«Οι απάχηδες των Αθηνών»: Η πρώτη κινηματογραφική διασκευή οπερέτας

Μια εβδομάδα μετά τον «Παληάτσο της ζωής» παρουσιάστηκε η πιο πολυαναμενόμενη ταινία της χρονιάς, οι «Απάχηδες των Αθηνών», παραγωγής της «Νταγκ φιλμ». Όπως σημείωνε η Ίρις Σκαραβαίου ήδη δυο εβδομάδες πριν την πρεμιέρα, η ταινία αυτή αποτελούσε «μία μόνη λύση» για τον εγχώριο κινηματογράφο, μιας και η αθρόα προβολή ελληνικών φιλμ, που «ποιοτικώς δεν ήσαν εκείνα τα οποία ανεμένομεν και έπρεπε να είναι», είχε κλονίσει την εμπιστοσύνη του κοινού. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά η δημοσιογράφος και κριτικός, ήταν ευκαιρία ν’ αναστηλωθεί «το γόητρον της έβδομης τέχνης, το οποίον δυστυχώς μερικοί αδαείς εκρήμνισαν εις τον τόπον μας».

Η ταινία βασιζόταν στην ομώνυμη οπερέτα των Νίκου Χατζηαποστόλου και Γιάννη Πρινέα, με τον τελευταίο να υπογράφει και το κινηματογραφικό σενάριο, ενώ διαφημιζόταν ως «η πρώτη ηχητική και άδουσα ελληνική ταινία» χάρη σε μια πατέντα της «Νταγκ» ελλείψει τεχνικών μέσων. Η εγγραφή έγινε ξεχωριστά από το κινηματογραφικό φιλμ, ενώ χρησιμοποιήθηκαν πλάκες γραμμοφώνου από ένα συνεργείο φωνοληψίας της Οντεόν. Κατά τ’ άλλα η «Νταγκ» διέθετε αρτιότερο τεχνικό εξοπλισμό σε σχέση με τις προηγούμενες δουλειές της (π.χ. φωτιστικά εξαρτήματα που χρησιμοποιούσαν τα γερμανικά στούντιο, προβολείς μεγάλης έντασης κλπ.).

Οι εφημερίδες δεν δημοσίευσαν περίληψη της υπόθεσης, αφού η ιστορία ήταν γνωστή από την εξαιρετικά δημοφιλή οπερέτα. Η υπόθεση των θεατρικών «Απάχηδων» έχει ως εξής:
Ο Πρίγκιπας, ένας άνθρωπος της λαϊκής τάξης, έχει σχέση με την Τιτίκα, όμως στους επίσης απάχηδες φίλους του, Καρούμπα και Καρκαλέτσο, διαδίδει ότι είναι ερωτευμένος με μια άγνωστη πλούσια, την οποία είχε συναντήσει τυχαία. Εν τω μεταξύ, στην ταβέρνα, όπου βρίσκονται οι τρεις απάχηδες, καταφτάνουν ο πλούσιος Παραλής με την κόρη του Βέρα και την παρέα τους. Με τη Βέρα είναι ερωτευμένος ο Κλέωνας, όμως ο Παραλής δεν τον εγκρίνει για γαμπρό του, επειδή είναι φτωχός. Τότε ο Κλέωνας με το φίλο του Νίκο σχεδιάζουν να παρουσιάσουν στον Παραλή κάποιον ψευτοαριστοκράτη για γαμπρό, τον οποίο εκείνος ν’ αντιπαθήσει, ώστε να δεχτεί να δώσει την κόρη του στον Κλέωνα.
Οι δυο φίλοι επιλέγουν για το ρόλο αυτό τον Πρίγκιπα. Στα γενέθλια της Βέρας, ο Πρίγκιπας, υποδυόμενος τον αριστοκράτη, καταφτάνει στο σπίτι της μαζί με τον Καρούμπα και τον Καρκαλέτσο. Όταν τη βλέπει, αναγνωρίζει την άγνωστη, που του είχε πάρει τα μυαλά. Στο σπίτι του Παραλή, όμως, πηγαίνει και η Τιτίκα, που έφερνε λουλούδια για τη γιορτή. Συλλαμβάνει τον Πρίγκιπα και τη Βέρα να φιλιούνται και η απάτη αποκαλύπτεται.
Την άλλη μέρα, η Βέρα μαζί με τη θεία της Αρετούσα πηγαίνουν και πάλι στην ταβέρνα αναζητώντας η πρώτη τον Πρίγκιπα και η δεύτερη τους Καρούμπα και Καρκαλέτσο, οι οποίοι την είχαν γοητεύσει. Καταφτάνει όμως ο Παραλής με τη συνοδεία αστυνομικών αναζητώντας την κόρη του. Εκείνη του ξεκαθαρίζει ότι είναι ερωτευμένη με τον Πρίγκιπα και του ζητάει να τους δώσει την ευχή του. Ωστόσο, ο Πρίγκιπας αποφασίζει την τελευταία στιγμή να επιλέξει τη φτωχή Τιτίκα, με την οποία ήταν ερωτευμένος από παιδί.

Πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι υπήρξαν τροποποιήσεις στην κινηματογραφική διασκευή της ιστορίας, όμως δεν είναι εύκολο να προσεγγίσουμε την έκτασή τους, ούτε αν η ταινία του 1930 είχε ομοιότητες με εκείνη του 1950, η διασκευή της οποίας θα γινόταν επίσης από τον Πρινέα.

Σύμφωνα με το σκηνοθέτη της ταινίας, Δημήτρη Γαζιάδη, η μεταφορά της οπερέτας στη μεγάλη οθόνη έγινε ως ένα «εξευγενισμένο λαϊκό ρομάντσο, χωρίς τίποτε το μόρτικο, αλλά μ' απεικόνιση της ελληνικής λαϊκής ψυχής, της καλής ψυχής του Ρωμιού, που ενώ του προσφέρεται η αγάπη μιας πλούσιας, την αποκρούει για την αγάπη του φτωχού κοριτσιού που του έχει αφοσιωθεί».
Τα γυρίσματα ξεκίνησαν το Φεβρουάριο του 1930 και πραγματοποιήθηκαν σε διάφορα σημεία της πρωτεύουσας, όπως στην Πλάκα, στου Ψυρή, στην Αγορά, στο Θησείο, στο Γκάζι, στα Χαυτεία, στην Πλατεία Συντάγματος, στην Ομόνοια, στην οδό Σταδίου, στην Πανεπιστημίου, στο Τατόι κλπ.

Τους Καρκαλέτσο και Καρούμπα υποδύθηκαν αντίστοιχα οι Πέτρος Κυριακός και Ιωάννης Πρινέας. Τιτίκα ήταν η Μαίρη Σαγιάννου στη δεύτερη κινηματογραφική της εμφάνιση, αλλά ήδη η «αντιπροσωπευτικωτέρα φυσιογνωμία του Ελληνικού Κινηματογράφου, και η μεγαλειτέρα ελπίς του, χάρις εις την θαυμαστήν της εκφραστικότητα, την μεγάλην της φωτοζενί, την αφέλειάν της, τας μετρημένας της κινήσεις, την βαθείαν αίσθησιν που την χαρακτηρίζει και την μεγάλην της αντίληψιν», σύμφωνα με την Ίριδα Σκαραβαί­ου. Ο ρόλος του Πρίγκιπα αποδόθηκε από τον τενόρο Πέτρο Επιτροπάκη (αν και αρχικά είχε προταθεί στον Λυκούργο Καλαποθάκη, ο οποίος δεν μπόρεσε να τον αποδεχτεί λόγω ασθένειας).

Τους υπόλοιπους ρόλους, πολλοί εκ των οποίων δεν υπήρχαν στην οπερέτα, υποδύθηκαν οι Γεώργιος Χριστοφορίδης (στο ρόλο ενός νεόπλουτου Αμερικανού - μάλλον του Παραλή), Άγγελος Χρυσομάλλης, Κ. Πομόνης, Ν. Περδίκης (ως αποτυγχάνων εραστής), Β. Αφεντάκης, Βατίστας, Στέλλα Χριστοφορίδου, Μαρία Μαντινειού, Μαρία Πρινέα, Όλγα Βαλτετσιώτη (Ρεβέκα), Δράμαλης, Πατρίκιος κ.ά.

Ως προς το μουσικό σκέλος, πέρα από τα γνωστά τραγούδια της οπερέτας στην ταινία ακούστηκαν και τρία πρωτότυπα τραγούδια. Τα δύο είχαν τους τίτλους «Σαν γλυκό όνειρο» και «Τι μάτια!».

ΠΡΟΒΟΛΕΣ - ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Η πρεμιέρα των «Απάχηδων» δόθηκε στις 28 Απριλίου 1930 στο «Αττικόν», όπου συνέχισε να προβάλλεται επί δύο εβδομάδες. Εκτός προγράμματος προβλήθηκαν επίκαιρα της «Νταγκ». Την πρώτη εβδομάδα προβλήθηκαν: Η περιφορά του επιταφίου της Μητρόπολης Αθηνών, οι αγγλοελληνικοί αγώνες, η παράδοση της σημαίας από τους ΑΧΕΠΑΝΣ στον πρωθυπουργό, η επάνοδος της Μις Ευρώπη Αλίκης Διπλαράκου στην Ελλάδα και η στρατιωτική και ναυτική γιορτή στο Στάδιο. Κατά τη δεύτερη εβδομάδα, τους «Απάχηδες» συνόδευε η ταινία των πρόσφατων Δελφικών γιορτών.

Η μεγάλη επιτυχία οδήγησε σε σκέψεις για κινηματογραφική διασκευή ακόμη μιας οπερέτας του Πρινέα, «Τα βάσανα του Καρδερίνα», που τελικά δεν ευοδώθηκαν, ωστόσο μέσα στη χρονιά ετοιμάστηκε μια οπερέτα αποκλειστικά για τον κινηματογράφο («Φίλησε με, Μαρίτσα»).

Αν πιστέψουμε σ' ένα μεταγενέστερο δημοσίευμα αθηναϊκής εφημερίδας, οι «Απάχηδες» προβλήθηκαν σε αρκετές χώρες της Ευρώπης και πιο συγκεκριμένα σε Αγγλία, Σουηδία και Νορβηγία - πέραν βέβαια της Αιγύπτου και της Τουρκίας, όπου άλλωστε υπήρχε ισχυρή ελληνική παροικία.

Το Έθνος σχολίαζε ότι «γενικώς η εντύπωσις εκ της ταινίας είνε καλή, ιδιαιτέρως δ' επιτυχής είνε η φωτογραφία της», όμως το πολυδιαφημισμένο ηχητικό σκέλος «δεν λέει εξαιρετικά πράγματα». Εκείνο που εξόργισε το συντάκτη ήταν «μερικές σκηνές μάγκικες πετροπολέμου.. που γίνονται εις αυτήν την πλατείαν του Θησείου - και που δίδουν την εντύπωσιν ότι η Αθήνα είνε πόλις όπου οι αλήτες κάνουν ομηρικές συμπλοκές ανενόχλητοι και οι νοικοκυραίοι κλείνουν τα παράθυρα των σπιτιών τους διά να μην τους έλθη καμμιά πέτρα στα μούτρα!». Όπως ο υπερευαίσθητος θεατής του «Παληάτσου» είχε ζητήσει την παρέμβαση της λογοκρισίας λίγες μέρες νωρίτερα, έτσι κι αυτός αναρωτιόταν «πώς επιτρέπονται να προβάλλωνται τέτοια πράγματα, που αδικαιολογήτως μας δυσφημίζουν εις τα μάτια των ξένων, μάλιστα αυτές τις ημέρες, που φιλοξενούμε πάρα πολλούς από αυτούς και που πολλοί, ασφαλώς, θα θελήσουν να ιδούν και ένα ελληνικόν φιλμ»!

Για έναν «αναντιρρήτως ικανοποιητικόν επίλογον της εφετεινής κινηματογραφικής μας παραγωγής» έκανε λόγο η Ίρις Σκαραβαίου στην Εσπερινή. Ξεχώρισε τη «μοναδική λεπτότητα, φυσικότητα και έκφρασιν όχι τυχαίαν» της Σαγιάννου, η οποία ήταν «μία πραγματική απόλαυσις». Από «μεγάλη λεπτότητα» διακρινόταν η ερμηνεία του Επιτροπάκη («συμπαθέστατος» ως ζεν πρεμιέ). «Εξαιρετικά καλός» ο Γιάννης Πρινέας, ενώ χάρη στη Μαντινειού και τον Κυριακό η ταινία διατήρησε «το γνήσιον χρώμα της λαϊκής λιθογραφίας με όλα τα έντονα χαρακτηριστικά της». «Αρκετά περιποιημένη» η σκηνοθεσία, «επιτυχείς» οι φωτισμοί και «αξιοσημείωτος» η φωτογραφία εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων. Απογοητευτικό, όμως, ήταν το ηχητικό σκέλος της ταινίας: «Ακούομεν δηλαδή τας φωνάς των ηθοποιών εκείνων που υποτίθεται ότι τραγουδούν εκάστοτε, ενώ τα χείλη των είνε κλειστά εις την εικόνα των, την οποίαν αντικρύζομεν»!

Ο «Καπ. Σ.» της εφημερίδας Πατρίς ήταν αρκετά επιεικής σχετικά με το ηχητικό σκέλος, κατανοώντας τις δυσκολίες για το γύρισμα μιας πραγματικά ηχητικής ταινίας στην Ελλάδα, και επαινούσε την «Νταγκ Φιλμ», διότι «ετόλμησε και έκαμε τον πειραματισμόν και τα κατάφερε μια χαρά». Μάλιστα, προέβλεψε ότι η συγκεκριμένη ταινία, «η καλλιτέρα που επαίχθη ως σήμερα», θα αποτελούσε την απαρχή «μιας νέας λαμπράς εποχής» για τον ελληνικό κινηματογράφο.
Διθυραμβικό ήταν το σχόλιό του για τη Σαγιάνου, η οποία «ηρίστευσε καθ’ όλην την γραμμήν, διότι είνε ωραία και κατέχει τελείως το μυστικόν του καλού παιξίματος εις τον κινηματογράφον». Η Στέλλα Χριστοφορίδου έπαιξε «όσον ημπορούσε καλλίτερα», ενώ θετικότατες ήταν οι αξιολογήσεις και για τους υπόλοιπους ηθοποιούς, αλλά και για τον Δ. Γαζιάδη, ο οποίος «φαίνεται να κατέχη... εις την εντέλειαν τα μυστικά της οθόνης». Αναφέρθηκε μάλιστα κι ένα παράδειγμα που αποδείκνυε του λόγου το αληθές (ως προς τη σκηνοθεσία): «Εκείνος ο χονδρός κρασοπατέρας που βουτά το ψωμί του εις τα ρεβίθια και αφού αδειάση το πιάτο του, εξακολουθεί να το σκουπίζη δυο και τρεις φορές με το ψωμί του, είνε αληθινόν αριστούργημα ηθογραφίας. Ο ταβερνιάρης και οι θαμώνες της «Κληματαργιάς» μια ζωντανή αθηναϊκή συνοικία». Θετική αποτιμούσε ο Καπ.Σ. και τη σκηνή του πετροπόλεμου, που είχε προκαλέσει την αντίδραση του συναδέλφου του στο Έθνος, καθώς ο κόσμος «ξεκαρδίζεται στα γέλοια» από τις ερμηνείες.

Η εφημερίδα Ταχυδρόμος-Ομόνοια της Αλεξάνδρειας, όπου ξεκίνησε να προβάλλεται από τις 12 Νο­εμβρίου της ίδιας χρονιάς («Ριάλτο»), έγραψε για μια «μεγάλην επιτυχίαν εις την πρόοδον της ελληνικής κινηματογραφίας», ενώ τα διάφορα λαϊκά μουσικά μοτίβα του Χατζηαποστόλου - προ παντός στη σκηνή της ταβέρνας - αξιολογήθηκαν ως «επιτυχέστατα», που προκαλούσαν «τον γενικόν ενθουσιασμόν».

Αντίθετα, αρνητικές εντυπώσεις φαίνεται ότι άφησαν οι «Απάχηδες» στην Καβάλα, όπου προβλήθηκαν με καθυστέρηση δύο ετών και για δύο μόνο ημέρες (14 και 15 Απριλίου 1932 στα «Ολύμπια»). Οι προβολές σταμάτησαν απότομα, πιθανότατα λόγω τεχνικών προβλημάτων που έκαναν την ταινία «αγνώριστη», ενώ τόσο η κινηματογραφική αίθουσα όσο και τοπική εφημερίδα κατηγορούσαν... τους Δραμινούς, ότι αυτοί απέστειλαν το φιλμ ελαττωματικό!

«Ατυχή» χαρακτήριζε την ταινία συνολικά ο ανταποκριτής του Variety στην Αθήνα, ενώ έκρινε ως «αποτυχία» την προσπάθεια της «Νταγκ» να τη γυρίσει ως ηχητικήΕξάλλου, σχολιάζοντας συνολικά τον ελληνικό κινηματογράφο, το The Motion Picture News σχολίαζε ότι βρισκόταν ακόμη σε «νηπιακή ηλικία, και κρίνοντας από τη μικρή πρόοδο που σημειώθηκε τα τρία τελευταία χρόνια, θα χρειαστεί πολύς καιρός μέχρι ν’ αποκτήσει επαρκή σημασία» για το κοινό εκτός Ελλάδας.

Πηγές:
Δημοσιεύματα των εφημερίδων Έθνος (Μάρτιος, Απρίλιος 1930), Ελληνική (Οκτώβριος 1930), Εσπερινή (Απρίλιος 1930· Αύγουστος 1932), Κήρυξ Καβάλας (Απρίλιος 1932), Πατρίς (Απρίλιος 1930), Πρωία (Φεβρουάριος 1930), Ταχυδρόμος-Ομόνοια (Νοέμβριος 1930) και των αμερικανικών περιοδικών The Motion Picture News (Οκτώβριος 1930) και Variety (Μάιος, Αύγουστος 1930).

ΕΠΟΜΕΝΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: «Η γροθιά του σακάτη»: Η πρώτη ελληνικά ομιλούσα ταινία

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου