«Γκόλφω»: Η πρώτη ταινία μεγάλου μήκους

Πίσω στον Απρίλιο του 1914. Αθόρυβα και χωρίς πομπώδεις διακηρύξεις, την περίοδο που γυριζόταν η «Μύτης της Αθηνάς», ξεκίνησε να υλοποιείται από την «Αθήνη φιλμς» η κινηματογραφική διασκευή ενός πολύ πετυχημένου θεατρικού έργου. Ήταν η «Γκόλφω» του Σπυρίδωνα Περεσιάδη, η πρώτη ταινία μεγάλου μήκους στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου.

Η υπόθεση του θεατρικού έργου είναι γνωστή στους περισσότερους:
Η φτωχή βοσκοπούλα Γκόλφω ερωτεύεται τον Τάσο, παρά τη στενή πολιορκία του πλούσιου Κίτσου. Ενώ, όμως, η Γκόλφω κι ο Τάσος αρραβωνιάζονται, ο τελευταίος υποκύπτει στα προξενιά και δέχεται να παντρευτεί τη Σταυρούλα, ξαδέλφη του Κίτσου. Η Γκόλφω χάνει τα λογικά της, καταριέται αρχικά τον Τάσο, όμως στο τέλος του δίνει την ευχή της. Ο Τάσος μετανιώνει και κυνηγάει την αγαπημένη του, όμως είναι αργά. Η Γκόλφω αφήνει στα χέρια του την τελευταία της πνοή έχοντας ήδη φαρμακωθεί, ενώ δίπλα της αυτοκτονεί στη συνέχεια κι ο Τάσος.

Η ταινία δεν έχει σωθεί, όμως χάρη σ' ένα διαφημιστικό δημοσίευμα της πειραϊκής εφημερίδας Σφαίρα εικάζεται ότι πιθανότατα το τελευταίο πλάνο - μετά την «πενιχρά και άσημο» κηδεία της ηρωίδας - απεικόνιζε δύο σταυρούς υπό τη σκιά δύο κυπαρισσιών μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, που δεν ήταν άλλοι από τους σταυρούς του Τάσου και της Γκόλφως.

Συνολικά στην «Γκόλφω» εμφανίστηκαν περίπου 100 άτομα, μεταξύ των οποίων και Άγγλοι περιηγητές. Σύμφωνα με τις εφημερίδες της εποχής, τους βασικούς ρόλους υποδύθηκαν οι.

Βιργινία Διαμάντη .............. Γκόλφω
Βαρβέρης ........................... Τάσος
Κοντοπούλου ..................... μητέρα της Γκόλφως
Πεταλάς .............................. πατέρας της Γκόλφως
Βελισσαρίου........................ Σταυρούλα
Παντελής Λαζαρίδης .......... πατέρας της Σταυρούλας
Βεντούρας ......................... Άγγλος λόρδος
Κουρής, Κοκκίνου κλπ.



Η πρώτη αναφορά στην ταινία έγινε από την εφημερίδα Έθνος στις 10.04.1914:
«Εις το πυκνόφυλλο δάσος του Σκαραμαγκά και εις τα ωραία τοπεία πλησίον της Ελευσίνος, από ημερών λαμβάνουν χώραν περίεργοι σκηναί. Αρρενωποί φουστανελοφόροι, ωραίες βοσκοπούλες με τα γιορτινά τους, ποιμένες και πιστικοί, χορεύουν και διασκεδάζουν, συγχρόνως λαμβάνουν χώραν και δραματικά επεισόδια, φόνοι και διαπληκτισμοί.
Τι να συμβαίνη;
Απλούστατα Εταιρεία κινηματογραφικών ταινιών εμάζεψε όλους σχεδόν τους ηθοποιούς, οι οποίοι δεν ήρχισαν ακόμη να εργάζωνται και κινηματογραφεί το ωραίον λαϊκόν δράμα του κ. Περεσιάδη «Η Γκόλφω».
Αι κουίνται αντικατεστάθησαν διά φόντου φυσικού και αι σκηναί του δράματος εκτυλίσσονται σε αληθινές ραχούλες και η λιγερές πηγαίνουν σε αληθινή βρύσι να πάρουν νερό.
Η ιδέα είνε ωραιοτάτη και αν η εκτέλεσις είνε καλή, η Γκόλφω θα είνε μία από τας ωραιοτέρας και πρωτοτυποτέρας ταινίας του κινηματογράφου».

Κι επειδή στην Ελλάδα η γκρίνια είναι συνηθισμένο φαινόμενο, δεν θα μπορούσαν να λείψουν τα προκαταβολικά, αρνητικά σχόλια. Τρεις μόλις μέρες μετά το πρώτο εκείνο δημοσίευμα, συντάκτης της Νέας Ημέρας, που υπέγραφε ως «Βεκ.», ήταν ιδιαίτερα επικριτικός εκτιμώντας λανθασμένα ότι οι ηθοποιοί της ταινίας, που ομολογουμένως δεν ανήκαν στα μεγαλύτερα ονόματα της θεατρικής ζωής, δεν διέθεταν θεατρική εμπειρία:
«Δεν γνωρίζω ποίος είνε ο επιχειρηματίας, δεν αμφιβάλλω εν τούτοις ούδ’ επί στιγμήν διά τας αγαθάς του προθέσεις. Εάν όμως είνε ακριβείς αι πληροφορίαι τας οποίας μου έδωκαν, φαίνεται ότι ο άνθρωπος είνε γνήσιος Νεοέλλην φρονών - όπως φρονεί έκαστος εξ ημών - ότι είνε ικανός να κάμη κάθ’ είδους εργασίαν, μη εξαιρουμένης ουδέ της συγγραφής της υποθέσεως ταινίας κινηματογράφου και της σχετικής σκηνοθεσίας... Μία Μαρίκα Κοτοπούλη π.χ. αν εδέχετο να συμπράξη εις τοιούτου είδους παράστασιν θα καθίστα τας ταινίας εις τας οποίας θα έπαιζε πολυτιμοτέρας από όλας τας ταινίας των διαφόρων Νίλσεν και Πόρτεν...».

Ήταν μια βιαστική και άδικη κριτική, καθώς στην ταινία δεν συμμετείχαν άπειροι ηθοποιοί, άλλα όλοι είχαν «διδάξη ήδη το έργον του Περεσιάδου», όπως η ίδια εφημερίδα θα διόρθωνε την επόμενη κιόλας μέρα. Μάλιστα, η πρωταγωνίστρια, Βιργινία Διαμάντη, είχε ενσαρκώσει την Γκόλφω στο σανίδι του θεάτρου «Διονυσιάδου» στον Πειραιά δυο εβδομάδες νωρίτερα.

Το κόστος της κινηματογραφικής «Γκόλφως» εκτιμήθηκε σε 25 χιλιάδες δραχμές περίπου. Στούντιο δεν υπήρχαν εκείνη την εποχή κι έτσι όλα τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν σε φυσικά τοπία: Χελμός, Ελευσίνα, το δάσος του Ευταξία στην Κόρινθο, ο Πύργος της Βασιλίσσης κλπ.

Η διασκευή του θεατρικού έργου έγινε από άτομο ειδικά μετακληθέντα από την Ευρώπη, ενώ σκοπός ήταν η προβολή του έργου και στο εξωτερικό. Άλλωστε επί της οθόνης υπήρχαν επιγραφές στα ελληνικά και τα γαλλικά. Φαινομενική σύγχυση δημιουργεί μια αναφορά της εφημερίδας Εμπρός ότι την «επιχείρηση» είχε αναλάβει Γάλλος. Πιθανόν το δημοσίευμα υπονοούσε τον οπερατέρ Φίλιππο Μαρτέλλι, ο οποίος στα τέλη του 1913 εμφανιζόταν να διατηρεί επιχείρηση κινηματογραφικών θεαμάτων στη Μασσαλία μαζί με τον αδερφό του, Πίο.

Ποιος, όμως, ήταν ο σκηνοθέτης; Η επίσημη εκδοχή θέλει στο ρόλο αυτό τον παραγωγό της «Αθήνη φιλμς», Κώστα Μπαχατώρη. Ωστόσο σε άρθρο του Μιλτιάδη Λιδωρίκη, ο οποίος παρευρέθηκε σε μια δοκιμαστική προβολή της ταινίας για τους ανθρώπους των γραμμάτων και δημοσιογράφους τον Ιούλιο του 1914, ως σκηνοθέτης εμφανιζόταν ο Νίκος Κουκούλας.

Αν και ομολογούσε μια αρχική επιφυλακτικότητα, όταν έλαβε τη σχετική πρόσκληση, ο Λιδωρίκης αναγνώριζε ότι οι εντυπώσεις του άλλαξαν τελικά και επαινούσε την κινηματογραφική εταιρία, η οποία παρουσίασε μια ταινία 1500 μέτρων με διάρκεια άνω της μιας ώρας, χωρίς τις πομπώδεις διαφημίσεις προηγούμενων αποπειρών, που ουδέποτε υλοποιήθηκαν. Ειδικά για τη Βιργινία Διαμάντη έγραψε ότι υπήρχαν στιγμές που απέδιδε «την ιδιοφυίαν της τέχνης της κινηματογραφικής υποκρίσεως», ενώ για την «καλήν κινηματογραφικήν αναπαράστασιν» επαίνεσε τους άλλους πρωταγωνιστές. «Επιτυχεστάτη» έκρινε ο Λιδωρίκης τη δουλειά και του Κουκούλα, με τον οποίο είχε μια σύντομη συνομιλία, βάσει της οποίας συμπέρανε ότι ο «σκηνοθέτης» φαινόταν «κάτοχος της τέχνης και των απαιτήσεων του κινηματογράφου».

ΠΡΟΒΟΛΕΣ

Η ανυπομονησία ήταν μεγάλη - ειδικά μετά τη διαρροή της πληροφορίας ότι η προβολή για το κοινό θα γινόταν «εντός ολίγου». «Αφού η κινηματογράφησις της «Γκόλφως» γενομένη διά τόσον εξόδων και δαπανών επέτυχε, διατί δεν δίδεται εις το δημόσιον να την απολαύση ο κόσμος;» αναρωτιόταν συντάκτης του Έθνους τον Ιούλιο του 1914. Άλλωστε πολλοί προσδοκούσαν ότι τυχόν επιτυχία της ταινίας θα άνοιγε το δρόμο - σε συνδυασμό με οικονομική βοήθεια από το κράτος - για την ανάπτυξη μιας εξαγώγιμης, κινηματογραφικής βιομηχανίας. «Η επιχείρησις είνε ασφαλεστάτη. [Οι εταιρίες] έχουν εις την διάθεσίν των να κινηματογραφήσουν αρχαία και χωρικά έργα, δεν έχουν ανάγκην να δημιουργήσουν ναούς αρχαίους και θέατρα» εκτιμούσε συντάκτης της Πατρίδος, που αφελώς πίστευε ότι οι ξένοι «θα ακριβαγοράσουν τας ταινίας της Ελληνικής τέχνης».

Τελικά η πρώτη, επίσημη προβολή της ταινίας πραγματοποιήθηκε στα ανάκτορα με μοναδικό θεατή το βασιλιά Κωνσταντίνο στις 20 Ιανουαρίου 1915. Σύμφωνα με το Σκριπ, χωρίς φυσικά κανείς να μπορεί να το επιβεβαιώσει, «εις την Α. Μεγαλειότητα ήρεσε πολύ και μάλιστα εξέφρασε την επιθυμίαν Του, όπως κινηματογραφηθώσι και άλλα έργα».

Το επόμενο βράδυ, στον κινηματογράφο «Πάνθεον» έγινε η πρώτη προβολή για καλλιτέχνες και δημοσιογράφους με την παρουσία του πρίγκιπα Νικόλαου και του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου. Παρών ήταν και ο Σπυρίδωνας Περεσιάδης, ο συγγραφέας της θεατρικής «Γκόλφως», ο μόνος θεατής που δεν μπορούσε να παρακολουθήσει τη δράση επί της οθόνης, καθώς ήταν τυφλός.

Στις 22 Ιανουαρίου ξεκίνησαν επιτέλους οι προβολές για το ευρύ κοινό. Παράλληλα με την «Γκόλφω» προβλήθηκαν πέντε ταινίες μικρού μήκους των οίκων Αθήνη, Λεόνς και Λέστερ: 1) Τα γυμνάσια του ιππικού, 2) Τα Μετέωρα, 3) Διασκεδάσεις των μικρών πριγκίπων του Οίκου της Ελλάδος (στο βασιλικό κήπο, στο Φάληρο και στον Άγιο Κοσμά), 4) Επίσκεψη του ελληνικού θωρηκτού «Λήμνος» (σε κάποια στιγμή εμφανιζόταν ο Βενιζέλος να σκαρφαλώνει στο ψηλότερο σημείο του πλοίου) και 5) Έναρξη της εκθέσεως του ζωγράφου Σκοτ παρουσία του βασιλιά.



Διθυραμβικές ήταν οι διαφημιστικές καταχωρήσεις του «Πάνθεον» στις εφημερίδες - μια πρακτική συνηθισμένη από πολλούς ιδιοκτήτες κινηματογραφικών αιθουσών της εποχής. Στις 25 Ιανουαρίου, στις σχετικές στήλες με τα προγράμματα των δημοσίων θεαμάτων διάβαζε κανείς:
«Το θέατρον Πάνθεον, η ωραιοτέρα κινηματογραφική αίθουσα των Αθηνών, έγινε το σημείον της συγκεντρώσεως του Αθηναϊκού κοινού. Συχνάκις το ταμείον κλείει τας θυρίδας του. Τόσος είνε ο συνωστισμός. Και το κοινόν έχει δίκαιον. Η Ελληνική τέχνη θριαμβεύει από προχθές εις την κυανόλευκον αίθουσαν. Δίδεται η «Γκόλφω», το γλυκύτατον ειδύλλιον του ποιητού της Ελληνικής ψυχής Περεσιάδου. Η φουστανέλλα, η ποίησις των Ελληνικών βουνών, τα αγνά ήθη και έθιμα του υπερηφάνου λαού επί της οθόνης...»

Και στις 27 Ιανουαρίου, προτελευταία μέρα προβολής της «Γκόλφως»:
«Η ταινία η οποία εμάγευσε το αθηναϊκόν κοινόν, η περιπαθής βοσκοπούλα «Γκόλφω», η ταινία του έρωτος και της εξαγνίσεως της απιστίας, επρόκειτο να αποσταλή εις τας επαρχίας όπου επιμόνως εζητείτο. Η διεύθυνσις όμως του Πανθέου κατά γενικήν απαίτησιν του κοινού απεφάσισε να την κρατήση εις Αθήνας σήμερον και αύριον διά να την ιδούν όσοι ακόμη δεν επρόφθασαν να απολαύσουν το αριστούργημα της Ελληνικής ειδυλλιακής ποιήσεως, το έργον του κ. Περεσιάδου».

Οι προβολές ολοκληρώθηκαν στις 28 Ιανουαρίου και ακολούθησαν «Οι απάχηδες των Παρισίων». Η ελληνική ταινία μεταφέρθηκε για τρεις μέρες στα «Ολύμπια» του Πειραιά, ενώ ύστερα από μια περιοδεία στην επαρχία (π.χ. 18 και 19 Φεβρουαρίου στην Πάτρα, κινηματογράφος «Πολυθέαμα-Πατέ»), επανήλθε στο «Πάνθεον» την πρωτομαγιά για λίγες ακόμη προβολές.



Στη Θεσσαλονίκη, η «Γκόλφω» προβλήθηκε στον κινηματογράφο «Πατέ» την εβδομάδα από τις 27 Μαρτίου 1915 με υπότιτλο «Τραγωδία έρωτος». Η διαφήμιση στις εφημερίδες της συμπρωτεύουσας έκανε λόγο για ένα «Ελληνικόν ειδύλλιον σύγχρονον εις 3 πράξεις, ασυγκρίτου ωραιότητος και χάριτος», ενώ συμπληρωνόταν από μια αόριστη αναφορά Γάλλου συγγραφέα ότι «Οι Έλληνες έχουν το μιμητικόν αίσθημα εντός του αίματός των»! Δεν ήταν ο ιδανικότερος τρόπος για να διαφημιστεί μια ταινία, η οποία πάντως αναμφίβολα τραβούσε εκ προοιμίου το ενδιαφέρον του κοινού.



Τα επόμενα χρόνια ακολούθησε σειρά επαναπροβολών στην πρωτεύουσα. Για παράδειγμα, στις αρχές Ιανουαρίου 1916 η «Γκόλφω» περιλαμβανόταν στο πρόγραμμα του κινηματογράφου «Κυβέλης», ενώ η ταινία προβλήθηκε και το Φεβρουάριο του 1923 (από τις 18.02) στο «Κεντρικόν».

Το Μάρτιο του 1917 το περιοδικό Πινακοθήκη σημείωνε ότι η «Γκόλφω» είχε προβληθεί και στο Παρίσι, χωρίς όμως να προσδιορίζεται ο ακριβής χρόνος. Με επιφυλακτικότητα, ωστόσο, θα πρέπει να προσεγγίσουμε δημοσιεύματα γαλλικών εφημερίδων τον Ιούνιο του 1934, που ανήγγειλαν μία μοναδική προβολή της «Γκόλφως» στα πλαίσια εκδήλωσης για τη συγκέντρωση χρημάτων, με σκοπό την αγορά αεροσκάφους που θα εκτελούσε τη διαδρομή Παρίσι-Νέα Υόρκη και Νέα Υόρκη-Αθήνα.
[Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα δεξιώσεων της Le Journal ύστερα από πρωτοβουλία της ελληνογαλλικής εφημερίδας L’ Indèpedence. Ωστόσο, είναι πολύ πιθανό να υπήρχε κάποια σύγχυση και αντί της «Γκόλφως» στην πραγματικότητα να προβλήθηκε η «Αστέρω» του 1929, που είχε επίσης βουκολικό θέμα και η οποία είχε στο μεταξύ προβληθεί σε γαλλικές κινηματογραφικές αίθουσες.]

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Οι εφημερίδες της εποχής σχολίασαν θετικά την ταινία. Χωρίς να υποβαθμίζονται τα όποια τεχνικά προβλήματα (π.χ. ως προς την καθαρότητα της εικόνας λόγω λάθος φωτισμού), αυτά δικαιολογήθηκαν ως αναμενόμενα, εφόσον επρόκειτο για την πρώτη προσπάθεια.

Ο «Βεκ.» της Νέας Ημέρας, που τον είδαμε να γκρινιάζει από τα πρώτα κιόλας γυρίσματα, έκανε στροφή 180 μοιρών και τα έβαζε με ορισμένους κριτικούς των εφημερίδων, οι οποίοι «εκ συστήματος μεμψίμοιροι, εύρον ότι το έργο όπως εκινηματογραφήθη έχει ατελείας». Κατενθουσιασμένος έγραφε:
«Το περιβάλλον εις το οποίον επαίχθη είνε ποιητικώτατον. Δίδει ιδέαν του ελληνικού δάσους, του ελληνικού βουνού, της ελληνικής φύσεως. Πόσον διέφερε το δάσος της «Γκόλφως» από τα δάση που βλέπομεν εις τα ευρωπαϊκά έργα. Αντί του σκότους το φως, αντί της μελαγχολίας η χαρά. Και τα σπίτια, η βρυσούλα του χωριού, και η φουστανέλλα και ο παππάς ακόμη που παρουσιάσθη δύο φοράς - μίαν εις τον γάμον και μίαν εις την κηδείαν - όλα αυτά, σκηνοθετημένα με όλην την δυνατήν τελειότητα, έκαμαν να παρουσιασθή επάνω εις την οθόνην ένα κινηματόδραμα ευγενικόν, ελκυστικόν, φωτεινόν, που μολονότι είχε θανάτους και φέρετρα, και κυπαρίσσια και μνήματα δεν προεκάλεσε καμμίαν αποτροπίασιν αλλά μόνον συγκίνησιν βαθείαν».
Κατά τον Βεκ., το μόνο αρνητικό ήταν ότι οι ηθοποιοί έπαιξαν μεν «καλά», όχι όμως όπως οι Ευρωπαίοι συνάδελφοί τους, «οι οποίοι προφέρουν τας λέξεις με τόσην εκφραστικότητα ώστε ν’ αποτυπώνωνται εις την εντέλειαν αι κινήσεις των χειλέων των», καταλήγοντας ότι «η Λήδα Μπορέλλι της Ελλάδος δεν έπαιξεν ακόμη εις τον Κινηματογράφον» - σαφής η αιχμή για την Διαμάντη.

«Υπάρχει αρκετή διαφορά του παίζειν έργο από σκηνής και άλλο διά κινηματογράφου» αναγνώρισε το Σκριπ, που εντόπισε «αρκετά σφάλματα» στο φωτισμό και στην καθαρότητα της εικόνας. Ωστόσο εκτιμούσε ότι η Διαμάντη έπαιξε με «άριστη ευσυνειδησία όσο το δυνατόν καλύτερα» και παρουσίασε «κάτι αξιέπαινο», ενώ ως «αρκετά επιτυχής» κρίθηκε η ερμηνεία του Βαρβέρη στο ρόλο του Τάσου.

«Οι αμέτρητοι θαμώνες των διεθνών κινηματογράφων, οι μέχρι κόρου καθ’ εκάστην βλέποντες τα αστυνομικά λεγόμενα δράματα και τας χαλιμαϊκάς ως επί το πλείστον κακουργίας των διεθνών απάχηδων και τας στερεοτύπους σκηνάς των διαφόρων Μαξ μετ’ ιδιαιτέρας ευχαριστήσεως παρηκολούθουν τας σκηνάς του δημοφιλούς ελληνικού έργου, διερμηνευομένου υπό δοκίμων Ελλήνων ηθοποιών [...] και ησθάνοντο συγκινήσεις, οίας και κατά την από σκηνής διδασκαλίαν του ποιητικού έργου του κ. Περεσιάδου του μόνου εκ των θεατρικών συγγραφέων γράφοντος εις ζωντανήν δημοτικήν γλώσσαν τοιαύτα έργα» σχολίαζε η ίδια εφημερίδα σε επόμενο άρθρο, ενώ παραινούσε τους επιχειρηματίες «όπως προβώσιν και εις άλλα ελληνικής υποθέσεως [έργα], ως και εις επίδειξιν τοπείων και καλλονών της ελληνικής φύσεως ας και οι πολλοί των Ελλήνων αγνοούσι και οι ξένοι. Ταινίαι δε τοιαύται εκτός της ευχαριστήσεως, ην παρέχουν εις τους θεατάς οιασδήποτε εθνικότητος, χρησιμεύουν και ως διαφημίσεις, δι’ ας άλλα έθνη και κράτη δαπανώσιν αφειδώς».

Σε μία «καλή αρχή, αξία πάσης υποστηρίξεως» αναφέρθηκε η Εστία, παρότι «τα μέσα λείπουν ακόμη διά την πλουσίαν και τεχνικωτέραν κινηματογραφικήν σύνθεσιν Ελληνικών έργων», ενώ για μια «πρώτης τάξεως» έμπνευση έκανε λόγο το Εμπρός εκτιμώντας ότι οι ηθοποιοί «εθαυματούργησαν» αν και αυτοδίδακτοι στην ιδιαίτερη τεχνική του κινηματογράφου.

Η Νέα Ελλάς διαπίστωνε ότι «όλοι έμειναν ενθουσιασμένοι. Διότι ουδέποτε εφαντάζοντο ότι θα επετύγχανον τόσον εις Κινηματογραφικήν αναπαράστασιν, ηθοποιοί, άπειροι του εγχειρήματος, πρώτην φοράν αναλαμβάνοντες να παίξουν «κινηματογραφικώς» και μάλιστα ηθοποιοί όχι βέβαια εκ των κορυφαίων μας», ενώ στην επιτυχία «συνέτεινε κατά πολύ και η έκτακτος καθαρότης της ταινίας».

Ο συντάκτης του Έθνους πανηγύριζε, διότι «πρώτην φοράν εις τας Αθήνας, απλώθηκεν η φουστανέλλα επάνω εις την οθόνην, όπου έχουν πλέον αποκτήση δικαίωμα ιθαγενείας, αι κοινοτοπίαι των αστυνομικών και δακρυβρέκτων δραμάτων», αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι οι κινηματογραφόφιλοι, «οι συνειθισμένοι εις την υπερβόρειον ψυχολογίαν και εις την υπερατλαντικήν αισθηματολογίαν θα εύρουν ίσως αρκετά να ψέξουν εις το πρώτον ελληνικόν κινηματόδραμα».

Σε δεύτερο άρθρο του, ο ίδιος αξιολογούσε την ελληνική ταινία ως «επιτυχή, όχι μόνον σχετικώς, αλλά ειμπορούμεν να είπωμεν, και απολύτως», εκτιμώντας ότι η «Γκόλφω» θα μπορούσε να κάνει διεθνή καριέρα και εκφράζοντας την ελπίδα, που δυστυχώς δεν θα επαληθευόταν, ότι «μετ' ολίγον αι ελληνικαί ταινίαι θα έχουν μεγάλην ζήτησιν εις την Ευρώπην και ότι θα γίνουν και άλλαι πολλαί, με ακόμη καλλίτερα έργα, με καλλιτέρους ηθοποιούς και εν γένει με πλέον επιμελημένην εκτέλεσιν».


Πηγές:
Δημοσιεύματα των περιοδικών Κινηματογραφικός Αστήρ (Νοέμβριος 1925) και Πινακοθήκη (Ιούνιος-Ιούλιος 1914· Μάρτιος 1917), των εφημερίδων Αστήρ (Ιούλιος 1914), Έθνος (Απρίλιος, Ιούλιος 1914· Ιανουάριος 1915), Εμπρός (Απρίλιος 1914· Ιανουάριος 1915), Εστία (Ιανουάριος 1915· Μάρτιος 1917), Νέα Ελλάς (Ιανουάριος 1915), Νέα Ημέρα Τεργέστης (Απρίλιος 1914· Ιανουάριος 1915), Νεολόγος Πατρών (Φεβρουάριος 1915), Πατρίς (Ιούλιος 1914), Σκριπ (Μάρτιος 1914· Ιανουάριος 1915), Σφαίρα (Ιανουάριος 1915· εφημερίδα του Πειραιά), της γαλλικής επιθεώρησης Archives Commercials de la France (Ιανουάριος 1914) και των γαλλικών εφημερίδων L' Intransigeant και Le Journal Ιουνίου 1934.

ΣΧΕΤΙΚΟ ΘΕΜΑ: ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ 2: Στις δοκιμές της πρώτης ταινίας μεγάλου μήκους

ΕΠΟΜΕΝΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: «Σπιριδιόν, πού πορεύεσαι;»: Η πρώτη ελληνική κωμωδία

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου