Μια ταινία, δύο
τίτλοι... Στους τίτλους έναρξης, όπως έχει διασωθεί το φιλμ μέχρι σήμερα, αναγράφεται
ως «Λυπηθείτε το παιδί μου». Ωστόσο σε όλες τις εφημερίδες της εποχής, τόσο
στις διαφημίσεις όσο και στα αφιερώματα/κριτικά σημειώματα κλπ., μνημονευόταν ως
«Αμάρτησα για το παιδί μου», ένας τίτλος που έφτασε στο σημείο να χαρακτηρίζει –με
ειρωνική διάθεση είν’ η αλήθεια– μια ολόκληρη κατηγορία ελληνικών ταινιών, που
θα γυρίζονταν σωρηδόν τα επόμενα χρόνια, με θέμα τις θυσίες γυναικών που
φτάνουν στα άκρα για χάρη των παιδιών τους.
Το σενάριο έγραψε
ο Χρήστος Αποστόλου. Η υπόθεσή του είχε ως εξής:
Ένας αρχιτέκτονας
με το βοηθό του, Άγη, βρίσκονται σ’ ένα νησί. Ο Άγης προστατεύει από την ωμή
μεταχείριση ενός πρώην λαθρέμπορου την ορφανή Ρόη, η οποία αμέσως τον
ερωτεύεται, του δίνεται και ενώ ο Άγης φεύγει στο εξωτερικό, αυτή γίνεται
μητέρα (εν αγνοία του Άγη). Την διώχνουν από το νησί, καταφεύγει στον Πειραιά,
πέφτει στα χέρια σωματεμπόρων και κυλά στο βούρκο μόνο και μόνο για να σώσει το
κοριτσάκι της, τη Στέλλα. Αργότερα, μη υποφέροντας τους εκβιασμούς του ψευδοπροστάτη
–και στην πραγματικότητα προαγωγού– της, Βάγγου, τον σκοτώνει και φυλακίζεται
15 χρόνια.
Ο αρχιτέκτονας
αναλαμβάνει τη μικρή Στέλλα, η οποία είναι τώρα 18 ετών. Στον κύκλο τους
βρίσκεται και ο Άγης, τον οποίο η Στέλλα ερωτεύεται, αγνοώντας ότι είναι
πατέρας της. Πληγωμένη στο αίσθημά της, θέλει να εγκαταλείψει το σπίτι. Τότε ο
αρχιτέκτονας, που παρουσιάζεται ως θείος της, της διηγείται την ιστορία της.
Είναι η ίδια μέρα που αποφυλακίζεται και η μητέρα της, η Ρόη, αλλά εκείνη δεν
θέλει να δώσει ντροπή στην κόρη της. Ένα αυτοκίνητο την πατά, την μαζεύει ο
Άγης, την κουβαλάει στο σπίτι και ενώ πρόκειται να πεθάνει, αποκαλύπτει στον
Άγη το μυστικό της Στέλλας, η οποία πέφτει τώρα στην αγκαλιά του πατέρα της.
Πρωταγωνιστούσαν
οι Ελένη Χατζηαργύρη (Ρόη), Ευάγγελος Ανουσάκης (Βάγγος), Σπύρος Πατρίκιος
(Παντελής), Σόφη Λιλά (Στέλλα), Ίων Χατζάκος (Άγης), Θεόδωρος Μορίδης, Σίμος
Τσαπνίδης και σε μικρότερους ρόλους οι Ρούμπη Παπαϊωάννου, Αιμιλία Δαζέα, Μαρία
Ηρωδιάδου, Γιώργος Μεσάλας, Βλάσης Χατζηευαγγέλου, Κίμων Φλετός, Γιώργος
Σταυρακάκης, Κώστας Κοντονής, Παναγιώτης Λάζος, Εύα Δελαζάνου, Σία Μόνη,
Στυλιανός Σκοπελίτης, Τάκης Λιούνης κ.ά.
Ο Ίων Χατζάκος
ήταν ο ζεν πρεμιέ της ταινίας, η ταυτότητα του οποίου έμενε κρυφή για πολύ
καιρό κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων. Ήταν απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του
Εθνικού Θεάτρου, όμως επιθυμούσε να παραμείνει μυστική η ταυτότητά του. Ήταν
άτομο πολύ χαμηλών τόνων ή η επιθυμία του αυτή συνδεόταν –σύμφωνα με
δημοσίευμα– με το γεγονός ότι εργαζόταν ως τραπεζικός υπάλληλος και δεν είχε
ακόμη λάβει τη σχετική άδεια από την τράπεζα για να εργαστεί και αλλού;
Πρόβλημα
δημιουργήθηκε, όταν η ηθοποιός Ρούμπη Παπαϊωάννου αποφάσισε να κόψει τα μαλλιά
της, ενώ είχε ήδη γυρίσει δύο σκηνές με μακριά μαλλιά. Πώς θα μπορούσε να
δικαιολογηθεί η ξαφνική αλλαγή στο μήκος τους; Ο παραγωγός, Χρήστος Σπέντζος,
ζήτησε να ξαναγυριστούν οι δύο σκηνές απειλώντας να παραπέμψει την ηθοποιό στην
Επιτροπή Αδείας Ασκήσεως Επαγγέλματος και να ζητήσει λύση της σύμβασης με
υπαιτιότητά της και παράλληλα καταβολή αποζημίωσης από εκείνη –σε αμφότερες τις
περιπτώσεις– για τις δυο σκηνές που είχαν γυριστεί και πλέον πήγαν χαμένες. Δεν
γνωρίζουμε αν η Ρούμπη Παπαϊωάννου όντως κατέβαλε χρηματική αποζημίωση στην
εταιρία παραγωγής, πάντως τελικά οι σκηνές ξαναγυρίστηκαν!
Λοιποί συντελεστές:
Διευθυντής παραγωγής … Κώστας Δρίτσας
Οπερατέρ ………………. Εμμανουήλ Τζανετής
Βοηθός σκηνοθέτη ……... Τζων Σταυρίδης
Ντεκουπάζ - Μοντάζ …... Κώστας Δρίτσας
Μακιγιάζ ……………….. Γεώργιος Σταυρακάκης
Φωτισμός ………………. Κίμων Σπαθόπουλος
Φωτογραφία ……………. Μαργ. Δαμβακάρη
Σκηνικά ………………… Ιωάννης Σιμ
Μακέτες ………………... ΚΩΣΤ
Διαχειριστής - Φροντιστής.. Μιλτ. Τσέντος
Ηλεκτρολόγος ………….. Μάνθος Δάκας
Μουσική ……………….. Μενέλαος Παλλάντιος
Τη μουσική της
ταινίας εκτέλεσαν δύο συμφωνικές ορχήστρες: μία μικρή για την υπόκρουση των
διαλόγων και μία μεγάλη για τα μέρη χωρίς διαλόγους, αποτελούμενη από 35 μέλη
της Κρατικής Ορχήστρας με πρώτο βιολί το Βύρωνα Κολάση. Η εγγραφή της μουσικής
έγινε στο στούντιο της εταιρίας δίσκων γραμμοφώνου «Κολούμπια».
Ακούστηκαν επίσης τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη με ερμηνεύτρια τη Μαρίκα Νίνου.
Τη σκηνοθεσία είχε
αναλάβει αρχικά ο Γρηγόρης Γρηγορίου, ο οποίος όμως διαφώνησε με τον παραγωγό,
Χρήστο Σπέντζο, και αντικαταστάθηκε από το Μανόλη Σκουλούδη. Βέβαια σύμφωνα με
το Χρ. Σπέντζο, δεν υπήρξε κάποια διαφωνία, αλλά ο ίδιος ζήτησε από το
σκηνοθέτη να αποχωρήσει επειδή «τον
περισσότερον καιρόν του τον περνούσε εις το στούντιο άλλης εταιρείας, αφιερώνων
τας ώρας του εις αυστηρώς ιδιωτικήν υπόθεσίν του», οι δε σκηνές, που είχαν
ήδη γυριστεί, ξαναγυρίστηκαν –κατά δήλωση του παραγωγού– από το νέο σκηνοθέτη.
Ωστόσο ούτε ο Μ.
Σκουλούδης μακροημέρευσε στην καρέκλα του σκηνοθέτη και τις τελευταίες σκηνές
της ταινίας διηύθυνε ο Κ. Δρίτσας. Στους τίτλους της ταινίας, πάντως, ως σκηνοθέτης
αναγράφεται ο Χρήστος Σπέντζος!
Στα τελευταία
γυρίσματα έγινε και αναγκαστική αλλαγή μακιγιέρ, όταν ο Γ. Σταυράκης χρειάστηκε
να νοσηλευθεί αιφνιδιαστικά, οπότε τον αντικατέστησε ο Κ. Σπαθόπουλος, που
άλλωστε είχε εμπειρία στο συγκεκριμένο αντικείμενο.
Η ηχοληψία έγινε
κατά πρωτότυπο –για τα ελληνικά δεδομένα– τρόπο: όλοι οι ήχοι (από τη μουσική
υπόκρουση μέχρι τις συζητήσεις ή το κλείσιμο μιας πόρτας, ο θόρυβος ενός
αυτοκινήτου κλπ.) εγγράφηκαν σε τρεις φωνοταινίες και στη συνέχεια έγινε το
μιξάζ, δηλαδή η εγγραφή του περιεχομένου των τριών φωνοταινιών σε μία, όπου
ρυθμίστηκε και η ένταση του κάθε ήχου (πρακτικά, ο υποβιβασμός των
δευτερευόντων ήχων σε μια σκηνή).
Τα εξωτερικά της
ταινίας γυρίστηκαν στην Αίγινα το καλοκαίρι του 1949.
Μέχρι τις 18
Νοεμβρίου είχε ολοκληρωθεί το μεγαλύτερο μέρος των γυρισμάτων, ενώ υπολείπονταν
οι σκηνές του καμπαρέ, οι οποίες γυρίστηκαν μέσα στο μήνα.
Νωρίτερα, στα μέσα
Οκτωβρίου, στην οδό Σανταρόζα γυρίστηκαν οι σκηνές των συμπλοκών μεταξύ
κακοποιών και αστυνομικών με διαρρήξεις, κυνηγητά κλπ.· μάλιστα τα γυρίσματα
σημαδεύτηκαν από ένα ατύχημα, που ευτυχώς δεν είχε κακό τέλος. Πιο
συγκεκριμένα, όταν ο ηθοποιός Γρηγόρης Πετρινέλης, που υποδυόταν τον αστυνόμο,
ακολουθώντας το σενάριο έβαλε το πιστόλι του στο στομάχι του Σίμου Τσαπνίδη,
που υποδυόταν τον κακοποιό, πάτησε κατά λάθος τη σκανδάλη και πυροβόλησε το
συνάδελφό του εξ επαφής· τα φυσίγγια ήταν βέβαια άσφαιρα, ωστόσο προκλήθηκε
έγκαυμα στον Σ. Τσαπνίδη, ο οποίος συνέχισε να παίζει –μολονότι τα ρούχα του
είχαν πάρει φωτιά– για να μη διακοπεί το γύρισμα! Στη συνέχεια ο ηθοποιός
οδηγήθηκε στο νοσοκομείο, όπου και νοσηλεύτηκε.
ΠΡΟΒΟΛΕΣ – ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ
– ΚΡΙΤΙΚΕΣ
Μια πρώτη,
δοκιμαστική προβολή δόθηκε για τους δημοσιογράφους στις 3 Μαρτίου 1950, ενώ
επίσημα οι προβολές για το κοινό ξεκίνησαν τρεις μέρες αργότερα σε τέσσερις
κινηματογραφικές αίθουσες της πρωτεύουσας: «Ρεξ», «Άστορ», «Πάνθεον» και
«Σταρ».
Την πρώτη μέρα,
κόπηκαν συνολικά 14.314 εισιτήρια (5.800 στο «Ρεξ», 3.044 στο «Πάνθεον», 2.773
στο «Άστορ» και 2.697 στο «Σταρ»). Όλη την πρώτη εβδομάδα ο αριθμός των θεατών
στις τέσσερις αίθουσες ανήλθε σε 81.835 (33.453 στο «Ρεξ», 16.990 στο «Σταρ»,
16.109 στο «Άστορ» και 15.283 στο «Πάνθεον»).
Οι προβολές
συνεχίστηκαν για δεύτερη εβδομάδα στους «Άστορ», «Πάνθεον» και «Σταρ»
πραγματοποιώντας άλλα 33.371 εισιτήρια.
Την τρίτη εβδομάδα
(20 έως 26.03) στο «Σταρ» και το «Άστυ» κόπηκαν άλλα 13.879 εισιτήρια (8.331
στο «Σταρ» και 5.548 στο «Άστυ», που όμως δεν λειτούργησε ένα τριήμερο λόγω
απεργίας).
Συνολικά, η ταινία
φέρεται να έκοψε 129.085 εισιτήρια και ήταν η τρίτη εμπορικότερη μεταξύ των 257
ταινιών που προβλήθηκαν στους 13 αθηναϊκούς κινηματογράφους πρώτης προβολής τη
σεζόν 1949-50 (από 15.09.1949 έως 28.05.1950) –και παράλληλα η δεύτερη μεταξύ
μόνο των ελληνικών ταινιών την ίδια περίοδο.
Στις 6 Μαρτίου
1950 ξεκίνησαν οι προβολές της ταινίας και στη Θεσσαλονίκη: στα «Ηλύσια», όπου
συνεχίστηκαν για τρεις εβδομάδες.
«Το μεν σενάριο και ο διάλογος είναι κάκιστα.
Η φωτογραφία όμως και, γενικά, το τεχνικό μέρος δείχνουν σημαντική πρόοδο και
οι σκηνές του λιμανιού και τα εξωτερικά της νύχτας είναι εξαιρετικά καλά εν
σχέσει με ό,τι δήποτε έχομε δη σε ελληνική ταινία μέχρι τώρα», ήταν η
ετυμηγορία της Ροζίτας Σώκου στην εφημερίδα Οι Καιροί.
Στο κριτικό
σημείωμά του στην εφημερίδα Η Βραδυνή, ο Γιάννης Φερμάνογλου έγραφε: «Χωρίς βέβαια να φθάνη τον “Μεθύστακα”, είναι
ενδιαφέρον έργον, αν και αδικείται από τους πρωταγωνιστάς του, πλην της
Χατζηαργύρη. Συγκεκριμένα, ο Μορίδης είναι μελοδραματικός, ο Ανουσάκης
υπερβολικός, ο Πατρίκιος κακομοιριασμένος και ο Χατζάκος ψυχρότατος. Παρ’ ότι
είναι στην αρχή μονότονο, βελτιούται σιγά-σιγά, περιλαμβάνει δε εις το δεύτερον
μέρος ζωντανές και ρεαλιστικές σκηνές, που κερδίζουν την συμπάθεια του θεατού.
Η Λέλα Χατζηαργύρη, με την μεγάλη της φωτογένεια και το φυσικό και ευγενικό
παίξιμό της, ζωντανεύει όλο τον ανθρώπινο πόνο στον ρόλο μιας ηρωικής μητέρας
και προσαρμόζεται θαυμάσια στην τεχνική του κινηματογράφου».
«Οι Ελληνικές ταινίες δικαιολογούν κάποια
επιείκεια και κάποια περισσότερη ανεκτικότητα από τις ξένες. Αλλά η
ανεκτικότητα αυτή δεν έχει όρια; Και η υπερβολική συμπάθειά μας μήπως αντί να
έχη ευεργετικά αποτελέσματα βλάπτει;» διερωτήθηκε ο Νέστωρας Μάτσας στη
στήλη του στον αθηναϊκό Εθνικό Κήρυκα. Αξιολόγησε το σενάριο ως «αποτυχημένο», τη δε σκηνοθεσία ως «αγαθή πρόθεσι, παρά πείρα» για τη
δημιουργία μιας ρεαλιστικής ατμόσφαιρας, που πέτυχε «κατά προσέγγιση». Από τους ηθοποιούς ξεχώρισε μόνο την Αιμιλία
Δαζέα στο δευτερεύοντα ρόλο της γριάς, που βοήθησε την ηρωίδα να γεννήσει το
παιδί της. Κατά τ’ άλλα, οι υπόλοιποι ηθοποιοί ήταν «φοβερά ερασιτέχνες», η δε πρωταγωνίστρια Ελένη Χατζηαργύρη –παρότι
«μερικά γκρο πλαν της δείχνουν ότι η
φυσιογνωμία της προσφέρεται στο φακό και μπορεί να εκμεταλλευθή κινηματογραφικά»–
«δεν έχει συνειδητοποιήσει ακόμα την τομή
του κινηματογράφου από το θέατρο». Στο διά ταύτα πάντως, ο Ν. Μάτσας
κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «Το “Αμάρτησα
για το παιδί μου” είναι μια ευσυνείδητη προσπάθεια που δεν ωλοκληρώθηκε.
Προσπάθεια πάντως που δεν απογοητεύει και δεν ενοχλεί τον θεατή. Κι αυτό είναι
κάτι!!».
Για το Βίωνα
Παπαμιχάλη στην εφημερίδα Ακρόπολις, το θέμα του σεναρίου ήταν «χιλιομεταχειρισμένο που θα γινόταν
ενδιαφέρον αν ο συγγραφεύς του φρόντιζε να μας το παρουσιάση από καμμιά
καινούργια πλευρά», όμως ο σεναριογράφος περιορίστηκε «σε μια εναλλαγή επεισοδίων, χωρίς καμμιά προσπάθεια να ζωγραφίση
χαρακτήρες και ψυχικές καταστάσεις, γι’ αυτό ίσως και το έργο του δεν προσφέρει
ανάλογη με τη δραματικότητα του θέματος συγκίνησι». Στα αρνητικά
περιλαμβάνονταν οι περισσότερες ερμηνείες των ηθοποιών, με εξαίρεση την Ε.
Χατζηαργύρη και «εν μέρει» τον Θ.
Μορίδη.
Από την άλλη, το
φιλμ ήταν «τεχνικά και εργαστηριακά πολύ
φροντισμένο», η φωτογραφία είχε «ομοιογένεια
και πλαστικότητα», τα ντεκόρ ήταν «ικανοποιητικά»,
το μοντάζ έδειχνε «πείρα», «καθαρή» ήταν η φωνοληψία, ενώ υπήρχαν
και μερικά νυχτερινά πλάνα «που ασφαλώς
θα τα ζήλευαν και ξένοι οπερατέρ». Τέλος, στα θετικά ο Β. Παπαμιχάλης
προσμετρούσε και τη μουσική του Μενέλαου Παλλάντιου: «Για πρώτη φορά ακούμε σε ελληνική ταινία “υπόκρουσι”. Και δεν είνε
μονάχα η “σύνθεσις”, αλλά και η “εκτέλεσις”».
Ο Μιχάλης Περάνθης
παραδεχόταν στο Έθνος ότι ναι μεν «τα
επεισόδια συμπλέκονται με γοργότητα και η εξέλιξις παρουσιάζεται κατά τρόπον
που η μία σκηνή να προετοιμάζη την άλλη», ωστόσο η ταινία παρουσίαζε «ένα φόρτο δραματικών επεισοδίων, πληθώρα
τραγικών καταστάσεων, αδιεξόδων και συγκρούσεων και δεν έχουμε ούτε μιας
στιγμής συγκίνησι, ούτε μια σποραδική διάθεσι ρίγους». Η κεντρική ηρωίδα
παρουσιαζόταν ως «ένας ανθρώπινος τύπος
ψυχολογικά ψεύτικος, κινούμενος στα όρια ενός ρωμαντικού ρεαλισμού, χωρίς να
μας πείθη, χωρίς να μας κατακτά, που προσπαθεί να σταθή με εξωτερικές μόνον
εντυπώσεις, τις περισσότερες φορές καλές, χάρις στην εξαίρετη φωτογραφία, αλλά
και κάποτε αδρανείς και ακίνητες, όπως είνε οι σκηνές του καμπαρέ». Ώστε
για τον Μ. Περάνθη το πρόβλημα δεν ήταν τόσο οι πολλοί σκηνοθέτες που είχαν
περάσει από την ταινία, όσο το σενάριο του Χρ. Αποστόλου.
Από κει και πέρα,
τεχνικά η ταινία ήταν καλοφτιαγμένη, η δε φωτογραφία των εξωτερικών ήταν «περίφημη», δεν εξυπηρετούσε απλά το
τουριστικό μοτίβο, αλλά ήταν «συνδυασμένη
με κίνησι και σε συνάρτησι με το έργο»· «επιτυχής» ήταν και ο φωτισμός, ενώ η σκηνή της νυχτερινής διάρρηξης
μπορούσε «άνετα να συγκριθή με ανάλογες
σκηνές ξένων αστυνομικών ταινιών». «Με
απλή συγκρατημένη κίνησι και λιτή εκφραστικότητα» απέδωσε το ρόλο της η Ε.
Χατζηαργύρη, ενώ «πολλές καλές στιγμές»
είχε ο Ευ. Ανουσάκης στο ρόλο του Βάγγου.
Κατά το Μάριο Πλωρίτη, η ταινία ακολουθούσε το δρόμο των «σκοροφαγωμένων λαϊκών δραμάτων ή ξένων ταινιών του υποκόσμου» και μάλιστα «ειπωμένα με τον πιο αφελή, τον πιο παιδαριώδη τρόπο», καθώς «οι πράξεις, τα αισθήματα, οι αντιδράσεις των σκιών που μετακινούνται πάνω στην οθόνη (πώς να τις ονομάσεις “ανθρώπους”;) έχουν τόση λίγη σχέση μεταξύ τους, τόση λίγη συνέπεια που γρήγορα το παίρνεις απόφαση να δεχτείς αδιαμαρτύρητα το καθετί. Η κοπέλλα π.χ. παραδίνεται στο νέο χωρίς τίποτα να προετοιμάσει κι αυτήν κι αυτόν και το θεατή για τούτη την “υλοποίηση” ενός ανύπαρκτου αισθήματος... Αυτό το ρυθμό [...] ακολουθούν τα πάντα μέσ’ το έργο. Δεν υπάρχει αιτιολογία, δεν υπάρχει σχεδόν λογική σ’ ό,τι γίνεται. Βασιλεύει παντού η αυθαίρετη θέληση του σεναρίστα. [...] Δεν θυμάμαι πολλές ταινίες, όπου ο έξω τόπου και χρόνου “ετσιθελισμός” του σεναρίστα να κυριαρχούσε τόσο καταθλιπτικά».
Η σκηνοθεσία ήταν «εκπληκτικά άνιση», κάτι που ο Μ. Πλωρίτης απέδιδε μάλλον στη φημολογούμενη εναλλαγή σκηνοθετών την περίοδο των γυρισμάτων: σε κάποιες σκηνές (στο νησί, στον Πειραιά και στη σκηνή της διάρρηξης) «υπάρχει μια συνειδητή προσπάθεια να δοθεί κάποια “ατμόσφαιρα”», όμως σε άλλες (στο καμπαρέ, στα σπίτια κλπ.) «η σκηνοθεσία είναι αδέξια, απλοϊκή, κυριολεκτικά ανύπαρκτη». Στα θετικά συμπεριλήφθηκαν το «στρωτό» μοντάζ, η φωτογραφία και η μουσική του Μ. Παλλάντιου, η οποία «είχε συχνά όγκο και δραματικότητα υπόκρουσης ξένης ταινίας». Όσον αφορά, τέλος, τις ερμηνείες, η Ελένη Χατζηαργύρη έδειχνε «αυταπάρνηση για να δώση κάποια ανθρωπιά, κάποια συγκίνηση στον ολότελα συμβατικό κι ατροφικό τύπο της ηρωίδος», οι Σπ. Πατρίκιος και Θ. Μορίδης ήταν «οι μόνοι που δίνουν μια υπόσταση στους ισχνότατους επίσης ρόλους τους», ο Ε. Ανουσάκης ήταν «αφελέστατα και κωμικότατα “βαρύς” σωματέμπορος», ο δε Ι. Χατζάκος «αδιαπέραστα παγερός».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου