«Ελληνική ραψωδία»

Και ενώ η Θεσσαλονίκη παλλόταν στους ρυθμούς του «Μοιραίου», στην Αθήνα, μόλις σταμάτησε η προβολή του «Αγαπητικού της Βοσκοπούλας», ακολούθησε ακόμη μία ομιλούσα ελληνική ταινία, η «Ερωτική Ραψωδία», ένα αγροτικό ειδύλλιο μήκους 2.500 μέτρων, που διαφημιζόταν ως «ποίημα αγροτικό, ένα ειδύλλιο που μυρίζει θυμάρι, ένας ύμνος στον πραγματικό έρωτα».
Η ταινία έπρεπε - εκ των πραγμάτων - να συγκριθεί με μια μεγάλη εμπορική επιτυχία και η αλήθεια είναι πως δεν τα κατάφερε καθόλου καλά. Οι κακοί οιωνοί της προχειρότητας υπήρχαν εξ αρχής. Ξεκίνησε να γυρίζεται τον Σεπτέμβριο του 1930 από μια εταιρία... χωρίς όνομα. Τα «βαφτίσια» έγιναν εν μέσω φαγητού και ποτού μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων της πρώτης μέρας, όσο το συνεργείο ξεκουραζόταν σε μια ταβέρνα. Νονά ήταν η Ντίνα Σαρρή (επιτέλους πρωταγωνίστρια!), η οποία και επέλεξε το καθόλου μετριόφρων όνομα... «Ντίνδριτς φιλμ», συνδυάζοντας το όνομά της με το επώνυμο του χρηματοδότη της εταιρίας, Δρίτσα!

Όσον αφορά το σενάριο, αυτό είχε ως εξής:
Η ιστορία εξελίσσεται στο όμορφο Κρινάρι, ένα χωριό της Βοιωτίας, του οποίου οι μοναδικοί προύχοντες ήταν ο Πανταζής Φανάρας, γιατρός και πρόεδρος της κοινότητας, και ο Παντελής Αυγουλάς. Στο χωριό έμενε ο γιος του Φανάρα, Ανδρέας, και η Ρηνούλα, μια ορφανή, που από τον καιρό που την είχε υιοθετήσει η κοινότητα, το χωριό ευτύχησε. Γι’ αυτό ο Φανάρας της είχε δώσει τ’ όνομα «Η μικρή θεότης της βλαστήσεως».
Ο Ανδρέας αγαπούσε τη Ρηνούλα κι όταν το μυρίστηκε ο δάσκαλος, ορκίσθηκε εκδίκηση, γιατί την αγαπούσε κι αυτός. Έτσι, στην πρώτη συνεδρίαση του κοινοτικού συμβουλίου πρότεινε να φύγει ο Ανδρέας για την Ευρώπη, για να εξακολουθήσει τις σπουδές του ως γεωπόνος, μια και η κοινότητα χρειαζόταν έναν τέτοιον ειδικό.
Ο Ανδρέας φεύγει κι όταν ξαναγυρίζει από την Ευρώπη, φέρνει μαζί του την Ζερμαίν, που ξεμυαλίζει τους χωρικούς με μανικιούρ και κόψιμο γυναικείων μαλλιών. Η Ρηνούλα, βλέποντας πως ο Ανδρέας την ξέχασε για το χατίρι της Ευρωπαίας, φεύγει για την Αθήνα. Την ακολουθεί ο Ιορδάνης (ο δάσκαλος). Φθάνοντας στην Αθήνα βάζουν το γάιδαρο σ’ ένα γκαράζ κι ύστερα καταλύουν σ’ ένα από τα καλύτερα ξενοδοχεία. Εκεί η Ρηνούλα - παρά τα προληπτικά μέτρα του Ιορδάνη - πέφτει στα δίχτυα ενός γνωστού γλεντζέ γυναικοθήρα.
Εν τω μεταξύ, στο Κρινάρι μεγάλες θεομηνίες επιφέρουν καταστροφές στα προϊόντα και οι απλοϊκοί χωρικοί τις αποδίδουν στους μοντερνισμούς της Ευρωπαίας και στην αναχώρηση της Ρηνούλας. Ο δάσκαλος, διαβάζοντας στην εφημερίδα τις καταστροφές και βλέποντας πως δεν μπορεί να σώσει τη Ρηνούλα, την εγκαταλείπει κι αποφασίζει να γυρίσει στο χωριό. Χαζεύοντας σε μια βιτρίνα, συναντά κατά τύχη τον Ανδρέα, τον οποίο είχαν διώξει οι χωρικοί μαζί με την Ευρωπαία. Του εκθέτει το κατάντημα της Ρηνούλας και οι δυο μαζί σπεύδουν στο ξενοδοχείο.
Η Ρηνούλα, ύστερα από ένα γερό μεθύσι στο καμπαρέ, βρίσκεται στα νύχια του διαφθορέα της. Ενώ προσπαθεί να γλιτώσει απ’ αυτόν, την κρισιμότερη στιγμή ανοίγει η πόρτα και μπαίνουν ο Ανδρέας με το δάσκαλο. Διώχνουν το γυναικοθήρα και ύστερα από μια δραματική σκηνή ο δάσκαλος γυρίζει στο χωριό με τη Ρηνούλα, ενώ μένει ο Ανδρέας, αφού προηγουμένως της έδωσε την υπόσχεση πως τότε μόνο θα γυρίσει, όταν εξαγνισθεί με την αναχώρηση της Ευρωπαίας για την πατρίδα της.
Δεν περνά πολύς καιρός κι ένα πρωί εμφανίζεται στο χωριό ο Ανδρέας ζητώντας να παραμείνει εκεί. Οι χωρικοί εξανίστανται και μόνο μετά από επέμβαση της Ρηνούλας δέχονται να μείνει ο Ανδρέας και να εργασθεί. Σιγά-σιγά αρχίζει να επανέρχεται στο χωριό ο πλούτος και η γαλήνη. Και μια μέρα, που ο Ανδρέας και η Ρηνούλα βρίσκονταν στους αγρούς, συμφιλιώνονται,πέφτει ο ένας στην αγκαλιά του άλλου και τελικά παντρεύονται.

Κάποιοι από τους ηθοποιούς της ταινίας:
Ντίνα Σαρρή ..................
Ρένα
Ραφαέλ Ντενόγια ...........
Ανδρέας Φανάρας
Ιωάννης Πρινέας ............
Ιορδάνης Βροντάδος (ο δάσκαλος)
Νίτσα Φιλοσόφου ..........
Ζερμαίν
Μάριος Παλαιολόγος ....
Πανταζής Φανάρας (ο πρόεδρος)
Μαρία Πρινέα ................
η σύζυγος του προέδρου
Ηρακλής Χαλκιόπουλος, Χαρίκλεια Τριχά, Βεράρδος

Το σενάριο και η σκηνοθεσία ήταν του Ιωάννη Πρινέα, οπερατέρ ο Δημήτρης Μεραβίδης, ενώ ο Κίμων Σπαθόπουλος επιμελήθηκε το μακιγιάζ. Τη μουσική της ταινίας συνέθεσε ο Γρηγόρης Κωνσταντινίδης. Στην «Ελληνική ραψωδία» ακούστηκαν ένα φοξ, ένα ταγκό, ένα βαλς και δύο κόρα: η «Αγράμπελη» και το «Αν παρήλθαν οι χρόνοι εκείνοι». Το βαλς τραγουδούσε η Ντίνα Σαρρή, το ταγκό με τίτλο «Όχι δεν θέλω πια να σε φιλήσω» η Σαρρή με τον Δενόγια, ενώ το φοξ ερμήνευσε ο Πρινέας.

Γνωρίζουμε και κάποιους από τους στίχους, άκρως χιουμοριστικοί, σχετικοί μ’ ένα... γουρουνάκι!
Μικρό μου γουρουνάκι δεν σε ξεχνώ,
συχνά σε συλλογιέμαι στη μοναξιά μου,
με την ανάμνησή σου τις ώρες μου περνώ
μικρό μου γουρουνάκι παρηγοριά μου.

ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ

Η ταινία ήταν ομιλούσα κατά πολύ μεγάλο ποσοστό. Οι λιγοστές κάρτες με κείμενα είχαν περισσότερο σχολιαστικό περιεχόμενο, δίνοντας την κωμική νότα στο έργο. Για παράδειγμα, όταν ο δάσκαλος και η Ρηνούλα πήγαιναν στην Αθήνα πάνω στο γάιδαρο, μια κάρτα σχολίαζε: «ως νέος Ιωσήφ ο δάσκαλος του χωριού οδηγούσε την παρθένον» κι όταν στη συνέχεια ο δάσκαλος επέστρεφε μόνος πάνω στο γαϊδούρι, μια κάρτα περιέγραφε: «οι δύο διανοούμενοι του χωριού»!

Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν στο Χαλάνδρι, στα περίχωρα της Αττικής και σε τοποθεσίες όπως το κέντρο Κιτ-Κατ, το Ακροπόλ Πάλας, το Εθνικό θέατρο, στου Χρυσικόπουλου κλπ. Ωστόσο, η αρχή έγινε στις Κουκουβάουνες.. Η υποδοχή του συνεργείου από τους κατοίκους ήταν αποθεωτική, με κωδωνοκρουσίες και την παρουσία πολλών, περίεργων να δουν από κοντά πώς γυρίζεται μια ταινία. Τρεις ήταν οι σκηνές που γυρίστηκαν εκεί.

Η πρώτη σκηνή:
Στο «Κυνοτικόν Γραφήον» του Κριναρίου συνεδριάζει το συμβούλιο, το οποίο αποτελείται από το δάσκαλο του χωριού, το φαρμακοποιό, τον μπακάλη και το γιατρό, προκειμένου να σταλεί στο Παρίσι για συνέχιση των σπουδών του ο Ανδρέας Φαναράς, γιος του προέδρου. Υπάρχει συμφωνία και στη συνέχεια τοιχοκολλείται το κείμενο της απόφασης, το οποίο μόνο για την ορθογραφία του δεν μπορούσε να επαινεθεί – κι ας ήταν ο δάσκαλος του χωριού.... γραμματέας της κοινότητας!
«Κυνότης Κριναρίου
Αποφάση της Κυνότητος ο κ. Ανδρέας Φανάρας πρέπει ναναχορύση τάχιστα δι’ Εβρόπην όπως επαναλάβοι τας σποδάς του εις την Γεοπωνικήν Σχωλήν, εξόδοις της Κυνότητος.
Η παρούσα θεωρύτε και ως εδιαιτέρα πρόσκλησης.
Εν Κριναρίω τη 30 Αυγούστου 1931.
Τα Μέλι
Ο Πρόεδρος Ο Γραμματεύς
Π. ΦΑΝΑΡΑΣ Κ. ΒΡΟΝΤΑΔΟΣ

Ακολουθούσε η δεύτερη σκηνή:
Ο Ανδρέας Φαναράς, προτού φύγει από το χωριό του για το Παρίσι, συναντά στο δρόμο τη Ρένα, την οποία κυνηγάει για να τη φιλήσει. Την πιάνει και της αρπάζει το κοφίνι από τα χέρια. Η Ρένα του ξεφεύγει με μια χαριτωμένη κίνηση και ο Ανδρέας μένει με το κοφίνι στα χέρια.

Και η τρίτη:
Η Ρένα αποχαιρετά τη μητριά της και κατεβαίνει τις σκάλες του χαγιατιού της να πάει στον αγρό για σκάψιμο. Είναι ένα γραφικό, παλιό, χωριάτικο χαγιατάκι γεμάτο λουλούδια. Έχει ένα γεράνι στο παραθύρι, αρνάκια και κότες στην αυλή, ενώ απ’ έξω είναι το καφενείο του χωριού, όπου βρίσκεται όλο το κοινοτικό συμβούλιο σε απαρτία. Η Ρένα περνά, τους χαιρετά όλους, την καλημερίζουν όλοι, γιατί τη θεωρούν το «γούρι» του χωριού, ενώ όλοι μιλούν για τα προτερήματα και την ομορφιά της μακαρίζοντας τον Αν­δρέα, που θα την πάρει.

Ακολούθησαν γυρίσματα στο δάσος Χαλανδρίου, όπου γινόταν χαμός από κορίτσια, που ήθελαν να δουν από κοντά τους ηθοποιούς. Μάλιστα, μια μέρα δημιουργήθηκε κι ένα «επεισόδιο», όταν χάθηκε ένα κουτί μακιγιάζ. Το είχε αρπάξει μια ομάδα κοριτσιών, που κρύφτηκαν στις καλαμιές, μακιγιαρίστηκαν και βγήκαν έτοιμες για...γύρισμα, πιστεύοντας ότι με αυτόν τον τρόπο θα γίνονταν πρωταγωνίστριες. Βέβαια, η κάμερα δεν τους τράβηξε κάποιο πλάνο, αλλά οι μανάδες τους τις τράβηξαν από τα μαλλιά, όπως σχολίαζε η εφημερίδα, που δημοσίευσε την... είδηση.

Μια χαρακτηριστική, κωμική σκηνή της ταινίας είχε ως εξής:
Την ώρα που ο δάσκαλος δίδασκε στα παιδιά, αποκοιμήθηκε πάνω στην έδρα. Τα παιδιά, τότε, του φόρεσαν στο κεφάλι μια χάρτινη περικεφαλαία κι έφυγαν στα χωράφια. Όταν ο δάσκαλος ξύπνησε, βγήκε με το κουδούνι στα χέρια για να μαζέψει τους μαθητές του.
- Δάσκαλε, τι είσαι έτσι; του φωνάζει ο πρόεδρος του χωριού. Τι είναι αυτό στο κεφάλι;
Ο δάσκαλος αντιλαμβάνεται την περικεφαλαία και χωρίς να χάσει την ψυχραιμία του, παίρνει πόζα Ναπολέοντα με το χέρι στο σακάκι και λέει θριαμβευτικά:
- Έκανα μάθημα περί του Μεγάλου Ναπολέοντος.
Ο πρόεδρος όμως φαίνεται πως ήξερε καλά το δάσκαλο, μάντεψε το πάθημά του και ψιθύρισε:
- Μου φαίνεται πως δεν έχω άδικο να λέω πως είσαι βλάκας με περικεφαλαία!

Η φωνοληψία πραγματοποιήθηκε στο Βερολίνο (Λιγνόσεν Φιλμ) τον Ιανουάριο του 1932 υπό την επίβλεψη του σκηνοθέτη Ντάκοβερ Κόσμαν και ολοκληρώθηκε σε τέσσερις ημέρες, αφού προηγουμένως οι ηθοποιοί είχαν κάνει πρόβες στο στούντιο επί δεκάξι μέρες. Ο Ιωάννης Πρινέας αφηγήθηκε στην εφημερίδα Πατρίς την πρωτόγνωρη εμπειρία στο γερμανικό στούντιο:
«Είχαν τελειώσει όλες οι σφυρίχτρες και τα κουδούνια της προειδοποιήσεως και είχαν σβύσει τα φώτα για να προβληθή το φιλμ και ν’ αρχίσω να μιλώ. Δεν μου φαίνεται να είχα τρακ, μα πεινούσα τρομερά και η κοιλιά μου γουργούριζε τόσο, ώστε τα γουργουρητά της τα πήρε το μικρόφωνο. Οι σύντροφοί μου έσκασαν στα γέλοια και ο φωνολήπτης διέκοψε την φωνοληψίαν καταλογίζοντας 10 χιλιάδες δραχμές στην εταιρία για το χάλασμα της πλάκας. Όταν ξανάρχιζε η φωνοληψία πεινούσα δεν πεινούσα η κοιλιά μου δεν έβγαζε μιλιά, αφού κάθε γουργούρισμά της στοίχιζε τόσο ακριβά!».

Και η αλήθεια είναι ότι οι Έλληνες ηθοποιοί υπέφεραν στο Βερολίνο από άποψη φαγητού. Ο Πρινέας παραπονιόταν: «Μας βγάζαν κάτι φετίτσες, τόσες δα, ψωμιού, που τις κάναμε μισή μπουκουνιά τη μια και μας σερβίριζαν μπριζολάκια με... ζάχαρη. Πόσο ονειροπολούσαμε τις στιγμές εκείνες ολίγα... μπακαλιαράκια, λίγη ρετσίνα! Ευτυχώς που ανεκαλύψαμε ένα βουλγαρικό εστιατόριο, κάποιου Θεοδωρώφ, και εκεί με τα τσάτρα-πάτρα ελληνικά του κατορθώσαμε να συνεννοηθούμε και να φάμε ό,τι θέλαμε»!
Ο Ι. Πρινέας

ΠΡΟΒΟΛΕΣ - ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Η πρεμιέρα δόθηκε στους κινηματογράφους «Αττικόν» και «Κοτοπούλη» στις 15 Φεβρουαρίου 1932. Ωστόσο, η ανταπόκριση του κοινού δεν ήταν η προσδοκώμενη, βάζοντας «ταφόπλακα» στα κινηματογραφικά όνειρα της πρωταγωνίστριας, Ντίνας Σαρρή.

Αρχές Απριλίου η ταινία προβλήθηκε στα «Ηλύσια» της Θεσσαλονίκης, ενώ μεγάλη ήταν η διαφημιστική προβολή της στην Αλεξάνδρεια (από τις 05.05.1932 στο «Κοσμογράφ»). Το Μάιο του 1933, η ταινία προβλήθηκε και πάλι στην Αλεξάνδρεια, αλλά με τον τίτλο «Ελληνικά ειδύλλια».

Οι κριτικοί αγνόησαν την «Ελληνική ραψωδία». Ο «κ.Χ.» της Πατρίδος αναγνώριζε ότι το σενάριο ήταν μεν ωραίο, αλλά το παίξιμο των ηθοποιών «δεν ήτο εις το επίπεδο του σενάριο». Ο Πρινέας «εύρεν τρόπον να διασκεδάση αρκετά το κοινόν με τον τύπον του δασκάλου Ιορδάνη που διέπλασεν», όμως όλοι οι υπόλοιποι, «αγνοούντες κατά πάσαν πιθανότητα την οθόνην, ήσαν εις τα μάτια του κοινού, ειρωνεία των ηθοποιών του κινηματογράφου». Αρνητική ήταν η κριτική για τα τρία τραγούδια, τα οποία θα σημείωναν επιτυχία μόνο «καταλλήλως και τεχνικώς αναπτυσσόμενα και εκμεταλλευόμενα».

Χειρότερα όμως όλων ήταν η σκηνοθεσία του Πρινέα (που άλλωστε δεν είχε σχετική εμπειρία) και ο συγχρονισμός που «κατέστησεν αφόρητον το φιλμ». Ο κ.Χ. έγραφε: «Είνε περιττόν να επαναλάβω εδώ την τυραννίαν που υπέστησαν οι θεαταί από τον συγχρονισμόν αυτόν, ο οποίος λες και έγινεν έτσι, διά να μας κάμη να απογοητευθώμεν διά το μέλλον της κινηματογραφικής βιομηχανίας μας». Και κατέληγε: «Πρέπει τέλος πάντων να εννοηθή ότι εκείνο που ονομάζομεν Τέχνη, δεν είνε αδέσποτον παληοχώραφο, εις την διάκρισιν του παντός. Πας διαθέτων εν μικρόν κεφάλαιον χρημάτων, δεν είνε και αρμόδιος διά καλλιτεχνι­κάς επιδόσεις [...] Όσοι έχουν χρήματα και θέλουν σοβαρώς να συντελέσουν εις την κινηματογραφικήν βιομηχανίαν μας, έχουν καθήκον να συγκεντρώσουν γύρω των όλους τους καλλιτέχνας και όλα τα μέσα που θα εξασφαλίσουν την επιτυχίαν. Άλλως, ας διαθέσουν τα χρήματά των αλλού..».

Η Μακεδονία περιορίστηκε να εξάρει το «μεγάλο κωμικό ταλέντο» του Πρινέα καλώντας το κοινό να παρακολουθήσει την ταινία «γιατί είναι ελληνική», ώστε να σημειώσει μεγαλύτερη επιτυχία από μια τούρκικη, που είχε προβληθεί στις αίθουσες το ίδιο περίπου διάστημα!

Μετά απ’ όλα αυτά, έκπληξη προκαλεί ο χαρακτηρισμός της «Ελληνικής Ραψωδίας» ως ένα «κινηματογραφικό αριστούργημα» από εφημερίδα της Καβάλας με αφορμή την προβολή της στην πόλη.

Πηγές: 
Δημοσιεύματα των εφημερίδων Η Βραδυνή (Σεπτέμβριος 1931), Μακεδονία (Απρίλιος 1932), Κήρυξ Καβάλας (Απρίλιος 1932), Πατρίς (Ιανουάριος, Φεβρουάριος 1932), Πολιτεία (Φεβρουάριος 1932).

ΕΠΟΜΕΝΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: «Έξω φτώχεια»: Η τελευταία ταινία μυθοπλασίας της “Νταγκ”

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου