«Έτσι κανείς σαν αγαπήσει»

Την ίδια μέρα με τον αμφιλεγόμενο «Μάγο της Αθήνας» άρχισε η προβολή ενός δεύτερου ελληνικού φιλμ με τίτλο «Έτσι κανείς σαν αγαπήσει». Ήταν ένα τυπικό μελόδραμα σε παραγωγή της πρωτοεμφανιζόμενης «Φοίβος Φιλμ», ιδιοκτησίας Ριζόπουλου και Δασκαλάκη. 
Οι δυο ελληνικές ταινίες, ωστόσο, είχαν να συναγωνιστούν και το σπουδαίο γαλλικό έργο «Ουδέν νεώτερον από το μέτωπον», που ήδη είχε προκαλέσει πολλές συζητήσεις πανευρωπαϊκά. Αρχικά είχε απαγορευτεί η προβολή του, όπως και σε πολλά ευρωπαϊκά κράτη, με την έκδοση σχετικών εγκυκλίων από τους αστυνομικούς διευθυντές Αθηνών και Θεσσαλονίκης. Μάλιστα, ο αστυνομικός διευθυντής Αθηνών, Νάσκος, δικαιολόγησε την απόφασή του ως εξής: «Εις το απαγορευθέν έργον δεν τίθεται ζήτημα φρικαλεοτήτων. Τούτο έρχεται ως δευτερεύον. Κύριον συμπέρασμά μου είνε ότι εξευτελίζεται η έννοια του στρατιώτου, καταπίπτει υπό τα όμματα του νέου θεατού. Το έργον, νομίζω, διασύρει τον στρατιώτην, παρουσιάζει σκηνάς πρωτοφανούς σκληρότητος κλπ. Δι’ αυτό απηγορεύθη. Διότι πρέπει μεν να διατηρηθούν τα ειρηνόφιλα αισθήματα, δεν πρέπει όμως να διασυρθή ο στρατός».

Πολύ λίγα λόγια για την ιστορία του «Έτσι κανείς σαν αγαπήσει»:
Ένας ζωγράφος παραθερίζει σε κάποιο χωριό και γνωρίζεται τυχαία με μια χωριατοπούλα, την οποία δεν αργεί ν’ αγαπήσει με την ευκολία που αγαπούν όλοι οι καλλιτέχνες. Κι επειδή οι καλλιτέχνες δεν αγαπούν μόνο εύκολα, αλλά και ξεχνούν εύκολα, μόλις ο ζωγράφος γυρίζει στην Αθήνα, μπερδεύεται στα δίχτυα μιας θεατρίνας και την παντρεύεται ξεχνώντας την αγάπη του για τη χωριατοπούλα. Εκείνη, όμως, που εν τω μεταξύ αναζητά τον άπιστο εραστή της, παρίσταται τυχαία στο γάμο του και τρελαίνεται. Στο τέλος, η χωριατοπούλα, που εν τω μεταξύ έχει μείνει έγκυος από τον ζωγράφο, επιστρέφει στο νησί της, γεννάει, ρίχνει το παιδί στη θάλασσα και περιπλανιέται αποτρελαμένη.

Σκηνή από την ταινία "Έτσι κανείς σαν αγαπήσει".
Το σενάριο βασίστηκε σε διήγημα του δημοσιογράφου Ευστάθιου Λούπου, που είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα Φως της Θεσσαλονίκης. Στη συνέχεια ο Λούπος το διασκεύασε, κράτησε για τον εαυτό του τον πρωταγωνιστικό ρόλο εμφανιζόμενος με το ψευδώνυμο Άγις Νόρμας, το σκηνοθέτησε, ενώ επέλεξε και τις τρεις πρωταγωνίστριες: την Καίτη Παπανικολάου (θεατρίνα), τη Λώρα Βαλέρη (χωριατοπούλα) και τη Μαίρη Καλλίδου – τα δυο τελευταία ήταν ψευδώνυμα.

Η Βαλέρη ήταν τελειόφοιτος της Επαγγελματικής Σχολής Θεάτρου, αλλά και «μια σπάνια ωμορφιά, ένα μικροκαμωμένο μελαχροινό αγγελούδι, που είνε και η ψυχή του έργου», ενώ τη Μαίρη Καλλίδου οι περιγραφές την ήθελαν κοπέλα με «περίεργα μάτια, που τόσο φλογερές ματιές ρίχνουν, ώστε να υπάρχη φόβος αναφλέξεως του πανιού που θα προβληθή η ταινία»!
Η Λώρα Βαλέρη
Στην ταινία συμμετείχαν και οι: Αθανάσιος Μαρίκος, Αλβέρτος Αλβερτίνι, Μαρίκα Ξανθάκη, Μαίρη Καλλίδου, Αδριανή Παπανδρέου, Ροζίτα Μπάριος, Μάνος Κατράκης, Μαρίνος, Κίμων Σπαθόπουλος, Ντόλυ Θεολογίδου κλπ. Ο Σπαθόπουλος μάλιστα έκανε το ντεμπούτο του και ως μακιγιέρ. Τα τραγούδια ερμήνευσε η Ροζίτα Μπάριος με τους δύο Μανταρίνους της.

ΑΠΟ ΤΑ ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ

Τα εξωτερικά γυρίσματα της ταινίας πραγματοποιήθηκαν σε νησιά του Αιγαίου, στο Φάληρο και το Ψυχικό. Με αφορμή τη σκηνή του γάμου ανάμεσα στον ζωγράφο και τη θεατρίνα που τον είχε ξεμυαλίσει, ο οπερατέρ, Δημήτρης Μεραβίδης, έκανε μια έξυπνη διαφημιστική κίνηση αποστέλλοντας γαμήλιο προσκλητήριο στους δημοσιογράφους:
«Παρακαλείσθε να τιμήσετε τον γάμον της δεσποινίδος Καίτης Παπανικολάου
μετά του κυρίου Στάθη Λούπα, που δίδεται στο «Φαληρικόν» αύριον το πρωί.
Με αγάπη
Δ. Μεραβίδης»

Ένας δημοσιογράφος της εφημερίδας Βραδυνή ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση και τα περιέγραψε όλα. Ο «γαμπρός» (Λούπας) κουβαλούσε καρέκλες, ο «κουμπάρος» (Μαρίκος) τις τοποθετούσε, ο παρα­γωγός του φιλμ (Ριζόπουλος) έστρωνε τα χαλιά και τα γκαρσόνια... χάζευαν! Τις εντυπώσεις πάντως έκλεψε μια μακαρονάδα με κεφτέδες και σάλτσα, την οποία τίμησαν με το παραπάνω όλα τα μέλη του συνεργείου! Γενικότερα, η ατμόσφαιρα πίσω από τις κάμερες ήταν από χαρούμενη έως ξεκαρδιστική!

«.. Η νύφη είνε έτοιμη. Όλα είνε στη θέσι τους. Ο γαμπρός μονάχα πεινάει λιγάκι ακόμη, και πάει στην κουζίνα να κατασπαράξη λίγους κεφτέδες που μείνανε. Εν τω μεταξύ η δις Βαλέρη παίζει πιάνο και τραγουδάει με πάθος την «Τσιγγάνα», ο κ. Μαρίκος χορεύει λέγοντας μαζί και καλαμπούρια. Κρίμα να μην είνε η ταινία «Μούβιτον» να πάρη και τα καλαμπούρια του κ. Μαρίκου. Ο Μεραβίδης στη θέσι του. Με το καπέλλο στραβά, γελαστός πάντοτε, δίδει το πρόσταγμα:
- Εμπρός. Προσέξτε. Είμαι έτοιμος. Τραβώ. (Αλλά σταματάει αποτόμως). Βρε Καίτη τι κάλτσες είνε αυτές που φοράς; Δεν κάνουνε. Είνε βαθύ το χρώμα τους.
Η δεσποινίς Ανδρονίκου αναλαμβάνει να ξεκαλτσωθή και να δανείση τις δικές της τις κάλτσες στην Καίτη, τη νύφη...
- Λείπει και ένας πόντος, δεν πειράζει... Μούφυγε στο βγάλσιμο, δηλώνει η δανείζουσα...
- Εύξεινος Πόντος (πετάγεται ο Μαρίκος καλαμπουρίζων!)
Η νύφη ξεκαλτσώνεται και αλλάζει κάλτσες, δίδεται δε ευκαιρία στους προσκεκλημένους να θαυμάσουν της ωραίες γάμπες της νύφης.
- Έλα πάλι γαμπρέ, παίρνεις κορίτσι πρώτης τάξεως. Κουκλάκι... λέει ο κουμπάρος στο γαμπρό... που εξακολουθεί να μασουλάη κεφτέδες...
- Τι διάολο... ταινία έχεις μέσα σου και τρως τόσο; τον ρωτάει ένας.
Και το γύρισμα αρχίζει...
Η νύφη και ο κουμπάρος κατεβαίνουν της σκάλες. Πρώτο ταμπλώ. Ακολουθούν κοριτσάκια που κρατούν την ουρά της νύμφης.
- Προσέξτε μην πατήσετε την ουρά της νύφης.
- Πίσω έχει η νύφη την ουρά! ακούγεται ένας άλλος καλαμπουριστής...
- Σκασμός, μη γελάει κανένας, γυρίζω! φωνάζει ο οπερατέρ.
Ο κουμπάρος με την νύφη κατεβαίνουν, προχωρούν προς τον γαμπρό. Δεύτερο ταμπλώ.
[...] Ο γάμος, κατά τα κινηματογραφικά, υποτίθεται ότι γίνεται, και το τρίτον ταμπλώ παριστά την νύμφην και τον γαμπρό που δέχονται συγχαρητήρια...
Η σκηνή του γάμου λαμβάνει τέλος. Αλλά η ώρα έχει περάσει, κοντεύει βράδυ και η νύφη πρέπει να φύγη αμέσως. Αν το μάθη η μαμμά της, από την οποίαν έχει φύγει κρυφά, θα την σπάση στο ξύλο!
Πρέπει να τρέξη γρήγορα να πάη σε μια φίλη της ν’ αλλάξη, να βγάλη τα νυφικά και ύστερα να πάη στο σπίτι...
Όπως ήταν λοιπόν, με τα νυφικά, βάζει το παλτό της, ξεκαλτσώνεται, δίνει της ξένες κάλτσες και με μισοβαλμένα τα παπούτσια της, το βάζει στα πόδια φωνάζουσα:
- Γεια σας και ωρεβουάρ για αύριο!...
Ο γαμπρός, που βιάζεται και αυτός γιατί έχει ραντεβού με το κορίτσι του, παρατάει όλους και φεύγει κι αυτός, φεύγει και ο κουμπάρος και φεύγουμε κι εμείς [...]».

ΠΡΟΒΟΛΕΣ - ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Το «Έτσι κανείς σαν αγαπήσει» ξεκίνησε να προβάλλεται στον κινηματογράφο «Ιντεάλ», όπου βρισκόταν και το εργαστήριο του Δημήτρη Μεραβίδη, από τις 30 Μαρτίου 1931. Στη Θεσσαλονίκη προβλήθηκε στο «Πατέ» από τις 19 Οκτωβρίου.

«Πρόκειται περί πραγματικού σουπερφίλμ ηχητικού, που το διακρίνει το θαυμάσιο γύρισμα, ο εξαιρετικά επιτυχής φωτισμός και το αριστοτεχνικό παίξιμο των εκτελεστών του» εκτιμούσε η εφημερίδα Πρωία, ενώ για μια «άμεμπτη» ταινία και για εκτελεστές «με μεγάλη τέχνη» έκανε λόγο η Βραδυνή.

Η Ελληνική αναφέρθηκε στην «καλυτέρα από όλας τας ταινίας που παρουσίασεν εφέτος η ελληνική κινηματογραφική παραγωγή». «Ατυχή» έβρισκε τον τίτλο του έργου ο Δημήτρης Χρονόπουλος με άρθρο του στην ίδια εφημερίδα, εντοπίζοντας όμως ορισμένα «αξιοσημείωτα και ενδιαφέροντα σημεία τα οποία δεν συναντώνται εις τας ελληνικάς ταινίας» και καθιστούσαν τη συγκεκριμένη «ευσυνείδητα γυρισμένη», ένα φιλμ «πραγματικά καλό από τα λίγα που είδαμε έως τώρα». «Πολύ καλή» η φωτογραφία με ελάχιστες εξαιρέσεις, «προσεκτική» η σκηνοθεσία, «δεν ήταν άσχημα» τα εσωτερικά γυρίσματα, «σύμφωνα με την υπόθεσιν και ευχάριστα» τα τραγούδια (ορισμένα από τα οποία ήταν ήδη γνωστά), ενώ «με εξαιρετική προσοχή» έγινε και η μουσική προσαρμογή. «Ασυνήθιστο για εγχώριο φιλμ» χαρακτηριζόταν το τέλος. Ως προς τις ερμηνείες, η Βαλέρη «δεν φαίνεται να στερείται προσόντων. Έχει στιγμάς καλάς», η Παπανικολάου σε ορισμένες σκηνές φαινόταν «κάπως υπερβολική και ποζάτη», αλλά είχε προσόντα για το μέλλον, ενώ «καλοί» ήταν και οι υπόλοιποι ηθοποιοί.

Τον ύμνο της Λώρας Βαλέρη έπλεξε ο συντάκτης του Ελεύθερου Ανθρώπου, μνημονεύοντας τη «φυσική γοητεία και ωμορφιά», αλλά και την «καταπληκτική εκφραστικότητα» της νεαρής ηθοποιού, που έδινε την εντύπωση ότι «αισθάνεται το έργο και υποδύεται με παλμό και ζωή, με καλλιτεχνική φλόγα». «Απλό και ευχάριστο» κρίθηκε το σενάριο, «άψογη» η σκηνοθεσία, ενώ υμνητική η αναφορά και στον Μεραβίδη, ο οποίος κρινόταν «απαραίτητος» για κάθε νέα ελληνική ταινία.

Στην «πολύ καλή» υπόθεση, την «προσεκτική» σκηνοθεσία και την «εξαιρετική» εκτέλεση αναφέρθηκε και η Πατρίς περιλαμβάνοντας το «Έτσι κανείς σαν αγαπήσει» μεταξύ των «ολίγων καλών ελληνικών φιλμ που επαίχθησαν έως τώρα». Η εφημερίδα εξύμνησε τη Βαλέρη, η οποία «μας εξέπληξε πραγματικά με το παίξιμό της και την χαριτωμένη της εμφάνισι σε όλες τις σκηνές... είνε ήδη ένα δραματικό ταλέντο αναμφισβήτητο» παρά τα όποια λάθη, που οφείλονταν στην έλλειψη πείρας - «ο πολύτιμος αυτός σύμβου­λος διά κάθε άνθρωπο και πολύ περισσότερο για κάθε καλλιτέχνη».

Πηγές:
Δημοσιεύματα των εφημερίδων Η Βραδυνή (Φεβρουάριος, Μάρτιος 1931), Ελεύθερος Άνθρωπος (Απρίλιος 1931), Ελληνική (Μάρτιος, Απρίλιος 1931), Πατρίς (Απρίλιος 1931) και Πρωία (Μάρτιος 1931).

ΕΠΟΜΕΝΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: «Στέλλα Βιολάντη»: Η πρώτη ελληνική ταινία καθολικής αποδοχής

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου