Ο θάνατος της Μαίρης Σαγιάνου

Πέντε νέες ελληνικές ταινίες προβλήθηκαν μέσα στο 1932. Μόνο οι τρεις σε κεντρικούς κινηματογράφους της Αθήνας κι από αυτές μόνο το «Έξω φτώχεια» γυρίστηκε τη συγκεκριμένη χρονιά. Η όξυνση της οικονομικής κρίσης και η χρεοκοπία επιβάρυναν την ούτως ή άλλως οικονομικά ασύμφορη παραγωγή ταινιών, οδηγώντας την ελληνική κινηματογραφία σε χειμερία νάρκη.
Ουσιαστικά με το «Έξω φτώχεια», που ήταν η τελευταία ταινία μυθοπλασίας της «Νταγκ Φιλμς», της καλύτερα οργανωμένης κινηματογραφικής εταιρίας στην Ελλάδα εκείνη την εποχή, έκλεινε ο κύκλος του - καθ' υπερβολή ονομαζόμενου και ως - «ελληνικού Χόλιγουντ». Ένα δεύτερο, απρόσμενο γεγονός τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, θα επιβεβαίωνε και τυπικά αυτό το τέλος με τον πλέον δυσάρεστο τρόπο.

Η Μαίρη Σαγιάννου, η μοναδική μέχρι τότε γυναίκα ηθοποιός που έπεισε καθ' ολοκληρία θεατές και κριτικούς ότι είχε κινηματογραφικό ταλέντο, η (τηρουμένων των αναλογιών) πρώτη σταρ στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, έφυγε από την ζωή σ' ένα κρεβάτι του Ερυθρού Σταυρού στις 4 Αυγούστου 1932, ύστερα από ένα μήνα πάλης με τον τυφοειδή πυρετό, που κάθε καλοκαίρι μάστιζε την Αθήνα. Στο ίδιο νοσοκομείο νοσηλευόταν την ίδια περίοδο και η νεαρή Κατίνα Παξινού, η οποία ωστόσο θα γλίτωνε από τον τύφο.
Έφταιγε η ιδιωτική εταιρία Ούλεν, που διαχειριζόταν το νερό της πρωτεύουσας και χρησιμοποιούσε το νερό του Αδριάνειου υδραγωγείου παρά τη σχετική απαγόρευση του υπουργείου Συγκοινωνιών ή ήταν δημοσιογραφικές υπερβολές σε μια εποχή, που ο κιτρινισμός των εφημερίδων χτυπούσε κόκκινο;

Τα δημοσιεύματα του τύπου, που αναδείκνυαν και σχολίαζαν τα κρούσματα τυφοειδούς πυρετού στην πρωτεύουσα, συμπτωματικά συνέπεσαν με το θάνατο της ηθοποιού. Οι αναφορές έγιναν κυρίως από τον αντιπολιτευόμενο τύπο, ενώ το υπουργείο Υγιεινής προσπαθούσε να υποβαθμίσει το θέμα αποδίδοντας τα κρούσματα στη μόλυνση κάποιου πηγαδιού, που μεταχειρίζονταν ελάχιστοι μόνο Αθηναίοι, οι οποίοι και είχαν εμβολιαστεί προληπτικά. Οι φιλοκυβερνητικές εφημερίδες δημοσίευαν στοιχεία, που αποδείκνυαν ότι σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά ο αριθμός των νεκρών εξαιτίας του τυφοειδούς πυρετού ήταν μικρότερος - για μηδενικό αριθμό θυμάτων ούτε λόγος! Από την άλλη, ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών υποστήριζε διά του προέδρου του ότι υπήρχε όντως επιδημία, επισημαίνοντας ότι οι ιδιωτικοί γιατροί απέφευγαν ν’ αναφέρουν τους ασθενείς που έπασχαν από τύφο, λόγω των ανοργάνωτων υπηρεσιών του υπουργείου. Πού βρισκόταν ακριβώς η αλήθεια, είναι ένα ζήτημα που για ευνόητους λόγους δεν μπορεί, ούτε έχει και νόημα να μας απασχολήσει περισσότερο εδώ.

Μόνο την παρακάτω αγγελία, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ακρόπολις στις 05.08.1932, αξίζει να κρατήσουμε ως το τυπικό τέλος μιας ολόκληρης κινηματογραφικής εποχής:
Την πολυαγαπημένη μας κορούλα και αδελφή
Μαίρην Σαγιάνου
Ηθοποιόν του Εθνικού Θεάτρου
Ετών 23
που πέθανε ξαφνικά χθες, κηδεύομε σήμερα από τον Άγιο Κωνσταντίνο
στο Α' Νεκροταφείο στις 4 ½ το απόγευμα.
Ο πατέρας: Γεώργιος Σαγιάνος. Ο αδελφός: Νικόλαος Σαγιάνος
Αθήναι 5 Αυγούστου 1932

Πλήθος κόσμου συνόδεψε την ηθοποιό στην τελευταία της κατοικία, ενώ αρκετοί δημοσιογράφοι την πένθησαν μέσω των εφημερίδων. Ο Αλέξανδρος Λιδωρίκης θρηνούσε:
«Το λουλούδι μαράθηκε κι' όσα κι' αν πη κανένας, μια μέρα θα κρατήσουν, μια μέρα μόνο θα ψιθυριστούν, μια μέρα μονάχα θα ζήσουν... Αύριο δεν θα υπάρχη τίποτα πια.. Ή μάλλον θα υπάρχουν δυο τάφοι... Ένας τάφος κορμιού εκεί κάτω στον τόπο των κυπαρισσιών, κι' ένας τάφος ονείρων στην κενή θέσι του «Εθνικού» που εγκατέλειψε η Σαγιάνου. Ονείρων που είχαν μέσα τους: φιλοδοξίες, δίκαιες κι' ασυγκράτητες, πόθους ενός μεγάλου φτασίματος που θα ξεπερνούσε - αν ήταν δυνατόν - Κυβέλη και Μαρίκα, ελπίδες για ρόλους μεγάλους, φωτεινούς, αφάνταστα ωραίους, ζωή, έρωτα, δάφνες, χειροκροτήματα, αποθέωσι, λουλού­δια, λουλούδια, άπειρα λουλούδια.. Και δεν απόμειναν παρά μόνον αυτά... Κακόμοιρο κορίτσι...»

Το ταλέντο της πολύ πρόωρα χαμένης ηθοποιού εξυμνούσε συντάκτης της εφημερίδας Πατρίς:
«Φυσικά της χαρίσματα ήταν η ωμορφιά της, η πραγματική ωμορφιά. Επίσης η δροσιά, η ζωτικότης, που ασφαλώς θα επιζούσαν και μετά τα είκοσί της χρόνια. Για πολύ καιρό η Σαγιάνου θα έμενε νέα. Ίσως να την αδικούσε κάπως το μέτριο ανάστημά της. Αλλά οι αρμονικές γραμμές της όλης σιλουέττας ήταν ένα σημαντικό αντισήκωμα στο μειονέκτημα αυτό. Κ' έπειτα η αυτοκυβέρνησι. Η χρησιμοποίησις όλων των χρησιμοποιήσιμων στοιχείων. Μιλούσαν τα χέρια της. Μιλούσαν τα... μαλλιά της. Τα ατίθασσα εκείνα μαλλιά της Σαγιάνου δεν ήταν άψυχος διάκοσμος στο κεφάλι της. Κι' ο χορός της ήταν ποίημα. Η μεγάλη πέτρα σκανδάλου ήταν η φωνή της Σαγιάνου. Συγκεκριμένα το τέμπρο. Άρθρωσις ίσως όχι άψεχτη ακόμη, μα φυσική, ευσυνείδητη. Αλλά το τέμπρο... Αυτό πολλοί συνάδελφοι το εύρισκαν μονότονο. Δεν συμμερίζουμαι τη γνώμη. Ή καλλίτερα, να τι λέω: Είχε δροσιά, νειάτα, μουσικότητα και γλύκα, αφάνταστα, άφθονα όλα αυτά, το «τέμπρο» της Σαγιάνου. Ξεχειλούσαν όλα μαζί. Αυτό ήταν εκείνο που εξελάμβαναν ως «μονότονο». Να, τι της έλειπε ακόμη: λίγη τεχνική εξοικείωσι, λίγη μαεστρία για μια πιο πειθαρχημένη πλαστικότητα της φωνής. Αυτό ήταν όλο. Αυτό θα ερχόταν πολύ γρήγορα με λίγη ακόμη εξάσκηση. Και δίχως ακριβώς να περιορισθούν διόλου οι ανεκτίμητοι θησαυροί της φωνής της. Μα η Σαγιάνου πέθανε...»

Πηγές:
Δημοσιεύματα των εφημερίδων Ακρόπολις, Η Βραδυνή, Ελεύθερος Άνθρωπος και Πατρίς τον Αύγουστο του 1932. (Φυσικά, αναφορές στο θάνατο της Μαίρης Σαγιάννου έγιναν σ' όλες τις εφημερίδες της εποχής.)

ΣΧΕΤΙΚΟ ΘΕΜΑ: ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ 15: Επικήδειοι για τη Μαίρη Σαγιάνου, την πρώτη, εγχώρια κινηματογραφική σταρ.

ΕΠΟΜΕΝΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: «Ο κακός δρόμος»: Η πρώτη ελληνική ταινία γυρισμένη στην Τουρκία

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου