«Η απαγωγή της νύφης»: Η πρώτη ελληνική κωμωδία μεγάλου μήκους

Η δεύτερη ταινία μεγάλου μήκους του 1925 ήταν η «Απαγωγή της νύφης» σε παραγωγή της «Αγγλοελληνικής Εταιρίας Ταινιών», με την οποία είχαν συμβληθεί τρεις Ελληνοαμερικανοί, οι Γ. Αντωνιάδης, Ιω. Δρυς και Εμμ. Δημητροκάλλης, διαθέτοντας ίδια κεφάλαια ύψους 4.000.000 δραχμών. Οι Ελληνοαμερικανοί κεφαλαιούχοι φέρονταν να είχαν ειδικευτεί στο μοντάρισμα ταινιών στα κινηματογραφικά κέντρα της Καλιφόρνιας.
Η ονομασία της εταιρίας παραπέμπει στην «Anglo-Hellenic Film Co», η οποία είχε προβάλλει τουλάχιστον δύο ζουρνάλ στις ΗΠΑ το 1921 με τίτλους «King Constantine Leaving For The Front» [Ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος Αναχωρεί για το Μέτωπο] και «The Greek Victorious Campaign In Asia Minor» [Η Νικηφόρα Ελληνική Εκστρατεία στη Μικρά Ασία].

Η «Απαγωγή της νύφης» ήταν μια τρίπρακτη κωμωδία μήκους 1800 μέτρων. Αφορούσε την ιστορία ενός βαριά ερωτοχτυπημένου άνδρα, ο οποίος απήγαγε την κοπέλα, που διακαώς επιθυμούσε να παντρευ­τεί. Το σενάριο έγραψε ο συγγραφέας Αριστομένης Διδίκας, τη σκηνοθεσία ανέλαβε ο Αλέξανδρος Αρ­ντάτωφ, ενώ οπερατέρ ήταν ο Εμμ. Τζανετής.



Πρωταγωνιστούσαν οι Έλλη Μελισσάκη, Νίτσα Φιλοσόφου, Δώρα Δοράντη (αναφερόταν και ως Ντόρα Ντοράντι), Γεώργιος Αντωνιάδης (σε κωμικό ρόλο), Ιωάννης Δρυς, Εμμανουήλ Καντιώτης κ.ά. [Οι πρωταγωνίστριες της ταινίας εμφανίζονταν με τα ψευδώνυμα: Ρέβη Κομπό, Πούπη Μελισάκη και Λίση Τζώντα.] Στην ταινία πιθανότατα συμμετείχε και ο Ξηρέλης στο ρόλο ενός τραγουδιστή, ενώ προβλεπόταν ότι θα τραγουδούσε σε συγχρονισμό με την προβολή· δεν γνωρίζουμε όμως πώς ή αν όντως αυτό συνέβη.

Σύμφωνα με τον αρχικό σχεδιασμό, η πρώτη προβολή της ταινίας θα γινόταν στις λουτροπόλεις, ενώ με την έναρξη της χειμερινής σαιζόν θα μεταφερόταν σε κάποια αθηναϊκή αίθουσα. Τελικά, η πρώτη (δοκιμαστική) προβολή στην Αθήνα πραγματοποιήθηκε στις 16 Αυγούστου στο κινηματοθέατρο «Αττικόν» της οδού Σταδίου, ενώ μεταξύ 27 Ιανουαρίου και 7 Φεβρουαρίου 1926 η «Απαγωγή της νύφης» πε­ριλαμβανόταν στο πρόγραμμα του συνοικιακού θεάτρου «Παπαϊωάννου» («Σινεμά Παριζιέν»).

Σύμφωνα με το Εμπρός, η ταινία κρίθηκε «ικανοποιητικώς» από τους παρόντες στη δοκιμαστική προβολή, οι οποίοι εξέφρασαν την ελπίδα ότι «ταχέως και η Ελλάς θα κατορθώση ν’ αποκτήση ευπρόσωπον, κινηματογραφικήν επιχείρησιν διά την οποίαν δεν λείπουν αι κατάλληλοι τοποθεσίαι».

«Όλοι ησθάνθησαν πραγματικήν ικανοποίησιν και ενθουσιασμόν διά την εξαιρετικήν αληθώς επιτυχίαν της Ελληνικής αυτής ταινίας» παρατήρησε το Έθνος, ενώ τη μεγάλη επιτυχία των ηθοποιών περιορίστηκε να επισημάνει η Απογευματινή.

Στο ίδιο μήκος κύματος και η Πολιτεία σχολίασε την «πλήρη επιτυχία» της ταινίας και το «φυσικό παίξιμο» των ηθοποιών, οι οποίοι απέδειξαν ότι «και εν Ελλάδι δεν λείπει το κατάλληλον προσωπικόν ούτως ώστε συντόμως να ίδωμεν και εις την πατρίδα μας [...] αναπτυσσομένην γοργώς την κινηματογραφικήν επιχείρησιν....».

Αντίθετα, εξαιρετικά αρνητική κριτική δημοσιεύτηκε στον Κινηματογραφικό Αστέρα: «Δεν έχομεν παρά να συστήσωμεν εις τους ενδιαφερομένους να μην επαναλάβουν τοιαύτα πειράματα. Διότι είνε λυπηρόν εις τον 20ον αιώνα να εμφανίζωνται τοιαύτα κατασκευάσματα. Πρέπει επί τέλους να το καταλάβουν οι διάφοροι ενδιαφερόμενοι, ότι στον ήλιο δεν ψήνεται ψωμί. Εάν έχουν απόφασιν να εργασθούν και να κάνουν κάτι, πρέπει να έχουν κεφάλαια και αν αυτά υπάρχουν, πριν επιχειρήσουν να τραβήξουν ένα μέτρο κορδέλλας, να κατασκευάσουν εργαστήρια (studios) διότι άνευ αυτών τίποτε απολύτως δεν ημπορεί να γίνη». Κι ενώ ο συντάκτης έκρινε ότι οι βασικοί πρωταγωνιστές φάνηκαν «τέλειοι καλλιτέχναι», αντίθετα ο Καντιώτης «για κάθε άλλο μπορεί να κάνη όχι όμως και για την οθόνη. Η εκλογή του υπήρξε ατυχεστάτη, τόσον ώστε αι σκηναί εις ας ενεφανίσθη να έχουν ανάγκη αντικαταστάσεως. Διότι είνε τόσος ο καμποτινισμός του ώστε να καθιστά την θέσιν του θεατού εντελώς τραγικήν».


Πηγές:
Δημοσιεύματα του περιοδικού Κινηματογραφικός Αστήρ (Μάρτιος, Αύγουστος 1925) και των εφημερίδων Απογευματινή, Έθνος, Εμπρός, Πολιτεία (Αύγουστος 1925). 

ΕΠΟΜΕΝΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: Ταινίες από τη Δράμα και την Καβάλα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου