε... Έτσι το γύρισμα βάσταξε ένα χρόνο περίπου. Ήτανε διάρκεια μεγάλη –και για την περίπτωση, καταστρεπτική!

Γιατί οι μισές σκηνές ήτανε γυρισμένες με πεινασμένους ηθοποιούς, οι άλλες μισές με χορτάτους! Αυτό είχε την εξής δραματική επίπτωση: Στις μισές σκηνές η Καίτη Πάνου ήτανε αδύνατη σαν ρέγγα, στις άλλες μισές παχειά σαν γαλοπούλα! Στις μισές σκηνές ο Δημήτρης Μυράτ ήτανε τσίρος, στις άλλες μισές θρεφτάρι! Εκτός από αυτό, στο διάστημα του ενός έτους εμεγάλωσαν και τα παιδιά –η Σόνια Τούντα απέκτησε ελαφρές καμπύλες, ο Θεόφιλος έβγαλε μουστάκι! Και αυτές οι εξελίξεις ήτανε ακόμα πιο καταστρεπτικές για μια άλλη αιτία. Όσοι ασχολούνται με τον κινηματογράφο ξέρουνε ότι οι σκηνές ενός σενάριου δεν γυρίζονται στη σειρά -1,2,3,4,5,6... Αλλά όπως απαιτεί το σκηνικό. Να πούμε: Έχουμε το εσωτερικό ενός σπιτιού. Στήνεται το σκηνικό και εκεί γυρίζονται τα πλάνα που απαιτούν αυτό το σκηνικό ανακατωμένα: 2, 46, 74, 123... Στήνεται το άλλο σκηνικό –το εξωτερικό του σπιτιού κι εκεί γυρίζονται, πάλι ανακατωμένα,  τα πλάνα 3, 47, 75, 124…

Εννοεί κανείς, λοιπόν, τι έγινε με το γύρισμα της “Βίλλας με τα νούφαρα”. Οι μισές σκηνές –κι αυτές ανακατωμένες– είχανε γυριστή με ηθοποιούς πεινασμένους, οι άλλες μισές με χορτάτους –γιατί, εν τω μεταξύ, είχε φτάσει το “Κουρτουλούς”, το τουρκικό καράβι της “ΟΥΝΡΑ” με τα ποθητά τρόφιμα. Έτσι, άνοιγε μια πόρτα η Καίτη Πάνου πετσί και κόκκαλο, κι έμπαινε σ’ ένα δωμάτιο ολοστρόγγυλη! Εμφανιζότανε σε ένα δρόμο ο Δημήτρης Μυράτ ξερακιανός, κι αμέσως έπειτα γινότανε στον διπλανό δρόμο... προγάστωρ! Ή στη μια σκηνή εμφανιζότανε ο Θεόφιλος παιδί, και στην αμέσως επόμενη έφηβος... με μουστάκι, γιατί στο διάστημα του έτους είχε... ανδρωθή!

Αλλά και τα ελαττώματα της “Βίλλας με τα νούφαρα” –όπως και της “Φωνής της καρδιάς”– δεν επηρεάσανε την επιτυχία της. Και η δεύτερη αυτή ταινία του Δημήτρη Ιωαννόπουλου εδημιούργησε ένα δεύτερο θρίαμβο για τον ελληνικό κινηματογράφο. Η “Φωνή της καρδιάς” και η “Βίλλα με τα νούφαρα” αποτελούνε το μεγάλο δίδυμο, ελπιδοφόρο ξεκίνημα του ελληνικού κινηματογράφου! [...]».

Τα δύο τραγούδια που ακούστηκαν στην ταινία, αμφότερα γραμμένα (στίχοι και μουσική) από τον Χρ. Χαιρόπουλο, ερμήνευσαν: το «Τραλαλά!» η Καίτη Παρίτση, η οποία ντούμπλαρε την Καίτη Πάνου, και το «Θά θελα» η Σόνια Τούντα, μία εκ των επτά πιτσιρίκων πρωταγωνιστών. Οι στίχοι τους:

Τραλαλά

Πέρασε η μπόρα, η βροχή, το κακό

κι έσβησε μακριά...

Κι έμεινε η στάλα της διαμαντικό

πάνω στην κουμαριά.

 

Πόσες φορές τέτοια μπόρα γερή

πνίγει και την ψυχή

Κι όμως, ο ήλιος να λάμψει μπορεί

έπειτα απ’ τη βροχή.

 

Τραλαλά! Τραλαλά! Τραλαλαλαλα...

 

Ο ήλιος μας μιλά

τώρα από ψηλά (Τραλαλά! Τραλαλά!)

Δώρα του λαμπρά (Τραλαλά! Τραλαλά!)

Γέλια, φως, χαρά... (Τραλαλά!)

 

Χύθηκαν

μύρα κι ευωδιές (Τραλαλά! )

Πλύθηκαν

τώρα κι οι πλαγιές...

 

Όνειρα τρελά

Οι ηλιαχτίδες απαλά...

Τραλαλά! Τραλαλαλαλα!

 

Θα θελα

Του ζεφύρου αρχίζουν

τα δειλά φιλιά

τώρα να ζαλίζουν

την τριανταφυλλιά.

 

Των πουλιών ζευγάρια

βρίσκουν στα θυμάρια

που μοσκομυρίζουν

πρόχειρη φωλιά.

 

Φως αχνό, κι ασήμια

στόλισαν τη γη.

Τώρα η κάθε ασκήμια

στ’ άνθη θα πνιγεί.

 

Έλαμψαν οι βράχοι

μέσ’ στο δειλινό

κι η ομορφιά μονάχη

θρόνο τώρα θα χει

πάνω στο βουνό...

 

Θά θελα κι εγώ

τώρα να πνιγώ

μέσα στα βελούδα.

 

Νά ταν δυνατό

να γοργοπετώ

σα μια πεταλούδα.

 

Κι όμως κάποια λύπη

μέσα μου βαριά

κι ένα καρδιοχτύπι.

Νιώθω πως μου λείπει

κάτι απ’ την καρδιά...

Τον Ιούλιο του 1976, μέσα από τις σελίδες της εφημερίδας Αθηναϊκή, ο Χρ. Κ. Χαιρόπουλος θυμόταν πώς είχε συνθέσει κομμάτια από το σάουντρακ της ταινίας, αλλά και την ηχογράφησή τους με πρωτόγονα μέσα:

«Η “Βίλλα με τα νούφαρα” στηριζότανε σε μια νύχτα αγωνίας –που για υπόκρουση της είχα γράψει ένα αγωνιώδες «λάιτ-μοτίβ». Ένα άρρωστο παιδάκι εκινδύνευε, ο αέρας σφύριξε, ο γιατρός δεν ερχότανε, τα άλλα παιδιά τρέχανε μέσα στην καταιγίδα να τον βρούνε. Έπειτα όμως ξημέρωνε, ο γιατρός έφτανε, το παιδί σωζότανε –χάππυ εντ...

Εκτός από το μοτίβο για τη νύχτα αγωνίας, είχα γράψει κι ένα “ξημέρωμα μετά την καταιγίδα”. Ο Ιωαννόπουλος έδειχνε σε σύντομα περαστικά πλάνα πεσμένους στύλους, ξεριζωμένα δέντρα, αναστατωμένους δρόμους, κι έπειτα ο ήλιος έλαμπε –χαρά Θεού! Έγραψα μια υπόκρουση όσο γινότανε πιο εκφραστική, για “σεπτέττο” εγχόρδων» -τρία βιολιά, βιόλα, βιολοντσέλλο, κοντραμπάσσο και πιάνο. Βιολιά οι δύο αριστείες της δοξαριάς –ο Φρειδερίκος Βολωνίκης κι ο Βασίλης Σκατζουράκης. Πιάνο ο Αλέκος Γεωργιάδης. Γυρίζουμε το κομμάτι, το ακούμε –οπότε, σε μια στιγμή, σ’ ένα “λα” του βιολοντσέλλου, ακούμε ένα φοβερόν ήχο, σα γρατζούρισμα γάτας επάνω σε γυαλί!

Απόρησε ο Φίνος. Ηχολήπτης αυτοδίδακτος –αλλά και αλάθητος– είχε βάλει τα πρωτόγονα ηχοληπτικά του μηχανήματα επάνω σε... καρέκλες καφενείου! Ηχογραφούσε από διαίσθηση. Είχε ξεκινήσει από φοιτητής της Νομικής –συμφοιτητής μου– αλλά είχε γίνει ένας απαράμιλλος ειδικός σε όλα τα κινηματογραφικά. Στην συνεργασία μας είχαμε διαφωνήσει επάνω σε τεχνικά μουσικά ζητήματα και τις πιο πολλές φορές ο Φίνος είχε δίκιο.

Για να αποφύγη αυτό το φοβερό –κι ανεξήγητο– στρίγγλισμα του βιολοντσέλλου, απομάκρυνε τον βιολοντσελλίστα από το μικρόφωνο. Ξαναγυρίζουμε –πάλι τα ίδια (κάθησε και σκέφτηκε για ώρα πολλή ο Φίνος και βρήκε την αιτία). Κι αυτή ήτανε ένα... τζάμι στο ταβάνι, ένας φεγγίτης που είχε ανοιχτεί για να δίνη λίγο φως από πάνω στο χωλ του εντελώς ακατάλληλου για ηχοληψία σπιτιού της οδού Στουρνάρα 27. Εκουβάλησε ο Φίνος μια μεγάλη ανεμόσκαλα, σκαρφάλωσε κι εξήλωσε το τζάμι, που επάνω του, φαίνεται, πήγαινε και κτυπούσε μια ωρισμένη νότα του βιολοντσέλλου και δημιουργούσε αυτόν τον απερίγραπτον ήχο. Έτσι έγινε η ηχοληψία... χωρίς παράσιτα. [...]».

Εν τω μεταξύ, οι συνθέσεις του σάουντρακ γράφτηκαν μέσα σε λιγότερο από μια εβδομάδα, καθώς η σχετική παραγγελία δόθηκε στον Χρ. Χαιρόπουλο από τον παραγωγό ακριβώς εφτά μέρες πριν την πρεμιέρα της ταινίας στους κινηματογράφους. Και ο Χαιρόπουλος σχολίαζε: «Εστρώθηκα πυρετικά στη δουλειά. Το πρωί έβλεπα σκηνές, τις χρονομετρούσα, γύριζα στο σπίτι μου, έγραφα ασταμάτητα μουσική ως τα άλλα ξημερώματα και τότε έφτανε ο Αλέκος Γεωργιάδης, που δούλευε πιανίστας και μαέστρος στη “Φέμινα”, έπαιρνε τις μουσικές, έκανε την ενορχήστρωση και ηχογραφούσαμε! Μια βδομάδα, φυσικά, δεν κοιμήθηκα. Αλλά η μουσική γράφτηκε κι η “Βίλλα με τα νούφαρα” έκανε την πρεμιέρα της σε τέσσερις κινηματογραφικές αίθουσες την ημερομηνία που είχε κλείσει ο Φίνος».

Όσον αφορά την αμοιβή του συνθέτη; Δυο τενεκέδες λάδι, που βέβαια αποτελούσε εντυπωσιακή αύξηση 100% συγκριτικά με την αμοιβή του για τη «Φωνή της Καρδιάς»!

Κάποιες ενδεικτικές ημερομηνίες προβολών της ταινίας στην επαρχία και το εξωτερικό:

- από 4 Μαρτίου 1946 στη Θεσσαλονίκη για δύο εβδομάδες στα «Ηλύσια»

- από 17 Ιουνίου 1946 στα Χανιά, κινηματογράφος «Έσπερος»

- τον Ιούλιο του 1946 στο Ηράκλειο Κρήτης, στο θερινό κινηματογράφο «Ηλέκτρα»

- από 6 Φεβρουαρίου 1947 στη Χίο, σινέ «Αστήρ».

- από 26 Μαΐου 1947 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, «Κουρσάλ»

- από 27 Μαΐου 1947 στο Ηράκλειο Κρήτης, «Ηλέκτρα»

- τον Αύγουστο του 1948 στα Τρίκαλα, «Ρεξ»

- από 5 έως 10 Σεπτεμβρίου 1950 στο Σαν Φρανσίσκο, «Green Street Theatre»

- το Νοέμβριο του 1950 στην Κόρινθο, κινηματογράφος «Ηλέκτρα»

Σύμφωνα με τον κριτικό της εφημερίδας Ασύρματος, ήταν μια ταινία «που μοιάζει πολύ με τις ευρωπαϊκές, με σενάριο παρμένο από τας κοινωνικάς ανισότητας της ζωής και την υπεροψίαν των πλουσίων κοριτσιών» με «άψογη» σκηνοθεσία, «εξαιρετικά» ντεκόρ και «θαυμάσιο» παίξιμο των ηθοποιών («Η Καίτη Πάνου, που στην Δευτέρα εμφάνισί της μας δείχνει ότι επήρε πλέον τον “αέρα” του φακού, με το φυσικώτατο και λεπτό παίξιμό της, ο Δ. Μυράτ τέλεια κύριος του ρόλου του, η Αλκαίου, ο Π. Γαβριηλίδης απέδωσαν τους ρόλους τους με λαμπράν κατανόησιν. Η παρέα των “πιτσιρίκων πρωταγωνιστών” έπαιξε τόσο φυσικά και με τόσην υποταγήν εις τας οδηγίας του σκηνοθέτου, που δικαιωματικά διεκδικούν ένα μεγάλο ποσοστόν από την επιτυχίαν του φιλμ»).

Σύμφωνα με τον Γ. Ν. Μακρή στο φιλολογικό περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα, η «Βίλλα με τα νούφαρα» ήταν «η πρώτη ελληνική ταινία που αντέχει σε κριτική» και που αποτελούσε «αξιόλογη πρόοδο» σε σύγκριση με ό,τι είχε παρουσιάσει η ελληνική κινηματογραφική παραγωγή μέχρι τότε.

Τα πλεονεκτήματα: «Έχει σενάριο που όσο κι αν είναι μελοδραματικό [...] δεν ενοχλεί και δεν του λείπει κάποιο κοινωνικό περιεχόμενο. Έχει διάλογο άνετο και σε πολλά σημεία ευχάριστο. Έχει συνέχεια και συνοχή στη δράση. Δεν παρασέρνεται από το κύριο χαρακτηριστικό των κακών ταινιών, την πολυλογία, την υποταγή της εικόνας στο λόγο. Έχει κάποια ευγένεια στον τρόπο που μεταχειρίζεται το θέμα. Δείχνει αρκετή αντίληψη της σημασίας της εικόνας και δεν της λείπει ο κινηματογραφικός ρυθμός. Έχει προ πάντων καλή φωτογραφία, απαραίτητη προϋπόθεση για ένα καλό φιλμ».

Και τα κύρια μειονεκτήματά της σύμφωνα με το Γ. Ν. Μακρή: «Πολλές σκηνές παρατραβούν σε μάκρος, παρατείνονται περισσότερο απ’ ό,τι χρειάζεται και γίνονται απόλυτα αντικινηματογραφικές. Κουράζουν. Σταματούν την κίνηση και τη γοργότητα της δράσης. Είναι ολότελα περιττές, έστω κι αν θέλουν να υπάρχουν σαν ανάμνηση σκηνών από άλλες ταινίες, που είχαν επιτυχία. [...] Άλλο ελάττωμα είναι το παραφόρτωμα με μουσική. Υπάρχει κι εκεί που χρειάζεται, αλλά κι εκεί που δε χρειάζεται, σα να κάνει επίδειξη».

Όσον αφορά την ερμηνεία των ηθοποιών, η γνώμη του καταξιωμένου κριτικού δεν ήταν ιδιαίτερα κολακευτική: «Αν εξαιρέσουμε την Καίτη Πάνου, που έχει ταλέντο και καταλαβαίνει πώς πρέπει ν’ αντικρύζει το φακό, οι άλλοι ηθοποιοί δε μπορούν να ξεχάσουν το θέατρο, που εδώ γίνεται κακός, κάκιστος κινηματογράφος. Το παίξιμό τους είναι απελπιστικά ψεύτικο. Και καταντά οι πραγματικοί πρωταγωνιστές και καλλίτεροι ηθοποιοί της “Βίλλας με τα Νούφαρα” να είναι οι “επτά πιτσιρίκοι”, που δεν ξέρουν τίποτε από τη μιμική του θεάτρου και ίσως γι’ αυτό βρίσκονται, άθελά τους, πιο κοντά στην κινηματογραφική παράδοση».

«Να, επί τέλους και μια ελληνική ταινία που μπορεί θαρρετά να αντιμετωπίση τον ανταγωνισμόν των ξένων ταινιών», παρατηρούσε ένα ανυπόγραφο δημοσίευμα που δημοσιεύτηκε στις θεσσαλονικιώτικες εφημερίδες Μακεδονία και Το Φως στις 12.03.1946 με αφορμή τη συνέχιση των προβολών της «Βίλλας με τα νούφαρα» για δεύτερη εβδομάδα στη νύφη του Θερμαϊκού και ενώ την είχαν ήδη παρακολουθήσει –σύμφωνα με το δημοσίευμα– 25.000 Θεσσαλονικείς το πρώτο εφταήμερο!

Και ο συντάκτης συνέχιζε: «Θέαμα όχι κοινό και τετριμμένο. Φωτογραφία και φωτισμός αξιέπαινος. Ηθοποιία άψογη, φωνοληψία άμεμπτη, μολονότι έγινε σε ελληνικά ατελή μηχανήματα φωνοληψίας. Υπόθεσις και πλοκή που συναρπάζει και προκαλεί αμείωτο το ενδιαφέρον. Οι θεαταί πότε συγκινούνται και αγωνιούν με την τύχην του Λούλη και την αυτοθυσία των πιτσιρίκων φίλων του, άλλοτε γελούν με τα ερωτικά κόλπα του [λέξη αδιευκρίνιστη] και την κωμική στάσιν του μικρού Φερναντέλ της Ελλάδος, κι άλλοτε αγανακτούν με την ακαταδεξία της ψηλομύτας κόρης του Θεσσαλονικέως μεγαλοβιομηχάνου, που περιφρονεί κάθε φτωχό και χωριάτη, αλλά ύστερα εκλιπαρεί την βοήθειά τους και την φιλία τους».

Με αφορμή την προβολή της ταινίας στο Σαν Φρανσίσκο (πρώτη προβολή της δυτικές αμερικανικές πολιτείες), ένα μάλλον διαφημιστικό, ανυπόγραφο δημοσίευμα στην ελληνική εφημερίδα New California έκανε λόγο για μια ταινία «παρμένη από την ζωήν των Αθηνών, [η οποία] θα σας συναρπάση, θα σας μαγνητίση, θα σας σαγηνεύση», ένα «ωραίο δράμα με πόνον και οίκτον και έρωτα», ενώ παράλληλα καλούσε τους ομογενείς της περιοχής να σπεύσουν να την παρακολουθήσουν, «εξαιρετικώς δε η Νέα μας Γενεά, ήτις θα διδαχθή ένα μάθημα διά μίαν πτυχήν της ζωής της».


«Η ανθοπώλις των Αθηνών»

Στις 19 Νοεμβρίου 1945 στους κινηματογράφους «Τιτάνια» και «Ορφεύς» ξεκίνησε να προβάλλεται μια «εμπνευσμένη σύγχρονη ελληνική ταινία με υπόθεση κοινωνική, που θα μιλήσει στην καρδιά σας», όπως διαφημίστηκε, «το πονεμένο ρομάντζο μιας Αθηναίας κόρης, που το μόνο της φταίξιμο ήταν ότι αγάπησε πολύ». Ήταν μια παραγωγή της «Tonis Film» σε σενάριο και σκηνοθεσία του Αντώνη (Τόνη) Παπαδαντωνάκη με τίτλο «Η ανθοπώλις των Αθηνών», οι προετοιμασίες για το γύρισμα της οποίας είχαν ξεκινήσει τουλάχιστον από τον Ιανουάριο του 1944.

Το εξαιρετικά απλοϊκό σενάριο είχε ως εξής:

Η Μιράντα είναι ένα νεαρό κορίτσι 18 χρονών, ερωτευμένη με το Χρήστο, με τον οποίο το σκάει, όταν ο αδερφός της, Κώστας, προσπαθεί να την παντρέψει μ’ ένα πλούσιο, αλλά κατά πολύ μεγαλύτερό της άνδρα. Ωστόσο ο Χρήστος αποδεικνύεται παλιάνθρωπος και καταλήγει στη φυλακή. Για κάποιο λόγο η Μιράντα προσπαθεί να ξεφύγει από τον αδερφό της, που παλιότερα την είχε προειδοποιήσει για το ποιόν του Χρήστου, και καταλήγει στο σπιτάκι που νοίκιαζε ο Μίμης, ένας φοιτητής ιατρικής. Οι δυο νέοι ερωτεύονται και κάνουν σχέδια γάμου, όμως στο μεταξύ ο Χρήστος αποφυλακίζεται και ο δρόμος του διασταυρώνεται με εκείνον της Μιράντας, η οποία δείχνει εξαιρετικά αδύναμο χαρακτήρα και τον ακολουθεί παρά τη θέλησή της. Ο Χρήστος εξακολουθεί να την εκμεταλλεύεται οικονομικά και η Μιράντα αναγκάζεται να εργαστεί ως πλανόδια ανθοπώλης.

Περνάει ο καιρός, ώσπου ένα βράδυ η Μιράντα συναντάει το Μίμη στο νυχτερινό κέντρο «Αρτζεντίνα», όπου είχε πάει να πουλήσει τα λουλούδια της. Αποφασίζουν να φύγουν το ίδιο κιόλας βράδυ και να πάνε στο χωριό του Μίμη (κάπου στους πρόποδες του Παρνασσού) και να ζήσουν μαζί για πάντα. Έλα, όμως, που η μοίρα έχει άλλα σχέδια για τη Μιράντα... Όταν επιστρέφει στο σπίτι, που μοιραζόταν με το Χρήστο, για να μαζέψει τα πράγματά της, πέφτει πάνω στον αδερφό της, που ήρθε επίσης για να την πάρει μαζί του. Ακολουθεί ένας καβγάς ανάμεσα στο Χρήστο και τον Κώστα, με τον πρώτο να μαχαιρώνει τη Μιράντα προτού καταλήξει νεκρός από το χέρι του αδερφού της. Τελικά, η μαχαιρωμένη Μιράντα φτάνει στο σπίτι του Μίμη και εκεί –ύστερα από έναν φοβερά μελοδραματικό μονόλογο– αφήνει την τελευταία της πνοή.

Πρωταγωνιστούσαν οι Νάντια Μπελλίνι (Μιράντα), Νίκος Ευθυμίου (Χρήστος), Δημήτρης Βεάκης (Μίμης), Σώτος Σιδηρόπουλος (Κώστας), Νίνα Αφεντάκη, Ιωάννης Ζωγραφίδης και οι Κυριάκος Μαυρέας και Σωτηρία Ιατρίδου σε δύο κωμικούς ρόλους, ως οι σπιτονοικοκύρηδες του Μίμη.

Στην ταινία εμφανίστηκαν επίσης ο Έλληνας μιμητής του Σαρλώ, Κίμων Σπαθόπουλος, όπως και η χορεύτρια Μπέλλα Σμάρω. Τα τραγούδια συνέθεσε ο Γιώργος Μυρογιάννης σε στίχους Κώστα Κοφινιώτή και τα ερμήνευσε η Καίτη Παρίτση. Οπερατέρ ήταν ο Εμμανουήλ Τζανετής.

Μακιγιέρ ο Κίμων Σπαθόπουλος, βοηθός Τ. Άμβουργερ,  μοντάζ έκανε ο Τόνι, τα σκίτσα των τίτλων σχεδίασε ο Θ. Δρόσου, οι δε τίτλοι ήταν του Μιχ. Γαλλία.

Η εφημερίδα Η Μάχη δημοσίευσε μια καθόλου κολακευτική κριτική αναγνώστριας, η οποία είχε παρακολουθήσει την ταινία και –με αφορμή την «Ανθοπώλιδα των Αθηνών»– επιτίθετο στο σύνολο της ελληνικής κινηματογραφικής παραγωγής της εποχής εκείνης: «Πήγα να το δω από καθήκον σαν Ελληνίδα που νοιάζεται για κάθε ελληνική προσπάθεια. Όμως ντράπηκα, συχάθηκα, αγανάκτησα κι έφυγα τρεχάτη σαν να με είχαν δείρει, να με είχαν φτύσει, να με είχαν προσβάλει. Αυτά ένοιωσα κι απ’ το καινούριο φιλμ και θέλω να το φωνάξω να τ’ ακούσουν όλοι και πιο πολύ το κράτος –αν υπάρχη– που επιτρέπει ν’ ανεβάζουν τέτοιες βρωμιές που ρεζιλεύουν το ελληνικό πνεύμα. Είναι κρίμα. Είναι ντροπή να κατεβάζουν τόσο τον λαό μας. Να τον κακομεταχειρίζονται, να του στραβώνουν το μυαλό. Δεν του αξίζει. Είναι καλός κι έξυπνος κι ο καλύτερος απ’ όλους τους λαούς. Πρέπει το κράτος σ’ αυτό να βάλη λογοκρισία. Ν’ απαγορέψη τέτοια κατασκευάσματα και να συλλαμβάνη τους ανθρώπους αυτούς που τόσο πρόστυχα εμπορεύονται την ίδια την Ελλάδα και τη ρεζιλεύουν».

Με την αναγνώστρια, που υπέγραψε ως «κυρία Μ», συμφώνησε ο Αλέκος Σακελλάριος, συνεργάτης της εφημερίδας τότε και αργότερα ένας από τους εμπορικότερους σεναριογράφους και σκηνοθέτες του ελληνικού κινηματογράφου. Εξαιρώντας από την κριτική του τρεις «σοβαρές προσπάθειες» («Η φωνή της καρδιάς», «Χειροκροτήματα» και «Η βίλλα με τα νούφαρα»), ο Α. Σακελλάριος έκανε λόγο για «γελοιοποίηση της 7ης τέχνης και μερικών καλών ηθοποιών που είχαν την επιπολαιότητα να δεχθούν να τους... σκηνοθετήση ο πρώτος τυχόν ανόητος και αγράμματος νεαρός, που επειδή ίσως δούλεψε λίγους μήνες ως ταξιθέτης ή ως ταμίας ενός κινηματογράφου, νόμισε πως έμαθε τα μυστικά του και με τη βοήθεια του πορτοφολιού κάποιου πιο ανόητου –υπάρχει πάντα κάποιος που είνε πιο ανόητος από έναν άλλο ανόητο– αποφάσισε να γίνη ο Αϊνστάιν της Ελλάδας».

[Μάλιστα ο Α. Σακελλάριος έκανε αναφορά σ’ ένα συνηθισμένο λάθος του ελληνικού κινηματογράφου, που δεν ήταν άλλο από την αλλαγή των ρούχων των πρωταγωνιστών: «Γυρίζεται μια σκηνή κι επειδή πέρασε η ώρα ή δεν είνε κατάλληλο πια το φως, σταματάει το γύρισμα για να συνεχιστή την επομένη. Την επομένη όμως συμβαίνει να ξεχνάνε πώς ακριβώς ήταν ντυμένος ο πρωταγωνιστής. Και βλέπει έπειτα ο κατάπληκτος θεατής τον ζεν πρεμιέ να περπατάη δίπλα-δίπλα με την πρωταγωνίστρια και ν’ ανεμίζεται η γραβάτα του στο απογευματινό αεράκι. Κι όταν τελειώση το αγκάλιασμα η γραβάτα έχει εξαφανιστή... μυστηριωδώς ή το σακάκι του από ανοιχτό έχει γίνει σκούρο».]



  

«Διπλή θυσία»

Η τελευταία ελληνική ταινία που προβλήθηκε το 1945 ήταν η «Διπλή Θυσία», μια παραγωγή της «Ορφεύς Φιλμ» (σύμφωνα με τις διαφημιστικές αγγελίες στον τύπο) ή της «Μερ Φιλμ» (σύμφωνα με τους τίτλους της ταινίας) σε σενάριο και σκηνοθεσία Γιάννη Χριστοδούλου (σύμφωνα τόσο με τις διαφημιστικές αγγελίες όσο και με τους τίτλους της ταινίας, αν και σε αγγελία σε κυπριακή εφημερίδα τον Απρίλιο του 1947 σημειωνόταν ότι τους διαλόγους είχε γράψει ο Δημήτρης Γιαννουκάκης).

Η ταινία είχε ξεκινήσει να γυρίζεται τον Αύγουστο του 1940 υπό τον τίτλο «Σιωπηλή Σύρραξις», με παραγωγό εταιρία την «Ηρώ φιλμ» και σε σενάριο Δ. Χρονόπουλου (σύμφωνα με δημοσιεύματα του αθηναϊκού τύπου), όμως τα γυρίσματα διακόπηκαν με την έναρξη του πολέμου. Στην πορεία χρειάστηκε να επέλθουν κάποιες σεναριακές τροποποιήσεις άγνωστης έκτασης, άλλαξε ο σεναριογράφος, ενώ έγιναν και αντικαταστάσεις ορισμένων ηθοποιών, όπως του Κώστα Μπέζου, ο οποίος πέθανε κατά τη διάρκεια της Κατοχής.

Οι διαφημίσεις υπόσχονταν την «πιο δυναμική ταινία που παρουσίασε η ελληνική παραγωγή». Η ιστορία είχε ως εξής:

Ύστερα από πολλά χρόνια απουσίας στην Αμερική, επέστρεψε στην Ελλάδα ο πρώην αξιωματικός του ελληνικού στρατού Γιώργος Γκατζέλης και αγοράζει το σπίτι, όπου για χρόνια είχαν ζήσει ευτυχισμένα δυο αγαπημένα του πρόσωπα, ο Πέτρος Ρονάς και η σύζυγός του, Μαρία, οι οποίοι πέθαναν τα χρόνια της γερμανικής Κατοχής (ο Πέτρος εκτελέστηκε και λίγο αργότερα πέθανε και η Μαρία από τη λύπη της).

Διηγείται την ιστορία της γνωριμίας τους στον οικονόμο του σπιτιού, το Θύμιο. Πριν πολλά χρόνια, λοιπόν, ο Γιώργος υπήρξε αρραβωνιασμένος με τη Μαρία, η οποία όμως κάποια στιγμή ερωτεύτηκε τον επίλαρχο Πέτρο Ρονά, αγνοώντας ότι εκείνος ήταν παλιός φίλος του μνηστήρα της, που τότε υπηρετούσε σε μακρινή μονάδα. Επιστρέφοντας ο Γιώργος ανακαλύπτει τη σχέση της Μαρίας με τον Πέτρο και καταφέρνει να πείσει τον τελευταίο να φύγει μακριά. Παράλληλα, άθελά του ο Γιώργος τραυματίζει με το αυτοκίνητο τη Μαρία, η οποία μένει τυφλή. Εν τω μεταξύ, η Μαρία υποφέρει μακριά από τον Πέτρο. Ο Γιώργος το συνειδητοποιεί και ζητάει από τον Πέτρο να γυρίσει. Αυτό και έγινε, με τους δύο ερωτευμένους να βιώνουν ένα θαύμα κατά την επανασύνδεσή τους σ’ ένα μικρό εκκλησάκι, αφού εκείνη τη στιγμή η Μαρία ξαναβρίσκει το φως της!

Πίσω στο σήμερα. Ο Γιώργος υπόσχεται να βρει την κόρη του Πέτρου και της Μαρίας, η οποία ήταν περίπου 18 ετών. Την εντοπίζει μέσω μιας παλιάς υπηρέτριας των Ρονά, της Πηνελόπης, η οποία είχε αναλάβει τη φροντίδα του κοριτσιού μετά το θάνατο των γονιών της, και συνειδητοποιεί ότι η κόρη των παλιών του φίλων δεν ήταν άλλη από την Τόνια, μια κοπέλα που εργαζόταν υπάλληλος σ’ ένα κοντινό βενζινάδικο, την οποία συμπαθούσε αρκετά. Αυτήν τη συμπάθεια του Γιώργου προς την Τόνια είχε μάλιστα παρεξηγήσει ο αρραβωνιαστικός του κοριτσιού, ο Ανδρέας, ο οποίος ήταν αποφασισμένος για όλα, όταν μια μέρα είδε το Γιώργο να παίρνει την Τόνια στο αυτοκίνητό του, αγνοώντας ότι εκείνη τη μέρα θα γίνονταν τα αποκαλυπτήρια της πραγματικής του ταυτότητας. Τελικά δόθηκαν οι εξηγήσεις και η ταινία είχε χαρούμενο τέλος με το γάμο του Ανδρέα και της Τόνιας!

Ο Πέτρος (Γ. Χριστοδούλου) και η Μαρία (Ηρώ Χαντά).


Πρωταγωνιστούσαν οι:

Ηρώ Χαντά ……………………..     Μαρία

Γιάννης Χριστοδούλου …………    Πέτρος

Ραφαήλ Ντενόγιας ……………...    Γιώργος

Χριστόφορος Νέζερ …………….    Θύμιος

Ρούλα Γρίβα …………………….    Τόνια

Αχιλλέας Σκορδίλης …………….    Ανδρέας

Λέλα Πατρικίου ………………...    Πηνελόπη

Κυριάκος Μαυρέας …………….     στρατιώτης (κωμικός ρόλος)

Βασίλης Αυλωνίτης …………….    στρατιώτης (κωμικός ρόλος)

Καίτη Οικονόμου Ντιριντάουα …   υπηρέτρια (κωμικός ρόλος)

Κούλης Στολίγκας, Νίκος Μηλιάδης

Τα τραγούδια της ταινίας συνέθεσαν οι Γιώργος Βιτάλης και Γιάννης Βέλλας (ενώ συνθέτης των ταινιών της «Σιωπηλής Συρράξεως» προπολεμικά φερόταν ο Χρήστος Χαιρόπουλος) και τα ερμήνευσαν η Λάουρα και το Τρίο Μπριλλάντε, ενώ συμμετείχε και η χορωδία Βούρτση.

Οπερατέρ ήταν οι Οδυσσέας Μεραβίδης και Εμμανουήλ Τζανετής. Βοηθός οπερατέρ ήταν ο Γιάννης Πούλης.

Σύμφωνα με τους τίτλους της ταινίας, η φωνοληψία έγινε από τους Γ. Κριάδη και Τζ. Μουγνάι, όμως στις διαφημιστικές αγγελίες το Δεκέμβριο του 1945 αναγραφόταν ότι η φωνοληψία ήταν του Φ. Φίνου.

Το μακιγιάζ των ηθοποιών έκανε ο Κίμων Σπαθόπουλος.  Το μοντάζ και ο συγχρονισμός εικόνας-ήχου έγιναν από τον Γεώρ. Τσαούλη. Ηλεκτρολόγος ήταν ο Μιμ. Κασιμάτης και φροντιστής ο Γ. Μπογιατζίδης.

Τα εξωτερικά γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν στην Εκάλη και την Κηφισιά.

Οι προβολές της «Διπλής θυσίας» ξεκίνησαν την παραμονή των Χριστουγέννων στους κινηματογράφους «Αττικόν» και «Πάνθεον», ενώ στον δεύτερο συνεχίστηκαν και για δεύτερη εβδομάδα «διά να την ιδούν αι χιλιάδες των θεατών που δεν κατώρθωσαν να εξασφαλίσουν θέσιν κατά την πρώτην εβδομάδα».

Με αφορμή δε την προβολή της ταινίας στη Λευκωσία, στον κινηματογράφο «Παπαδόπουλου» (20 - 24 Απριλίου 1947), διαφημιστική αγγελία έκανε λόγο για 80.000 θεατές που είχαν παρακολουθήσει την ταινία στους αθηναϊκούς κινηματογράφους!




  

«Πρόσωπα Λησμονημένα»

Τα «Πρόσωπα λησμονημένα» ήταν η πρώτη ελληνική ταινία μυθοπλασίας που προβλήθηκε το 1946, η τρίτη παραγωγή της «Φίνος Φιλμ» (σε συνεργασία με την «Ωρίων») και η πρώτη συνεργασία της εταιρίας με το Γιώργο Τζαβέλλα, που υπέγραφε το σενάριο και τη σκηνοθεσία.

Η ιστορία με λίγα λόγια:

Ένας τυχοδιώκτης, ο Τώνης, γυρίζει στην Αθήνα ύστερα από δεκαπέντε χρόνια και ξανασυναντά τη Μιράντα, τη γυναίκα που για χατίρι του είχε αφήσει άντρα και παιδί και κατρακύλησε στα πιο κακόφημα καμπαρέ. Το παιδί της, η Άλκη, που είναι πια κορίτσι της παντρειάς και που νομίζει πως η μητέρα της έχει πεθάνει, πρόκειται να παντρευτεί ένα νεαρό γιατρό, τον Παύλο. Ο τυχοδιώκτης, που στο μεταξύ βρήκε τους παλιούς συντρόφους του, σχεδιάζει έναν εκβιασμό. Τηλεφωνεί στον πλούσιο τέως σύζυγο της ερωμένης του, ότι αν δεν του δώσει ένα μεγάλο ποσό, θ’ αποκαλύψει ποια είναι η μητέρα της κόρης του κι έτσι θα χαλάσει το συνοικέσιο. Η μάνα, υπερασπιζόμενη την ευτυχία του παιδιού της, δηλητηριάζει τον εραστή της, που την τελευταία στιγμή χάνει τη σκληρότητά του, γίνεται «άνθρωπος» και κατά κάποιον τρόπο εξιλεώνεται.

Έπαιξαν οι ηθοποιοί: Μιράντα Μυράτ (στο ρόλο της Μαίρης), Γιώργος Παππάς (Τώνης), Αιμίλιος Βεάκης (Νίκος Μακρίδης), Ζινέτ Λακάζ (Άλκη Μακρίδη), Λάμπρος Κωνσταντάρας (Παύλος Κάλβος), Αθανασία Μουστάκα (Κατερίνα, η υπηρέτρια, Δήμος Σταρένιος, Μαρίκα Φιλιππίδου, Τζόλυ Γαρμπή, Τζούλια Φραγκιαδάκη, Ελένη Μιχαλιτσάνου, Κούλης Στολίγκας, Αλέκος Γκώνης, Νάσος Κεδράκας, Γιώργος Κουκούλης, Σώτος Αρβάνης, Τάκης Σαλιάρης, Γ. Λόγγος.

Μικρό πέρασμα από την ταινία έκανε και ο Γ. Τζαβέλλας ως οδηγός αυτοκινήτου.

Οι συντελεστές:

Σενάριο – Σκηνοθεσία: Γιώργος Θ. Τζαβέλλας

Διευθυντής παραγωγής: Γιάννης Μακρής

Φωνοληψία – Μοντάζ: Φιλοποίμην Φίνος

Οπερατέρ: Πρόδρομος Μεραβίδης

Μουσική: Γιώργος Μαλλίδης

Διευθυντής ορχήστρας: Σπύρος Αβατάγγελος

Τραγούδι: Στέλλα Γκρέκα, η οποία ντούμπλαρε τη Μιράντα Μυράτ.

Μακιγιάζ: Σταύρος Κελεσίδης

Κομμώσεις: Γ. Καρακατσάνης

Επιμέλεια διακοσμήσεων: Μ. Φράγκος

Ηλεκτρολόγος: Μάρκος Ζέρβας

Τα γυρίσματα ξεκίνησαν τον Ιανουάριο του 1946. Τα εξωτερικά λήφθηκαν στην Κηφισιά, ενώ τα εσωτερικά πλάνα γυρίστηκαν στα εργαστήρια της «Φίνος Φιλμ», που τότε βρίσκονταν επί της οδού Στουρνάρα 27. Ολοκληρώθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα, ώστε η ταινία ξεκίνησε να προβάλλεται για το κοινό της πρωτεύουσας από τις 8 Απριλίου την ίδια χρονιά (αίθουσες «Ρεξ» και «Αττικόν»).

Στη Θεσσαλονίκη οι προβολές ξεκίνησαν στις 23 Δεκεμβρίου 1946 στα «Ηλύσια».

Το μοναδικό κριτικό σημείωμα σε αθηναϊκή εφημερίδα δημοσίευσε η Μάχη στις 07.04.1946  (δυο μέρες μετά τη δοκιμαστική προβολή –«avant premiere»– της ταινίας για τους δημοσιογράφους) και έφερε την υπογραφή του Αλέκου Σακελλάριου:

«Αριστούργημα δεν είνε. Είνε απλώς μια ελληνική ταινία εφάμιλλη με τις άλλες τρεις ωραίες προσπάθειες του ελληνικού κινηματογράφου [σ.σ. αναφερόμενος στη «Φωνή της Καρδιάς», τα «Χειροκροτήματα» και τη «Βίλλα με τα νούφαρα]. [...] Εκείνοι που ξεχωρίζουν αμέσως στο καινούργιο φιλμ είνε η Ζινέτ Λακάζ κι ο Λάμπρος Κωνσταντάρας. Δεν θέλω να πω ότι οι άλλοι υστερούν. Αλλά αυτοί οι δυο έχουν μια ας πούμε κινηματογραφική άνεση μεγαλύτερη. Μέσα στη γενική βραδύτητα κινήσεων και ομιλίας, που είνε ένα από τα ελαττώματα της καινούργιας αυτής ταινίας, η Λακάζ κι ο Κωνσταντάρας περπατούν και μιλούν γρηγορότερα και φυσικότερα. Ύστερα το δροσερό και χαριτωμένο προσωπάκι της Λακάζ δίνει την αφορμή να γίνουν ωραιότατες φωτογραφίες. Αν και γενικά σ’ όλο το φιλμ οι φωτογραφίες [...] είνε πολύ καλές.

[...] Η υπόθεση του νέου φιλμ, όσο κι αν προσπαθή ο σκηνοθέτης να την παρουσιάση για “ελληνική” με την βοήθεια μιας λατέρνας, αμερικανοφέρνει πάρα πολύ. Ο τυχοδιώκτης, που υποδύεται ο κ. Γ. Παππάς, είνε περισσότερο γκάγκστερ του Σικάγου και λιγότερο Ρωμηός απατεώνας. Και γενικά όλη αυτή η υπόθεση του εκβιασμού, που θα μπορούσε ίσως να συμβή ωραιότατα στην Αμερική είνε αρκετά απίθανη για την Ελλάδα.

Ελαττώματα έχει αρκετά το νέο φιλμ. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι [...] δεν είνε μια καλή ελληνική ταινία. Τόσο ο κ. Τζαβέλλας όσο κι ο κ. Φίνος –ο ήρωας αυτός του ελληνικού κινηματογράφου, που χρόνια τώρα αγωνίζεται για την ελληνική κινηματογραφία με μοναδικό εφόδιο τον ενθουσιασμό του και την εργατικότητά  του– μπορούν να είνε υπερήφανοι για το “Πρόσωπα λησμονημένα”. Στο ενεργητικό τους γράφεται κι αυτό. Στο ενεργητικό τους και στο ενεργητικό του ελληνικού κινηματογράφου».