«Ο μάγος της Αθήνας»: Η πρώτη χρωματισμένη ταινία. Μέρος δεύτερο: Οι προβολές της ταινίες, οι αρνητικές κριτικές, οι μηνύσεις και τι απέγινε ο Μαδράς

ΠΡΟΒΟΛΕΣ - ΚΡΙΤΙΚΗ

Ο «Μάγος της Αθήνας» ξεκίνησε να προβάλλεται στο «Σπλέντιτ» στις 30 Μαρτίου 1931. Οι διαφημίσεις στον τύπο προϊδέαζαν το κοινό για ένα «γυμνό αιγυπτιακό μπαλλέτο», που θα προκαλούσε «έκπληξιν», ενώ διαφημίστηκε ιδιαίτερα η εμφάνιση του «αλησμόνητου» Αρμάνδου Δελαπατρίδη. Ως πρωταγωνιστές αναφέρονταν ο Μαδράς, ο Μακρής, ο Πέτρος Κυριακός, ο τενόρος Δελένδας, η Λελανάδη και η «επιλαχούσα Μις Αθήναι» Αθηνά Διονύσου. Απουσίαζε τελείως το όνομα της Νέλλα Μέη.



Μετά την πρεμιέρα της ταινίας όλοι έμειναν... άφωνοι. Ελάχιστα σχόλια γράφτηκαν κι αυτά ήταν στην πλειοψηφία τους εξαιρετικά διακριτικά.
Ο Ελεύθερος Άνθρωπος αναγνώρισε ότι «δεν πρόκειται περί έργου μεγάλης τέχνης», αλλά «περί μιας φιλοτίμου προσπαθείας του συμπαθούς καλλιτέχνου διά την προαγωγήν της βιομηχανίας του κινηματογράφου εν Ελλάδι», η οποία άξιζε επαίνου μόνο και μόνο επειδή «ευρίσκουν εργασίαν τόσοι Έλληνες ηθοποιοί, οι οποίοι λόγω της θεατρικής κρίσεως δοκιμάζονται οικονομικώς»! Ηθογραφική όμως αξία είχαν οι σκηνές που «απεικονίζουν χαρακτηριστικώς τας λαϊκάς Αθήνας».

«Η αλήθεια είνε, ότι της ταινίας αυτής δεν της λείπει ούτε το χιούμορ, ούτε η σάτυρα των επικαίρων Αθηναϊκών γεγονότων» σχολίαζε συγκαταβατικά η Πατρίς, που σημείωνε ότι «ο φωτισμός της ταινίας ως και τα χρώματα, αρέσουν», ενώ απέδιδε το ενδιαφέρον του κοινού περισσότερο σε «περιέργεια [που] εξεδηλώθη αυθορμήτως».

ΟΙ ΜΗΝΥΣΕΙΣ

Όμως δεν ήταν όλοι το ίδιο διακριτικοί. Ο Σπύρος Μελάς αμφισβήτησε όχι μόνο την ποιότητα της ταινίας, την οποία χαρακτήρισε αποτυχημένη, αλλά και τις μεγαλόστομες δηλώσεις του Μαδρά για τη συνεργασία του με τη Σάρα Μπερνάρ και την καριέρα του στο Χόλιγουντ, αποκαλώντας τον «Δελαπατρίδη» και «Βδελλόπουλο». Εξαπέλυσε μάλιστα προσωπική επίθεση κατά του ηθοποιού γράφοντας ότι είχε τεράστιο κεφάλι, πολύ μικρά πόδια και ότι δεν άλλαζε ποτέ τις κάλτσες του!

Η αλήθεια είναι ότι η κριτική του Μελά ξέφυγε από τα όρια ευπρέπειας και ο Μαδράς άσκησε μήνυση εναντίον του επί εξυβρίσει, πεπεισμένος ότι θα κέρδιζε τη δίκη αποδεικνύοντας «ότι όχι μόνον αλλάζει τακτικά κάλτσες και εσώρρουχα, αλλ’ ότι συγχρόνως η ταινία του είνε η πρώτη ομιλούσα ελληνική ταινία»(!), ενώ εκμυστηρευόταν στους θαυμαστές του:
«Ο Φορτούνιο μου εζήτησεν επανειλημμένως να παίξη αυτός τον ρόλον του Μάγου, διότι τον είχε ξετρελλάνη το κάλλος της πρωταγωνίστριας του έργου μου. Εγώ όμως δεν ήτο δυνατόν να ενισχύσω μίαν τοιαύτην κακόβουλον πρόθεσιν. Και παρ’ όλην την ρεκλάμαν που θα μου έδιδε το όνομα του Φορτούνιο, επροτίμησα να θυσιασθώ εγώ ως μάγος. Αυτή είνε η αιτία της καταδρομής που υφίσταμαι τώρα εκ μέρους του».

Κι επειδή δεν ήταν μόνο ο Μελάς (ή Φορτούνιο, όπως υπέγραφε τα χρονογραφήματα του), αλλά και πολλοί θεατές που καθημερινά αποδοκίμαζαν την ταινία κατά τις προβολές της, ο Μαδράς απειλούσε να μηνύσει κι αυτούς! Απέστειλε, μάλιστα, σχετική επιστολή στην εφημερίδα Πατρίς:
«Όσον αφορά το έργον μου «Ο Μάγος της Αθήνας», εάν είνε μεγαλειώδες ή όχι η κοινή γνώμη, καθώς λέγεται, δεν έγκειται από μίαν σπείραν χαφιέδων πληρωνομένων από τα αντιδραστικά στοιχεία (τα οποία δυστυχώς εις τον τόπον μας είνε άφθονα και αντί να δημιουργούν καταστρέφουν το κάθε τι) αλλά από την κρίσιν του υγιούς κοινού και από ειδικούς κριτικούς οι οποίοι να γνωρίζουν τουλάχιστον τι θα πη οπερατέρ μιας ταινίας, ρεζισέρ και σεναρίστας και να μη συγχέουν τας τρεις αυτάς ιδιότητας εν τω προσώπω μου, διότι ουδέποτε υπήρξα οπερατέρ».

Το άχτι του Μαδρά ήταν τόσο μεγάλο, ώστε διοργάνωσε ειδική προβολή της ταινίας, θέτοντάς την υπό την κρίση επιτροπής «λογίων και διανοουμένων», όπως ο τμηματάρχης της Εθνικής Βιβλιοθήκης, Βουτεριάδης, ο αρχαιολόγος Φιλαδελφεύς, ο Δάφνης, ο Ανδρεάδης κ.ά. Η προβολή έλαβε χώρα στον κινηματογράφο «Αχίλλειον» στις 17 Απριλίου και οι διανοούμενοι «δεν εδίστασαν, μετ’ ανταλλαγήν γνωμών, να παραδεχτούν ότι ως Ελληνική ταινία κρινομένη αυστηρώς είναι καλή, ιδίως από απόψεως φωτισμού, πλούτου, σκηνικών και θεαματικότητος. Εκείνο δε που προσδίδει την Ελληνικότητα της ταινίας είναι το σενάριο από το οποίον περνά ζωντανή η εικόνα της Αθήνας μας με όλας τας φυσικάς καλλονάς της. Αρκετά δε επιτυχή εκρίθησαν τα έγχρωμα μέρη της ταινίας και ιδίως του Αιγυπτιακού μπαλέττου». Αυτά τουλάχιστον δημοσιεύτηκαν ανυπόγραφα σε μία εφημερίδα, χωρίς να υπάρχει κάποια επίσημη ανακοίνωση της περιβόητης επιτροπής.

Όσον αφορά τη μήνυση του Μαδρά κατά του Σπύρου Μελά, αυτή επρόκειτο να εκδικαστεί στις 16 Ιανουαρίου 1933, ωστόσο αποσύρθηκε την ημέρα της δικασίμου και η δίκη ματαιώθηκε.

* * *

ΤΙ ΑΠΕΓΙΝΕ Ο ΜΑΔΡΑΣ

Μετά την παταγώδη εμπορική αποτυχία του «Μάγου», τα έσοδα του οποίου δεν αρκούσαν ούτε για την κάλυψη των ποσών που είχαν διατεθεί για το χρωματισμό του φιλμ, ο Αχιλλέας Μαδράς αφιερώθηκε στην προώθηση της «Μαρίας Πενταγιώτισσας» στην επαρχία (π.χ. Μυτιλήνη, όπως αναφέρθηκε στη σχετική ενότητα) και στην Αμερική, όπου προβλήθηκε και μια ομιλούσα εκδοχή της ταινίας.

Ύστερα από αρκετά χρόνια απουσίας, το Νοέμβριο του 1938 ο ηθοποιός θα επιχειρούσε μια δυναμική επιστροφή. Πώς; Με τον τρόπο που ήξερε καλύτερα! Συνεντεύξεις σε εφημερίδες, με τις οποίες δήλωνε παρών και ανακοίνωνε μεγαλεπήβολα κινηματογραφικά σχεδία. Μόνο που αυτή τη φορά ο Μαδράς θα ήταν μόνος του, χωρίς την Πουπελίνα, η οποία τον είχε εγκαταλείψει και πλέον εργαζόταν ως μακιγιέζ στο Χόλιγουντ.
Ο Αχιλλέας Μαδράς το 1938
Ο ίδιος δήλωνε πλούσιος, αλλά αεικίνητος. «Δεν μπορώ να καθήσω αργός. Θα πεθάνω μια ώρα γρηγορώτερα από πλήξιν» ήταν η χαρακτηριστική αποστροφή του σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Ακρόπολις το 1938, όπου εμφανιζόταν ως συνεργαζόμενος με την εταιρία του Ουόλτ Ντίσνεϊ, έτοιμος να γυρίσει ταινία με σενάριο εμπνευσμένο από τη βυζαντινή ιστορία ή την αρχαιοελληνική μυθολογία, ενώ εξέφραζε μια πικρία: «Να μη αρχίσουν πάλιν η εύκολες ειρωνείες και η εξυπνάδες. Αλλοιώς θα ξαναεξορισθώ και πάλιν για να ζήσω εις την Αμερικήν ή το Παρίσι».

Σε άλλη συνέντευξη δήλωνε αντιπρόσωπος της εταιρίας «Σιτρονέιτς», έτοιμος να κινηματογραφήσει στην Ελλάδα συμπληρωματικές σκηνές κάποιας αμερικανικής ταινίας με τίτλο «Το συμπόσιον του Σωκράτους» και οραματιζόταν την ίδρυση μιας επαγγελματικής σχολής κινηματογράφου στην Αθήνα για την ανάδειξη νέων ταλέντων.

Η ανταπόκριση δεν ήταν η αναμενόμενη. Αυτήν την φορά δεν υπήρχαν ειρωνείες, αλλά πλήρης απαξίωση κι αδιαφορία. Ο Μαδράς επανήρθε πρόσκαιρα στο προσκήνιο το 1964 με μια ολιγόλεπτη εμφάνιση στο ντοκιμαντέρ «Σαν τον παλιό καιρό» του Αλέκου Σακελλάριου, αφιερωμένο στον προπολεμικό ελληνικό κινηματογράφο. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν σταθερός επισκέπτης του φεστιβάλ κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, ενώ κάθε χρόνο έδινε ρεσιτάλ στον «Παρνασσό», μέχρι που έφυγε από την ζωή στις 30 Νοεμβρίου 1966 σε ηλικία 90 ή 96 ετών.

Πηγές:
Δημοσιεύματα των εφημερίδων Ακρόπολις (Ιανουάριος 1933· Νοέμβριος 1938), Ελευθερία (Δεκέμβριος 1966), Ελεύθερος Άνθρωπος (Απρίλιος 1931), Ελληνικόν Μέλλον (Νοέμβριος 1938), Ημερήσιος Τύπος (Απρίλιος 1931), Μακεδονία (Δεκέμβριος 1966), Πατρίς (Απρίλιος 1931).

ΕΠΟΜΕΝΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: «Έτσι κανείς σαν αγαπήσει»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου