Η πρώτη εμφάνιση
γυναίκας σκηνοθέτη στον ελληνικό κινηματογράφο έγινε σ’ αυτήν την
κινηματογραφική μεταφορά του θεατρικού έργου «Αρραβωνιάσματα» του Δημήτρη
Μπόγρη. Ήταν η Μαρία Χατζηνάκου, σήμερα περισσότερο γνωστή ως Μαρία Πλυτά (όπως
θα άλλαζε επίσημα το ονοματεπώνυμό της αργότερα), που ήταν ήδη η πρώτη γυναίκα
παραγωγός και με την εταιρία της, «Ελ Φιλμ», είχε στο ενεργητικό της το «Μαρίνο
Κοντάρα»–αν και η πρώτη εμπλοκή της Μ. Χατζηνάκου με την παραγωγή ταινιών ήταν το
1946 ως συμπαραγωγός της «Φίνος Φιλμ» στη «Μαρίνα».
Στα δημοσιεύματα
της εποχής η Μαρία Χατζηνάκου μνημονευόταν και ως η σεναριογράφος των
«Αρραβωνιασμάτων», ωστόσο σ’ ένα αφιέρωμα του περιοδικού «Φιλμ» τον Ιούλιο του
1979 το σενάριο της ταινίας αποδιδόταν στον Σ. Μακρή.
Όσον αφορά την
υπόθεση του έργου, πολύ συνοπτικά η ταινία –όπως και το θεατρικό έργο του Δ.
Μπόγρη– εξιστορεί τον αγνό έρωτα δύο νέων, του Δημητρού Λεμπέση και της Τζεβής,
οι οποίοι σχεδιάζουν να παντρευτούν αγνοώντας ένα καλά κρυμμένο μυστικό, που θα
αποκαλυφτεί με αφορμή ένα τραγικό θαλάσσιο δυστύχημα και θα διαλύσει τη μακάρια
ευτυχία τους.
Πήραν μέρος οι ηθοποιοί:
Αιμίλιος Βεάκης ……….. Λεμπέσης
Έλλη Ξανθάκη …………. Λεμπέσαινα
Νίκος Τζόγιας ………….. Δημητρός
Ντίνος Ηλιόπουλος …….. δικηγόρος Λαζάρου
Δήμος Σταρένιος ……….. Ρούπης
Ανδρέας Ζησιμάτος ……. Λένας
Λάκης Σκέλας ………….. Κουτσούκος
Μαν. Βλαχάκης ………… αστυνόμος
Ανθή Μηλιάδου ………... γιαγιά
Μαργαρίτα Ευαγγελάτου Γεράρδου … Τζεβή
και σε μικρότερους
ρόλους οι Γιώργος Βελέντζας, Φραγκούλης Φραγκούλης, Αρτέμης Μάτσας, Βασίλης
Ανδρεόπουλος, Λάκης Σκέλλας.
Για το ρόλο του
Δημητρού, αρχικά είχε επιλεγεί ο Κ. Λειβαδέας, ο οποίος όμως υπηρετούσε ως
στρατιώτης και, την περίοδο που είχε προγραμματιστεί η έναρξη των γυρισμάτων, μετατέθηκε
στη Φλώρινα!
Διευθυντής λήψης
ήταν ο Δημήτρης Γαζιάδης και οπερατέρ ο Αντώνης Νόβακ.
Τη μουσική της
ταινίας συνέθεσε ο Γεώργιος Καζάσογλου, ενώ τα σκηνικά φιλοτέχνησε ο ζωγράφος
Γιάννης Τσαρούχης.
Τις χορογραφίες
δίδαξε η καθηγήτρια χορού Μανόν Ρενιέρη.
Σχετικά με το
παρασκήνιο για το πώς η Μαρία Χατζηνάκου ανέλαβε να καθίσει στην καρέκλα του
σκηνοθέτη, γράφτηκαν δύο εκδοχές στον αθηναϊκό τύπο του 1949:
Σύμφωνα με την πρώτη, η παραγωγός αρχικά σκεφτόταν ν’ αναθέσει τη σκηνοθεσία των «Αρραβωνιασμάτων» στο Μάνο Κατράκη. Όμως ο σπουδαίος αυτός ηθοποιός είχε συλληφθεί και εξοριστεί εν μέσω του εμφυλίου πολέμου, ώστε τελικά η Χατζηνάκου αποφάσισε ν’ αναλάβει η ίδια και αυτόν το ρόλο. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, η Μαρία Χατζηνάκου αγάπησε τόσο πολύ το σενάριό της, ώστε δεν μπορούσε να το εμπιστευτεί σε κανέναν άλλο κι έτσι επέλεξε εξ αρχής να το σκηνοθετήσει η ίδια.
Οι προετοιμασίες
για το γύρισμα της ταινίας ξεκίνησαν τον Ιούνιο του 1948, όταν η «Ελ Φιλμ» αναζητούσε
τις κατάλληλες νησιωτικές τοποθεσίες για τη λήψη των εξωτερικών. Ωστόσο μόλις
το Μάιο του 1949 κατάφερε να μπει αρκετό στο αυλάκι, ώστε να αρχίσουν οι πρώτες
σοβαρές συζητήσεις για την υλοποίησή της, όταν η παραγωγός Μαρία Χατζηνάκου
μετά από συζητήσεις με τη «Φίνος Φιλμ» και τη «Νόβακ Φιλμ» έκλεισε συμφωνία με
τη δεύτερη, εγκαινιάζοντας έτσι το νέο στούντιο της «Νόβακ Φιλμ» επί της οδού
Πτολεμαΐδας στα Κάτω Πετράλωνα.
Μετά από αρκετές
αναβολές, η έναρξη των γυρισμάτων προσδιορίστηκε για τη 15η Ιουλίου 1949,
πιθανόν όμως αυτή δεν ήταν και η οριστική ημερομηνία. Τα τελευταία γυρίσματα
πραγματοποιήθηκαν τον Οκτώβριο του 1949 στη Σαλαμίνα. Πάντως αρκετές εβδομάδες
αργότερα, στις 15 Δεκεμβρίου, εκκρεμούσε ακόμα η φωνοληψία.
Σε συνέντευξή της
στο περιοδικό «Η Γυναίκα και το σπίτι» το Φεβρουάριο του 1952, η Μαρία Χατζηνάκου
θυμόταν από την ταινία «την τρεμούλα που
είχα όταν πλησίασα για να... διδάξω το μεγάλο μου κι αλησμόνητο δάσκαλο Αιμίλιο
Βεάκη. Άκουσε τις υποδείξεις μου χωρίς να φέρει αντίρρηση. Και στο τέλος μ’
αγκάλιασε και με φίλησε».
Σε μια εφ’ όλης
της ύλης συνέντευξη στη Γκαίη Αγγελή και το περιοδικό Φιλμ τον Ιούλιο του 1979,
η Μαρία Πλυτά θυμόταν σχετικά με τ’ «Αρραβωνιάσματα»:
«Άρχισα
το γύρισμα της πρώτης μου ταινίας, που ήταν “Τ’ Αρραβωνιάσματα” του Μπόγρη, το
1948. Τελείωσε σ’ ένα χρόνο και προβλήθηκε τελικά το 1950. Οι δυσκολίες, που
αντιμετώπισα στην αρχή, ήταν άπειρες. Δεν θα ξεχάσω ότι, όταν άρχισα το γύρισμα
της ταινίας, η Γεράρδου ήταν έγκυος τριών μηνών και δεν μου το είχε πει. Έτσι
αναγκαζόμουνα να τραβάω κοντινά πλάνα για να μην φαίνεται η κοιλιά της. Ύστερα
επιστρατεύτηκε ο Τζόγιας, ο πρωταγωνιστής [σ.σ. προφανώς εννοούσε τον Κ.
Λειβαδέα, που αντικαταστάθηκε από το Ν. Τζόγια]. Τραβούσα τις σκηνές
ανακατωμένες και μετά έπαθε περιτονίτιδα ο Ζησιμάτος και έμεινε πέντε μήνες
στην κλινική, έτσι αναγκάστηκα να πάρω πλάτη άλλου ηθοποιού για να τελειώσω την
ταινία. Όλα αυτά ήταν σε βάρος της παραγωγής. Τότε μάθαινα ακόμα. Πώς μπορείς
όμως να γίνεις παραγωγός, όταν δεν είσαι γεννημένος έμπορος και δεν έχεις το
κεφάλαιο που χρειάζεσαι; Μου έκαναν βέβαια πίστωση. Και σ’ όλους, όπως ήταν της
μόδας τότε, έταζα την εξόφληση στην πρώτη προβολή της ταινίας. Χρειάστηκε να
κάνω τρεις ταινίες για να καταλάβω ότι τα χρήματα της πρώτης προβολής, τ’
άρπαζε τα μισά η εφορία και τ’ άλλα μισά οι αίθουσες που έπαιζαν την ταινία, το
γραφείο εκμετάλλευσης και οι διαφημίσεις.
Σε
ό,τι αφορά το γύρισμα, στις πρώτες μου ταινίες μπορώ να πω ότι μάθαινα, ρώταγα
συνέχεια. Είχα βέβαια συγκεκριμένες επιθυμίες, μόνο που δεν είχα πλήρη έλεγχο
στο αποτέλεσμα, ενώ σιγά σιγά απόκτησα πείρα. Στις πρώτες μου ταινίες
περισσότερο οραματιζόμουνα κι όταν, θυμάμαι, μου έλεγε ο Γαζιάδης αυτό δεν
γίνεται, εγώ επέμενα και στο τέλος γινότανε. Η ευαισθησία μου με έκανε να τα
βλέπω έτσι. Ήθελα ας πούμε ένα χταπόδι στον τοίχο. “Δεν παίρνεται είναι πολύ
φωτεινός ο τοίχος”, μου έλεγε ο Γαζιάδης. “Δεν ξέρω, θα βρεις τον τρόπο να μου
το φωτογραφίσεις, εγώ θέλω σε κοντινό πλάνο το χταπόδι”. Και στο τέλος βγήκε το
χταπόδι. Όμως αυτό δεν ήταν γνώση, η γνώση αποχτήθηκε σιγά-σιγά».
ΠΡΟΒΟΛΕΣ –
ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ – ΚΡΙΤΙΚΕΣ
Τα
«Αρραβωνιάσματα» ξεκίνησαν να προβάλλονται στους κινηματογράφους «Ρεξ», «Άστορ»
και «Σταρ» από τις 20 Φεβρουαρίου 1950. Στις τρεις αίθουσες προσήλθαν συνολικά
50.472 θεατές, εκ των οποίων οι 29.411 το πρώτο τετραήμερο.
Στο «Άστορ» και το
«Σταρ» οι προβολές συνεχίστηκαν για δεύτερη εβδομάδα προσελκύοντας όμως μόλις
10.040 θεατές.
Συνολικά, τα «Αρραβωνιάσματα» πραγματοποίησαν 60.512 (σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσίευσε η εφημερίδα Έθνος) ή 60.308 εισιτήρια (σύμφωνα με τα επίσημα αναπαραγόμενα στοιχεία) και ήρθε τέταρτη μεταξύ όλων των ελληνικών ταινιών που προβλήθηκαν τη σεζόν 1949-50.
Για μια «υπέροχη ηθογραφία που αποδίδεται θαυμάσια
στην οθόνη, παρ’ ό,τι υστερεί εν μέρει τεχνικώς», διαβάζουμε στην
εβδομαδιαία εφημερίδα Ανεξαρτησία.
Ο Βίων Παπαμιχάλης
στην κριτική του για λογαριασμό της εφημερίδας Ακρόπολις διαπίστωσε «μειονεκτήματα, κυρίως τεχνικής φύσεως, αλλά και αρκετά προτερήματα:
ελληνική ψυχή, τα κοστούμια και τα ντεκόρ του Τσαρούχη και καλή φωνοληψία».
Ο Μιχάλης Περάνθης
έγραψε στο Έθνος για μια «προσπάθεια
αξιόλογη, που αξιοποιεί την ελληνική ατμόσφαιρα, αλλά δεν έχει τη δύναμη ούτε
τη σκηνική δημιουργία του Μπόγρη, όπως μας επιβλήθηκε από το Θέατρο, να
επισκιάση, ούτε να προσεγγίση τις πραγματοποιήσεις εκείνες που ο “Μεθύστακας”
απέδειξε ότι είνε δυνατόν να επιτευχθούν έστω και μέσα στα πλαίσια των
ελληνικών δυνατοτήτων».
«Προ ενός μηνός, η κριτική αυτής της
ευσυνείδητης ταινίας με την ωραία υπόθεσι και το προσεκτικό γύρισμα, θα ήταν
πολύ πιο επιεικής. Μεσολάβησε όμως ο “Μεθύστακας” κι έχομε άλλες απαιτήσεις»,
παραδεχόταν ο «Θεατής» στον Αθηναϊκό Τύπο. Στο τεχνικό κομμάτι, η ταινία
υστερούσε «αφάνταστα», ενώ ακόμη και
η όποια ελληνικότητα του έργου «παραμένει
καθαρά εξωτερική και συνίσταται κυρίως στα τοπεία, και στις σκηνογραφίες και τα
κοστούμια του Τσαρούχη», για τον οποίο ο «Θεατής» υπογράμμισε ότι «ακόμη και τα συντρίμμια της βάρκας τά φτιαξε
ώμορφα». Όσον αφορά, τέλος, τις ερμηνείες, εξαιρώντας τον «απόλυτα κινηματογραφικό» Νίκο Τζόγια,
διερωτήθηκε: «Τι να πη κανείς για όλους
αυτούς τους καλούς κι ευσυνείδητους ηθοποιούς του θεάτρου και μη που κάνουν
ό,τι μπορούν παίζοντας ο καθένας με το δικό του στυλ, ακυβέρνητα και χωρίς
καμμιά ενότητα; Φταίνε αυτοί αν δεν υποπτεύωνται καν τι θα πη κινηματογράφος κι
αν κανείς δεν είναι σε θέσι να τους το μάθη;».
Ο Μάριος Πλωρίτης
στην εφημερίδα Ελευθερία επαίνεσε μεν την ελληνικότητα του θέματος («Η υπόθεση, οι άνθρωποι, το πλαίσιο είν’
ελληνικά, δε μιμούνται τίποτα ξένο, δεν αντιγράφουν σαχλές αισθηματολογίες
ξενόφωνων μυθιστορημάτων διά θυρωρούς»), ωστόσο υστερούσε στον τρόπο
απόδοσης του θεατρικού έργου στον κινηματογράφο, καθώς η «φιλότιμη και καλοπροαίρετη» σκηνοθέτης Μαρία Χατζηνάκου «παραγνώρισε αρκετά πόσο διαφορετικό είδος
τέχνης είναι ο κινηματογράφος απ’ το θέατρο», ώστε στην ταινία «η δραματική ένταση διαλύεται, το ελληνικό
χρώμα είναι ωχρό, το θαλασσινό στοιχείο ανύπαρκτο. [...] Δε μπορεί το υγρό
πλαίσιο να περιορίζεται σε μερικές καρτ-ποσταλοειδείς φωτογραφίες (πετυχημένες,
ναι, αλλά ουσιαστικά ασύνδετες με το δράμα), ούτε με τα “γραφικά” στοιχεία των
ελληνικών χορών και τραγουδιών να ενσαρκώνωνται σε δύο-τρία νυσταλέα πηδήματα
και μερικά αδέξια τραγούδια».
Περεταίρω, ο Μ.
Πλωρίτης σημείωσε ότι οι περισσότεροι ηθοποιοί «έπαιξαν θεατρικά –και το θεατρικό τόνο τον έκανε πιο αισθητό η
φωνοληψία, καθαρή αλλά κραυγαλέα, έτσι που χανόταν κάθε απόχρωση της φωνής των
ηθοποιών, κάθε δυνατότητα φωνητικού παιξίματος», με εξαίρεση το Νίκο Τζόγια
που «προσαρμόστηκε λαμπρά στις απαιτήσεις
του φακού και παίζει τους ρόλους του κινηματογραφικά». «Μερικές καλές υποσχέσεις» είχε δώσει και
ο Α. Ζησιμάτος, ενώ ο Ντίνος Ηλιόπουλος υπερασπίστηκε «όσο μπορούσε» το ρόλο του, που ήταν «ανάξιος του ταλέντου του».
Τέλος, ο Μ.
Πλωρίτης δεν παρέλειψε να σταθεί στις σκηνογραφίες του Γιάννη Τσαρούχη, ο
οποίος «έδειξε, άλλη μια φορά, πόσο λίγα
μέσα χρειάζονται για να δοθεί το “ελληνικό χρώμα” σ’ ένα ντεκόρ και πόσο
ανεδαφικό είναι το επιχείρημα πολλών παραγωγών ότι δεν μπορούν να γυρίσουν
καλές ταινίες, επειδή είναι αδύνατο, στην Ελλάδα, να χτιστούν ωραία εσωτερικά.
[...] Δεν είναι τα μέσα που λείπουν, αλλά η καλαισθησία και η σίγουρη αίσθηση
της ελληνικής πραγματικότητας, του ελληνικού “αέρα”, του ελληνικού χρώματος
–χωρίς τίποτα το ηθογραφικό στον όρο».
Ο Τίμος Μωραΐτης εκτίμησε μέσω της Αθλητικής Ηχώς ότι «Τα Αρραβωνιάσματα» «κινηματογραφήθηκαν μπορεί να πη αδίσταχτα κανείς με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Σκηνές του έργου που δίνονται αφηγηματικά και μόνο στον θεατή του θεάτρου, στον κινηματογράφο μορφοποιούνται και δίνονται σε παραστατικές εικόνες γιομάτες πλοκή και δράσι. Κι η απεικόνισις αυτή των αφηγηματικών σκηνών του θεατρικού λόγου από τον κινηματογράφο δεν είνε στοιχείο ασήμαντο και ολότελα μηδαμινό». Έφτασε μάλιστα στο σημείο να κάνει λόγο για ταινία «σταθμό στην νεοσύστατη ελληνική κινηματογραφία»!
Στο μακρύ κριτικό του σημείωμα, ο Τ. Μωραΐτης εκθείασε τα πάντα και τους πάντες (μόνο το Δήμο Σταρένιο βρήκε «κομμάτι υπερβολικό») καταφεύγοντας ενίοτε σε υπερβολικά λεκτικά σχήματα («κολοσσός, γεμάτος φουρτουνιασμένο πάθος» ο Αιμίλιος Βεάκης, «αρσενικό» το παίξιμο του Νίκου Τζόγια), ενώ έκανε εκτενή αναφορά στα σκηνικά του Γ. Τσαρούχη, για τα οποία έγραψε ότι «αποτελούν αληθινή προσφορά για το έργο, που το δυνάμωσε στις λεπτομέρειές του. [...] Μας θύμισε την συγγενική δουλειά του στο θεατρικό έργο “Ματωμένος γάμος”, που παρ’ όλον ότι ήταν Ισπανικό σε προέλευσι, το είχε επενδύσει διακοσμητικά και σκηνογραφικά με γούστο Ελληνίδας χωριατοπούλας».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου