«Ο παληάτσος της ζωής»: Η ταινία του “Έλληνα Σαρλώ”

Στις 21 Απριλίου 1930, μια μέρα μετά τα «Γαλάζια Κεριά», στο «Πάνθεον» έκανε πρεμιέρα μια κωμική ταινία επτά πράξεων - αλλά με δραματικό φινάλε. Ήταν «Ο παληάτσος της ζωής», παραγωγή της πρωτοεμφανιζόμενης «Ακροπόλ Φιλμ» με πρωταγωνιστή τον Κίμωνα Σπαθόπουλο, περισσότερο γνωστός ως «ο Έλλην Σαρλώ» μέσα από διαφημιστικά ταινιάκια. Η αμοιβή του για τον «Παληάτσο» συμφωνήθηκε σε 5.000 δραχμές το μήνα συν ποσοστά από τις εισπράξεις, εφόσον η ταινία θα σημείωνε εμπορική επιτυχία, ποσό που ο ίδιος περιέγραφε «για κλάψιμο».

Λίγα λόγια για την ιστορία του έργου:
Ο Σαρλώ είναι ένας Έλληνας αλήτης, που γυρίζει λαθραία από την Αμερική. Μέσα στο υπερωκεάνιο γνωρίζεται με την Ισμήνη, έναν αισθηματικό, μελαγχολικό τύπο γυναίκας, που δεν τη συγκινεί ο Ντιντής, ο ηλίθιος αρραβωνιαστικός της. Η Ισμήνη πληρώνει το εισιτήριο του Σαρλώ, τον συμπονά κι αρχίζει να τον συμπαθεί.
Έχοντας χάσει τα ίχνη της Ισμήνης, όταν το υπερωκεάνιο αγκυροβόλησε στο λιμάνι του Πειραιά, ο Σαρλώ την αναζητά στην Αθήνα. Περιπλανιέται πρώτα στις Στήλες του Ολυμπίου Διός και στη συνέχεια στο Ζάππειο, όπου ανακαλύπτει την αγαπημένη του. Αρχίζει να της μιλά με απερίγραπτους μορφασμούς, να πηδά σαν τρελός και καθώς οι δυο τους περπατούν προς τον Βασιλικό Κήπο, κοντά στη λίμνη που πλέουν ζευγαρωμένα χρυσοκόκκινα ψαράκια, η Ισμήνη του λέει για πρώτη φορά «Σ’ αγαπώ»! «Μ’ αγαπάς;», τη ρωτά έκπληκτος αυτός. «Σ’ αγαπώ!» του απαντά εκείνη κι ο Σαρλώ.. τα χάνει, χάνει και την ισορροπία του και βρίσκεται ολόκληρος μέσα στη λίμνη. Βγαίνει, αλλά η αγαπημένη του ξεσπά σε γέλια και του δηλώνει ότι είναι πολύ γελοίος!
Ο Σαρλώ πηγαίνει στην Αράχοβα, για να συναντήσει ληστές που θα τον βοηθήσουν ν’ απαγάγει την Ισμήνη. Ο αρχηγός των ληστών δεν τον πιστεύει και αποφασίζει να τον σφάξει. Όμως την τελευταία στιγμή, ύστερα από σεισμό, ο λήσταρχος σκοτώνεται από κατολίσθηση βράχου. Οι άλλοι ληστές, ευχαριστημένοι από το θάνατο του αρχηγού, ανακηρύσσουν τον Σαρλώ λήσταρχο κι εκείνος δέχεται. Άλλωστε, έχει την εντύπωση ότι του πηγαίνουν οι φουστανέλες!
Έτσι, λοιπόν, ο Σαρλώ καταλήγει να γίνει ψευτοληστής, που συλλαμβάνει την Ισμήνη και τον Ντιντή, όμως συλλαμβάνεται κατόπιν κι αυτός, όταν τον κατέδωσε ο μνηστήρας της Ισμήνης, με αποτέλεσμα η τελευταία να τον εγκαταλείψει. Κι ενώ το κορίτσι μαραίνεται από τη λύπη, ο Σαρλώ καταδικάζεται σε θάνατο, όμως την τελευταία στιγμή σώζεται, καθώς του χορηγείται χάρη. Όταν δε μετά τις μυθιστορηματικές περιπέτειες του είναι πια ελεύθερος και τρέχει προς την ευτυχία του, πηγαίνει στο σπίτι της Ισμήνης κι εκεί μαθαίνει ότι η αγαπημένη του έσβησε για πάντα από τη φθίση και τον καημό της. Κι αυτός, πονεμένος αιώνιος παλιάτσος της ζωής, ξαναπαίρνει τον ατελείωτο και παντοτινό δρόμο της αλητείας, που του έχει γράψει η Μοίρα.

Στο ρόλο της Ισμήνης εμφανιζόταν η Μπέλλα Μηχανιώτου. Συμμετείχαν επίσης οι Ευάγγελος Δαμάσκος, Νίκος Μεταξάς, Γιάννης Θέος, Ντόλυ Θεολογίδου (στο ρόλο της υπηρέτριας) και η Ντίνα Σαρρή, η οποία ακόμη προσπαθούσε να... ξεκινήσει την κινηματογραφική της καριέρα.

Αρχικά, ο ρόλος της πρωταγωνίστριας είχε προταθεί στην Ντόλυ Θεολογίδου. Η κοπέλα είχε συστηθεί στην «Ακροπόλ-φιλμ» από ένα γνωστό της ηθοποιό, τον Ανδρέα Ευαγγελίου, με τον οποίο θα συνεργάζονταν ένα χρόνο αργότερα στην ταινία «Κάιν και Άβελ». Ωστόσο απέρριψε τον πρωταγωνιστικό ρόλο με το σκεπτικό ότι «πρέπει να αρχίζη κανείς από τα μικρά για να καταλήξη στα μεγάλα» - ή τουλάχιστον αυτό θα ανέφερε η ίδια σε συνέντευξή της. Κι έτσι, την Ισμήνη του «Παληάτσου της ζωής» υποδύθηκε η.. ξαδέρφη της, Μπέλλα Μηχανιώτου.

Το σενάριο ήταν του Ορέστη Λάσκου· η σκηνοθεσία του Δ. Μεραβίδη. Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν το καλοκαίρι του 1929 στην Αράχοβα, στη μονή Οσίου Λουκά, στο Κορύκειο της Άνδρου, στην Ελευσίνα και σε διάφορα σημεία της Αθήνας. Μάλιστα, η εμφάνιση του Σπαθόπουλου στους δρόμους της Αθήνας ως πιστό αντίγραφο του «Σαρλώ» έγινε αντικείμενο συζήτησης χαρίζοντας στην ταινία πρόωρη δημοσιότητα.



ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Η Ίρις Σκαραβαίου αναρωτιόταν μέσα από τη στήλη της στην Εσπερινή γιατί ο Λάσκος δεν ανέλαβε αυτοπροσώπως τη σκηνοθεσία και την καλλιτεχνική διεύθυνση της ταινίας, μιας και ο σκηνοθέτης δεν μπόρεσε να εκμεταλλευθεί «την έννοια» του σεναρίου. Όσον αφορά τον Σπαθόπουλο, αν και ήταν «από τους καλλιτέρους μίμους του Τσάπλιν που είδομεν ποτέ», όμως του έλειπε «ο μεγάλος αυθορμητισμός του Σαρλώ, η θαυμαστή γοργότης των κινήσεών του και η αποφασιστικότης», στοιχεία που θα μπορούσαν να βελτιωθούν, αν υπήρχε ένας «ικανός ρεζισέρ».

Εξοργισμένος αναγνώστης του Έθνους διαμαρτυρήθηκε, επειδή κάποιοι χαρακτήρες του έργου ήταν ληστές, κάτι που ίδιος αξιολογούσε ως προσβλητικό για την εικόνα της χώρας: «Παραπονούμεθα οσάκις οι ξένοι παριστάνουν την Ελλάδα ως ληστοκρατουμένην. Αλλά τι πρέπει να πούμε όταν μία ελληνική κινηματογραφική ταινία εμφανίζει τους ληστάς εις τα πρόθυρα των Αθηνών; Και τι επιπροσθέτως να πουν οι ξένοι πλέον όταν βλέπουν εις την ιδίαν ελληνικήν ταινίαν ασεβή όσον και χυδαία και ηλίθια αστεία με τον Σταυρόν και με την Αγίαν Μετάληψιν;».

Ο υπερευαίσθητος αναγνώστης απορούσε γιατί δεν είχε παρέμβει η αρχή λογοκρισίας για ν’ απαγορεύσει «τουλάχιστον τας ασεβείς όσον και ηλιθίας αυτάς σκηνάς», όπως η Σκηνή του Σταυρού και της Μετάληψης, για την οποία δεν γνωρίζουμε λεπτομέρειες, πέραν του ότι, σύμφωνα με τον επιστολογράφο, θύμιζε τις εικόνες από την «αντιθρησκευτικήν προπαγάνδαν» των Σοβιέτ!

Στη Θεσσαλονίκη η ταινία προβλήθηκε στα «Διονύσια» από τις 05.05.1930. Η εφημερίδα Μακεδονία απορούσε για την εμπορική επιτυχία της: «Πολύς κόσμος τρέχει να ιδή την ταινίαν του έλληνος Σαρλώ, η οποία θα μπορούσε να είναι πολύ καλή, αν τα μηχανικά μέσα της εταιρείας ήσαν αρτιώτερα και αν κατεβάλλετο ιδιαιτέρα προσοχή εις το γύρισμα της. Επίσης, μπορούσε η υπόθεσις να είναι πλέον ενδιαφέρουσα».

Την ίδια περίοδο (01-07.05.1930) η ταινία προβλήθηκε και στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Η εφημερίδα Ταχυδρόμος-Ομόνοια έδειχνε εντυπωσιασμένη από τον Σπαθόπουλο:
«Παίζει τον ρόλον του Σαρλώ με τέτοιαν θαυμασίαν επιτυχίαν που ασφαλώς ο πραγματικός Σαρλώ δεν θα έχη κανένα λόγον δυσαρεσκείας διά τον σωσίαν του.
Πρωτοφανής ομοιότης. Τον μιμείται καταπληκτικά σε όλα. Φαίνεται χαρούμενος, μα μέσα του υποφέρει. Αληθινός παληάτσος, πραγματικός Σαρλώ. Θα τρίβετε τα μάτια σας όταν θα τον ιδήτε εις την οθόνην. Δεν θα τον ξεχωρίζητε από τον πραγματικόν».

* * *

ΠΩΣ Ο ΣΠΑΘΟΠΟΥΛΟΣ ΕΓΙΝΕ Ο « ΕΛΛΗΝΑΣ ΣΑΡΛΩ»

Ο Κίμων Σπαθόπουλος είχε ξεκινήσει να μιμείται τον «Σαρλώ», τον διαχρονικά αστείο ήρωα που ο Τσάρλι Τσάπλιν ενσάρκωνε στον κινηματογράφο, πολλά χρόνια πριν τον «Παλιάτσο της ζωής», όσο ακόμη ζούσε στην Κωνσταντινούπολη, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε. Ωστόσο, σε συνεντεύξεις του στις εφημερίδες Ελληνικός Ταχυδρόμος και Σκριπ ο Σπαθόπουλος διηγήθηκε δύο διαφορετικές εκδοχές για το πώς ξεκίνησαν όλα.

Στην πρώτη του συνέντευξη στον Ελληνικό Ταχυδρόμο τον Ιούνιο του 1929, ο Σπαθόπουλος τοποθετούσε χρονικά τα γεγονότα στις απόκριες του 1920, όταν ο ίδιος ήταν 16-18 χρονών. Γλεντούσε σε μια μπυραρία, όταν εμφανίστηκε ένας φίλος του, ο Δριμύκης, φορώντας τα μουστάκια του Σαρλώ. Ο Σπαθόπουλος τα δανείστηκε και παράλληλα χαμήλωσε το παντελόνι του, όπως ο κινηματογραφικός ήρωας, τον οποίο άρχισε να μιμείται σημειώνοντας πάταγο. Από τότε συνήθιζε να μιμείται το Σαρλώ, μέχρι που τα Χριστούγεννα του 1921 συμμετείχε σε διαγωνισμό καλύτερης μεταμφίεσης, που είχε οργανωθεί στον αγγλικό στρατώνα της Κωνσταντινούπολης, κερδίζοντας το πρώτο βραβείο, το οποίο και παρέλαβε από τα χέρια του στρατηγού Χάρις.

Ωστόσο, στη συνέντευξή του στο Σκριπ, ο Σπαθόπουλος τοποθετούσε χρονικά τα γεγονότα στις Απόκριες του 1922. Σύμφωνα με αυτήν την εκδοχή, ο παιδικός του φίλος Δρυμίκης δεν φορούσε ο ίδιος, αλλά είχε ετοιμάσει ειδικά για τον Σπαθόπουλο ως έκπληξη μια ενδυμασία «Σαρλώ». Εκείνος τη φόρεσε και βγήκε στο Πέραν, όπου όλοι - Έλληνες, Τούρκοι και ξένοι αξιωματικοί - τρελάθηκαν με την εμφάνισή του και τον φώναζαν «Τσάρλι Τσάπλιν». Ένα αυτοκίνητο με αγγλική σημαία τον παρέλαβε και τον με­τέφερε στον στρατιωτικό χορό, που ο Άγγλος στρατηγός Χάριγκτων - και όχι Χάρις - διοργάνωνε στο κέντρο «Χαρμπιέ», και εκεί ο Σπαθόπουλος κέρδισε το πρώτο βραβείο.

Όσον αφορά το τι ακολούθησε, οι δυο συνεντεύξεις λειτουργούν συμπληρωματικά η μία στην άλλη. Απ’ ό,τι φαίνεται, ο Σπαθόπουλος είχε τ’ όνειρο να βρεθεί στο Χόλιγουντ, όμως ο μεταναστευτικός νόμος τον εμπόδιζε ν’ αφήσει την Κωνσταντινούπολη για την Αμερική κι έτσι κατέληξε στο Παρίσι, όπου βρήκε δουλειά σ’ ένα υποδηματοποιείο. Τις απόκριες του 1926, ο Σπαθόπουλος συνόδευσε την οικογένεια του αφεντικού του σ’ ένα διαγωνισμό μασκέ αριστοκρατικού κέντρου στο Καλιζόν με θέμα την καλύτερη με­ταμφίεση του Σαρλώ. Περίπου σαράντα ήταν οι διαγωνιζόμενοι, αλλά νικητής αναδείχθηκε για ακόμη μια φορά ο Σπαθόπουλος. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά η μεταμφίεσή του σχολιάστηκε από γαλλικές εφημερίδες, όπως η Πτι Παριζιέν και η Ιλουστρασιόν.

Ένας κεντρικός κινηματογράφος του Παρισιού, που πρόβαλε ταινίες του Τσάρλι Τσάπλιν, επέλεξε τον Σπαθόπουλο ως ζωντανή διαφήμιση, να στέκεται έξω από την πόρτα για να μαζεύεται περισσότερος κόσμος. Αργότερα του άνοιξαν και νέοι δρόμοι, καθώς εργάστηκε σε διάφορα μιούζικ χολ στη Μονμάρ­τη, ενώ φερόταν να είχε συμμετάσχει και στην ταινία «Πανάμ» δημιουργώντας διάφορους τύπους. Όμως ο ίδιος δεν ήταν απόλυτα ικανοποιημένος. «Έκανα διάφορες φιγκυράν, αλλά η μανία όλων ήταν να κάμω Σαρλώ. Είχα αρχίζει ν’ απελπίζωμαι... Γιατί δεν ημπορούσα να υποφέρω την ιδέα, ότι έπρεπε να μιμούμαι της επιτυχίες άλλου ηθοποιού, έστω και αν αυτός είνε ο μεγάλος Σαρλώ» εξομολογήθηκε στον Ελληνικό Ταχυδρόμο.

Όταν πληροφορήθηκε ότι άρχισαν να γυρίζονται ελληνικές ταινίες, μπήκε σ’ ένα βαπόρι και ήρθε στην Ελλάδα. Φιλοδοξούσε να πλάσει ένα δικό του «ρωμέικο κωμικό τύπο», όμως οι κινηματογραφικές εταιρίες τον έδιωχναν: «Μου έλεγαν ότι δεν μπορούσαν να διακινδυνεύσουν ταινίες με κωμωδία. Εις τα δράματα, λένε, πάνε οι Αθηναίοι εκ του ασφαλούς». Έτσι, έβγαζε τα προς το ζην υποδυόμενος το Σαρλώ σε διαφημιστικά φιλμάκια, ώσπου του ήρθε η πρόταση για τον «Παληάτσο της ζωής».

Θα υποδυόταν λίγους ακόμη κινηματογραφικούς ρόλους, ενώ θα συνέχιζε να μιμείται το Σαρλώ σε διάφορες περιστάσεις (π.χ. στο καρναβάλι της Πάτρας το 1939, στην ταινία «Η ανθοπώλις των Αθηνών» του 1945 κλπ.). Γρήγορα, όμως, ο Σπαθόπουλος θα γινόταν μακιγιέρ, ιδιότητα στην οποία θα διέπρεπε την περίοδο της πραγματικά μεγάλης ακμής του ελληνικού κινηματογράφου ως συνεργάτης της «Φίνος Φιλμς».

Πηγές:
Δημοσιεύματα των εφημερίδων Ακρόπολις (Ιούνιος 1929), Έθνος (Μάρτιος, Απρίλιος 1930), Ελληνική (Οκτώβριος 1930), Ελληνικός Ταχυδρόμος (Ιούνιος 1929), Εσπερινή (Απρίλιος 1930), Μακεδονία (Μάιος 1930), Σκριπ (Μάιος 1930).

ΕΠΟΜΕΝΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: «Οι απάχηδες των Αθηνών»: Η πρώτη κινηματογραφική διασκευή οπερέτας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου