Η ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ
Η πιο επιτυχημένη εμπορικά
ταινία του ελληνικού κινηματογράφου μέχρι το 1964 δεν θα γυριζόταν ίσως, αν δεν
ναυαγούσε η απόπειρα του Γιώργου Τζαβέλλα, σεναριογράφου και σκηνοθέτη του
«Μεθύστακα», να γυρίσει μια κινηματογραφική διασκευή του θεατρικού «Αγαπητικού
της βοσκοπούλας» –η δεύτερη μετά την ταινία του 1932, που ήταν και η πρώτη
ομιλούσα ταινία ελληνικής παραγωγής. Ειδικότερα:
Τον Ιούλιο με
αρχές Αυγούστου 1948 ο Γιώργος Τζαβέλας είχε ολοκληρώσει το σενάριο του
«Αγαπητικού» και στις 11 Σεπτεμβρίου, στο σπίτι της Ντόρας Στράτου, έγινε η
πρώτη ανάγνωσή του ενώπιον στενού κύκλου ανθρώπων των τεχνών και των γραμμάτων
αφήνοντας εξαιρετικές εντυπώσεις. Για την κινηματογράφηση της ταινίας είχαν ήδη
επιλεγεί τα Μπίσια (Πίσια) στα Γεράνια όρη, ενώ έτοιμο ήταν και το καστ: ο
Δημήτρης Χορν είχε επιλεγεί για το ρόλο του Λιάκου, η Αλέκα Κατσέλη θα υποδυόταν
τη Μάρω, η Σαπφώ Αλκαίου θα υποδυόταν τη Γιάνναινα, ενώ η Μπίλι Κωνσταντοπούλου
θα ενσάρκωνε την Κρυστάλλω. Για το ρόλο του Μήτρου αρχικά είχε επιλεγεί ο Θάνος
Κωτσόπουλος, όμως οι ανειλημμένες θεατρικές υποχρεώσεις του στην Κύπρο
προσανατόλισαν το Γ. Τζαβέλα στην εύρεση αντικαταστάτη με πιθανότερο υποψήφιο
το Δημήτρη Μυράτ.
Η χρηματοδότηση
της ταινίας θα γινόταν από τη «Σκούρας Φιλμς», όμως επρόκειτο να
χρησιμοποιηθούν τα τεχνικά συνεργεία της «Νόβακ Φιλμς». Και ενώ ο αρχικός
σχεδιασμός ήθελε την έναρξη των γυρισμάτων να τοποθετείται χρονικά στα τέλη
Σεπτεμβρίου, η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση των γυρισμάτων του «Οχυρού 27», που
ήταν παραγωγή της «Νόβακ Φιλμς» και βρίσκονταν σε πλήρη εξέλιξη, ανέτρεψε τους
σχεδιασμούς, καθώς τα τεχνικά συνεργεία δεν μπορούσαν σύντομα να μετακινηθούν
στα Γεράνια όρη. Από την άλλη, δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθούν γυρίσματα
στο βουνό την καρδιά του χειμώνα. Έτσι, ο Γιώργος Τζαβέλας ασχολήθηκε μ’ ένα
άλλο σενάριο, η συγγραφή του οποίου ολοκληρώθηκε στα τέλη Οκτωβρίου με αρχές
Νοεμβρίου 1948. Ήταν ο «Μεθύστακας», οι πρωταγωνιστές του οποίου (Ορέστης
Μακρής και Δημήτρης Χορν) είχαν έρθει σε μια πρώτη συμφωνία προτού καν
ολοκληρωθεί η συγγραφή του.
Τον Απρίλιο του
1949 επήλθε συμφωνία συνεργασίας ανάμεσα στον Τζαβέλα και τη «Φίνος Φιλμ» –άραγε
γι’ αυτήν την αλλαγή επαγγελματική στέγης είχαν παίξει ρόλο οι δύο καλλιτεχνικά
και εμπορικά επιτυχημένες ταινίες που παρουσίασε η εταιρία του Φ. Φίνου
(«Χαμένοι άγγελοι» και «Τελευταία αποστολή») έναντι του λιγότερου επιτυχημένου
σε αμφότερους τους τομείς «Οχυρού 27» της «Νόβακ Φιλμ»;
Αρχικά οι φήμες έλεγαν ότι η «Φίνος Φιλμ» επρόκειτο να γυρίσει τον «Αγαπητικό της Βοσκοπούλας» και ότι μάλιστα είχαν αρχίσει οι σχετικές προεργασίες για την άμεση έναρξη των γυρισμάτων. Ωστόσο προτεραιότητα δόθηκε τελικά στο «Μεθύστακα» με την οριστικοποίηση της συμμετοχής του Ορέστη Μακρή το Μάιο του 1949, ενώ για το δεύτερο ανδρικό πρωταγωνιστικό ρόλο υπήρχε ακόμη εκκρεμότητα, καθώς μια πρόσκαιρη οικονομική διαφορά με το Δ. Χορν κατέστησε προσωρινά ως πιθανό αντικαταστάτη του το Νίκο Τζόγια, κάτι που τελικά δεν χρειάστηκε να συμβεί, καθώς η όποια διαφορά επιλύθηκε.
Η ΤΑΙΝΙΑ ΚΑΙ ΟΙ
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΤΗΣ
Η ιστορία είχε ως
εξής:
Ο «Μεθύστακας» του
τίτλου της ταινίας είναι ένας αγαθός νοικοκύρης της Πλάκας, ο οποίος έχασε το
γιό του στην αλβανική εποποιία και από τότε το έριξε στο κρασί. Γυρίζει κάθε
βράδυ από ταβέρνα σε ταβέρνα και η γειτονιά τον φωνάζει «χημικό» γι’ αυτές τις
επικοινωνίες του με τα ποικίλα βαρέλια της συνοικίας. Υπάρχει όμως και μια
κόρη, την οποία ερωτεύεται ο γιος του προϊσταμένου της. Όταν όμως εκείνος
φέρνει τους γονείς του να επισκεφθούν το σπίτι της αγαπημένης του, ο πατέρας
της κοπέλας εμφανίζεται μεθυσμένος και τα κάνει θάλασσα. Ο πατέρας νοιώθει την
κατάσταση που άθελά του έχει δημιουργήσει, μη έχοντας όμως το κουράγιο ν’
αντιδράσει, αποπειράται ν’ αυτοκτονήσει. Δεν το πετυχαίνει όμως και πάνω απ’ το
κρεβάτι του πόνου του όλα διορθώνονται και έρχεται το ευτυχισμένο τέλος για το
νεαρό ζευγάρι.
Πρωταγωνιστούσαν οι Ορέστης Μακρής, Δημήτρης Χορν, Μπίλι Κωνσταντοπούλου, Αθανασία Μουστάκα, Μαρία Γιαννακοπούλου και Νίκος Βλαχόπουλος, ενώ σε μικρότερους ρόλους εμφανίστηκαν οι Κάτια Λίντα, Αθανάσιος Τζενεράλης (στο ρόλο του χειρούργου), Άννα Κυριακού, Γιώργος Βλαχόπουλος, Άννα Ραυτοπούλου, Νίκος Ρίζος, Ζαφειρίνη Γκιουζέππε, Ράλλης Αγγελίδης, Ρένα Στρατηγού, Παύλος Ραφελέτος, Βασίλης Αφεντάκης, Κώστας Κασκαρής, Κώστας Ρίζος, Αριστείδης Καρύδης, Αλέκος Αναστασιάδης, Παναγής Σβορώνος.
Λοιποί συντελεστές:
Μουσική ……………….. Κώστας Γιαννίδης
Τραγούδι ……………….. Φώτης Πολυμέρης και Νίκος Παπαδάκης
Οπερατέρ ………………. Ζόζεφ Χεπ
Σκηνογραφία …………… Φαίδων Μολφέσης
Μηχανικός ήχου ……….. Μάρκος Ζέρβας
Μοντάζ …………………. Φιλοποίμην Φίνος
Μακιγιάζ ……………….. Σταύρος Κελεσίδης
Φροντιστής……………... Σ. Βακογιάννης
Ηλεκτρολόγος …………. Δ. Κόκκας
Βοηθός σκηνοθέτη……... Φίλιππος Φυλακτός
Διεύθυνση παραγωγής …. Φιλοποίμην Φίνος
Φωτογραφία - Βοηθός οπερατέρ .. Αριστείδης
Καρύδης
Τα γυρίσματα
ξεκίνησαν στις 6 Ιουνίου 1949 και ολοκληρώθηκαν πριν τις 18 Νοεμβρίου.
Οι εσωτερικές
σκηνές γυρίστηκαν στο στούντιο της «Φίνος Φιλμ» στις Τρεις Γέφυρες, ενώ όλα τα
εξωτερικά γυρίστηκαν στην Πλάκα.
Στις 25 Ιουλίου έγινε μια δοκιμαστική προβολή του υλικού που είχε ληφθεί μέχρι τότε (μόλις 70 εικόνες από τις περίπου 600 που υπολογιζόταν ότι θα γυρίζονταν –οι περισσότερες εσωτερικές, στο σπίτι του ομώνυμου ήρωα της ταινίας) και ήδη από το μικρό αυτό κινηματογραφημένο υλικό ο Ορέστης Μακρής αποδείχτηκε «σωστή αποκάλυψις» και «περίπου εκπληκτικός», κατά τους χαρακτηρισμούς του δημοσιογράφου Αχιλλέα Μαμάκη: «Η γνώριμη δημιουργία του μεθυσμένου που στη σκηνή περιορίζεται σε μια τυποποιημένη εκδήλωσι μ’ ανέκφραστη κατά βάση μάσκα, εις την οθόνη παρουσιάζεται ανανεωμένη, βελτιωμένη, μεταμορφωμένη. Ο εξαίρετος καλλιτέχνης είνε εξαίρετος και σαν κίνησις και σαν έκφρασις και σαν τόνος ομιλίας, ιδίως στις συγκινητικές στιγμές του σεναρίου».
ΠΡΟΒΟΛΕΣ -
ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ
Η πρώτη,
δοκιμαστική προβολή της ολοκληρωμένης ταινίας έγινε για τους δημοσιογράφους
στις 20 Ιανουαρίου 1950.
Τρεις μέρες
αργότερα ξεκίνησαν επίσημα οι προβολές για το αθηναϊκό κοινό στις αίθουσες
«Τιτάνια», «Κοτοπούλη» και «Μαξίμ», ενώ οι Θεσσαλονικείς μπορούσαν να
παρακολουθήσουν την ταινία –από την ίδια ημερομηνία (23.01.1950)– στο «Τιτάνια».
Εν όψει της
έναρξης των προβολών στη μεγάλη οθόνη, ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης του
«Μεθύστακα», Γιώργος Τζαβέλας, έδωσε με επιστολή του, που δημοσίευσε η
εφημερίδα Έθνος, το περίγραμμα των προθέσεών του ως δημιουργός:
«[...]
Γράφοντας το σενάριό μου προσπάθησα να δώσω ένα καθαρά ελληνικό θέμα, γιατί
πιστεύω ακλόνητα πως ο Κινηματογράφος μας μπορεί να ορθοποδήση και ν’ αποκτήση
δική του οντότητα μόνον όταν εγκαταλείψη τις ξενικές μιμήσεις κ’ επιδράσεις και
περιοριστή απόλυτα στα πλαίσια της αλήθειας του τόπου του. Ο “Μεθύστακας” δεν
είνε τίποτα περισσότερο από μια ηθογραφία, με τη μόνη βαθύτερη αξίωσι να
ζωντανέψη με τον πιο απλούστερο τρόπο ελληνικούς χαρακτήρες κ’ ελληνική
ψυχολογία.
Η
προηγούμενη προσπάθειά μου με τον “Μαρίνο Κοντάρα” ξεκίνησε από την ίδια
πρόθεσι και γύρεψε την ελληνικότητά της περισσότερο στο θεαματικό στοιχείο του
τοπικού χρώματος, στο περιβάλλον μιας παλιότερης εποχής, στα τοπία, στα
κοστούμια, στη γραφικότητα. Στον “Μεθύστακα” η τοποθέτησις του έργου μέσα στη
σύγχρονη Αθήνα επιχειρεί να παρουσιάση την ηθογραφία χωρίς τα εξωτερικά
στοιχεία και πλησιέστερα στους ανθρώπους που μας είνε πιο γνώριμοι. Αν πέτυχα
να δώσω κάποια ζωντάνια στις εικόνες μου και κάποια αλήθεια στα πρόσωπά μου,
τόσο που να σκορπίσουν απ’ την οθόνη λίγο γέλιο και λίγη συγκίνησι μέσα σ’ ένα
ευπρεπές σύνολο που να μπορέση κάπως να σταθή κ’ έξω απ’ τα ελληνική σύνορα,
ομολογώ πως δεν θα είχα μεγαλύτερη φιλοδοξία».
Την ίδια μέρα με
τον «Μεθύστακα» ξεκίνησε στην πρωτεύουσα η προβολή και των «Απάχηδων των
Αθηνών», ώστε για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια δυο ελληνικές ταινίες κονταροχτυπήθηκαν
–και ο νικητής ήταν σαφής, αν και όχι από την αρχή.
Σύμφωνα με το
δελτίο του ειδικού γραφείου Ρωμανιώλη, την πρώτη μέρα ο «Μεθύστακας» έκανε 9.951
εισιτήρια με την ταινία της «Φίνος Φιλμ» να υπολείπεται των «Απάχηδων» κατά
σχεδόν 3.000 εισιτήρια, όμως η τάση αντιστράφηκε από τη δεύτερη κιόλας μέρα,
οπότε ο Μεθύστακας» έκοψε πρώτος το νήμα με 10.859 εισιτήρια, ενώ την τρίτη
μέρα ο αριθμός των εισιτηρίων αυξήθηκε κι άλλο –παρότι παραδοσιακά στα μέσα της
εβδομάδας η προσέλευση στις κινηματογραφικές αίθουσες μειωνόταν– αγγίζοντας τα
10.961 ή 11.961 εισιτήρια.
Συνολικά το πρώτο
εφταήμερο (23 έως 29.01.1950), ο «Μεθύστακας» σημείωσε ρεκόρ εισπρακτικής
απόδοσης για τη σεζόν 1949-50 με 91.613 εισιτήρια και αποφασίστηκε η συνέχιση
των προβολών του και στους τρεις αθηναϊκούς κινηματογράφους για δεύτερη
εβδομάδα. Το ίδιο συνέβη και στον «Τιτάνια» της Θεσσαλονίκης.
Τη δεύτερη,
λοιπόν, εβδομάδα προβολή της στις ίδιες κινηματογραφικές αίθουσες της Αθήνας
(30.01 έως 05.02.1950), η ταινία του Γ. Τζαβέλα σημείωσε ακόμη μεγαλύτερη
κίνηση με 93.823 θεατές!
Οι προβολές
συνεχίστηκαν για τρίτη εβδομάδα (06 έως 12.02.1950)
στις αίθουσες «Τιτάνια», «Μαξίμ» και «Μοντιάλ» πραγματοποιώντας αθροιστικά 54.267
εισιτήρια.
Την τέταρτη
εβδομάδα προβολών (13 έως 19.02) στο «Μαξίμ» και στο «Μοντιάλ» κόπηκαν άλλα
27.781 εισιτήρια, ενώ την εβδομάδα από 20 έως 26.02 –στις ίδιες αίθουσες–
προστέθηκαν άλλα 20.755.
Την έκτη εβδομάδα
(27.02 έως 05.03) προστέθηκαν άλλοι 10.275 θεατές στις ίδιες πάντα
κινηματογραφικές αίθουσες, ενώ την έβδομη και τελευταία εβδομάδα πρώτης
προβολής του (06 έως 12.03) –μόνο στο «Μαξίμ»– κόπηκαν άλλα 5.524 εισιτήρια.
[Επειδή την εποχή
εκείνη, ως «εβδομάδα» μετρούσαν όχι το ημερολογιακό εφταήμερο, αλλά την προβολή
μια ταινίας σε αριθμό κινηματογραφικών αιθουσών (π.χ. το πρώτο εφταήμερο
μετρούσε ως «τρεις εβδομάδες»), έτσι προέκυψε η εσφαλμένη για τα σημερινά
δεδομένα εντύπωση ότι ο «Μεθύστακας» προβαλλόταν 16 ημερολογιακές εβδομάδες. Οι
ημερολογιακές εβδομάδες ήταν 7, σε 16 αίθουσες συνολικά!]
Συνολικά, η ταινία
φέρεται να έκοψε 304.038 (σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσίευε η εφημερίδα
Έθνος, επικαλούμενη το ειδικό γραφείο Ρωμανιώλη) ή 304.338 εισιτήρια (σύμφωνα
με την επίσημη ιστοσελίδα της «Φίνος Φιλμ») στην περιφέρεια της πρωτεύουσας και
ήταν η εμπορικότερη μεταξύ όλων των ταινιών που προβλήθηκαν στους 13 αθηναϊκούς
κινηματογράφους πρώτης προβολής τη σεζόν 1949-50 (από 15.09.1949 έως
28.05.1950), συνθλίβοντας το ρεκόρ των 180.140 εισιτηρίων που κατείχε από το
1947 η αμερικανική ταινία «Σ’ έχω πάντα στην καρδιά μου» (πρωτότυπος τίτλος «Always In My Heart», παραγωγή του
1942).
Το άνευ προηγουμένου ρεκόρ του «Μεθύστακα» άντεξε μέχρι το 1964, οπότε καταρρίφθηκε από το μιούζικαλ «Κάτι να καίει» του Γιάννη Δαλιανίδη.
![]() |
Διαφήμιση με αφορμή την προβολή του "Μεθύστακα" στη Νέα Υόρκη τα Χριστούγεννα του 1951. |
ΔΙΑΜΑΧΕΣ
Ένα μικρό ζήτημα
δημιουργήθηκε μεταξύ του Δημήτρη Χορν και της «Φίνος Φιλμ» από τις διαφημίσεις
που ανήγγειλαν την προβολή της ταινίας. Σύμφωνα με το συμβόλαιο, που είχε
υπογράψει ο ηθοποιός, το όνομα του Δ. Χορν θα εμφανιζόταν μεν δεύτερο μετά του
Ορέστη Μακρή, ωστόσο η προβολή των δύο ονομάτων θα γινόταν με τον ίδιο ακριβώς
τρόπο (ίδιο μέγεθος γραμματοσειράς, στην ίδια σειρά). Επειδή λοιπόν στις πρώτες
διαφημίσεις αυτός ο όρος δεν είχε τηρηθεί, ο ηθοποιός έστειλε εξώδικο και η
«Φίνος φιλμ» έσπευσε να διορθώσει τις αγγελίες που αφορούσαν τουλάχιστον τις
εφημερίδες.
Επιπλέον, ο
Φιλοποίμην Φίνος τοποθετήθηκε με επιστολή του, που δημοσίευσε η εφημερίδα Έθνος
στις 24.01.1950, δίνοντας «απόλυτο δίκαιο»
στο Δημήτρη Χορν και αποδίδοντας την παρατυπία σε «απροσεξία του διαφημιστού». Μάλιστα υπογράμμισε ότι «εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να καταταγή ο
εκλεκτός συμπρωταγωνιστής της ταινίας μας εις ήσσονα βαθμόν από οιονδήποτε και
να τον διαβεβαιώσωμεν ότι είμεθα πρόθυμοι να προβώμεν εις οιανδήποτε
επανόρθωσιν ήθελε μας υποδείξη. Δραττόμεθα δε της ευκαιρίας να του εκφράσωμεν
και πάλιν τας ευχαριστίας μας διά την συμμετοχήν του και την καλλιτεχνικήν του
συμβολήν, η οποία μεγάλως συνετέλεσεν εις την εξαιρετικήν επιτυχίαν της ταινίας».
Την επομένη, η
ίδια εφημερίδα δημοσίευσε την απάντηση του ηθοποιού, ο οποίος ευχαρίστησε
δημόσια τον «αγαπητό φίλο» Φ. Φίνο
για τα καλά του λόγια και ανταπέδωσε τις φιλοφρονήσεις: «Χωρίς τα άριστα μηχανήματα της Εταιρείας του, τις πολύτιμες τεχνικές
του γνώσεις, καθώς και το καλλιτεχνικό του γούστο, ο “Μεθύστακας” δεν θα είχε
ποτέ αυτήν την επιτυχία. Όσο και αν ο αγαπητός μου συνάδελφος Ορέστης Μακρής,
όπως και όλοι εμείς, που λάβαμε μέρος, προσπαθούσαμε να κάνουμε το καλύτερο,
χωρίς τον Φίνο και τον Τζαβέλλα, η ταινία δεν θα γνώριζε ποτέ την μεγάλη
επιτυχία».
Λίγους μήνες
αργότερα, όταν ο «Μεθύστακας» είχε πλέον σπάσει κάθε προηγούμενο εισπρακτικό
ρεκόρ, εμφανίστηκε ένας μανάβης ονόματι Μ. Καρακούλιας, ο οποίος κατέθεσε αγωγή
εναντίον του Φιλοποίμενα Φίνου ισχυριζόμενος ότι συμμετείχε ως κομπάρσος στην
ταινία... εν αγνοία του και ζητώντας α) ν’ αφαιρεθεί από την ταινία η δική του
συμμετοχή και β) αποζημίωση 8.00.000 δραχμών, καθώς «λόγω της παρανόμου προσβολής της προσωπικότητός μου υπέστην και υλικήν
ζημίαν, διότι εμειώθη ο κύκλος των εργασιών μου, του αριθμού των πελατών μου
περιορισθέντος, θεωρούντες εμέ ως κομπάρσον κινηματογραφικόν»!
Στην αγωγή, που κατέθεσε
ο δικηγόρος του, σημειωνόταν:
«Ασκώ
από πολλών ετών εν Αθήναις το επάγγελμα του πωλητού ειδών μαναβικής (οπωρών,
χορταρικών κλπ.), διαθέτων δε προς τούτο όνον μετ’ αναλογούντων κοφινίων, δι’
ου περιερχόμενος την πόλιν πωλώ τα επί του όνου μεταφερόμενα ως άνω είδη, ένεκα
δε της ευπροσηγορίας μου προς τους πελάτας μου, των καλής ποιότητος
εμπορευμάτων μου και της εντιμότητός μου εν ταις προς αυτούς συναλλαγαίς μου,
έχω αποκτήσει αρκετούς πελάτας και καλόν όνομα ως πωλητού με ευθύτητα. Την 28ην
Αυγούστου 1949, ενώ ευρισκόμην μετά του όνου μου, κατά την συνήθη περιοδείαν
μου προς πώλησιν των άνω ειδών, εις θέσιν Πλάκαν (της παλαιάς Αθήνας, οδός Μνησικλέους
και Θρασυβούλου γωνία) με επλησίασαν δύο άτομα, άτινα ως εκ των υστέρων
απεδείχθη, ήσαν αντιπρόσωποι και οπερατέρ του εναγομένου, υπ’ αυτού
προσληφθέντες προς κινηματογράφησιν της κατασκευαζομένης ταινίας “Ο
Μεθύστακας”, γεγονότα τα οποία εγώ τότε ηγνόουν, αυτοί δε μου απέκρυψαν και δι’
απατηλών παραστάσεων, ότι ήθελον να λάβουν φωτογραφίας εντολή του υπουργείου
Τουρισμού, Ελληνικών τοπίων και σκηνών από την Ελληνικήν ζωήν διά του
φωτογραφικού μηχανήματος ως μου παρέστησαν αυτό και επείσθην, διότι ηγνόουν ότι
επρόκειτο περί κινηματογραφικής μηχανής, ίνα αποστείλουν αυτάς εις την Αμερικήν
χάριν προπαγάνδας υπέρ της Ελλάδος, με παρέπεισαν και εδέχθην να φωτογραφηθώ
παρ’ αυτών μετά του ως άνω όνου μου προς τον άνω εθνικόν σκοπόν.
[...] Τούτο [σ.σ. η κινηματογράφηση] κατέστη το πρώτον εις εμέ γνωστόν παρά διαφόρων πελατών μου και γνωστών μου, οίτινες με έσκωπτον ποικιλοτρόπως διά την εμφάνισίν μου ως κομπάρσου εις την άνω ταινίαν, ότε και μεταβάς εις τινα προβολήν της ως άνω ταινίας είδα πράγματι εμαυτόν μετά του όνου μου, εν μέσω των γενικών γελώτων των θεατών, διότι εις την προβολήν του τμήματος τούτου της ταινίας έχει προσδοθή κωμικός χαρακτήρ υπό του κατασκευαστού εναγομένου.»
Και η απάντηση της
«Φίνος Φιλμ» στον Αλέκο Σακελλάριο (εφημερίδα Ακρόπολις, 07.06.1950):
«Δεν
είνε δυνατόν να υποστηρίζη ότι δεν ήξερε πως κινηματογραφείται, αφού είχε και
διάλογο ολόκληρο με την κ. Μουστάκα. Όπως είνε γνωστό, αν όχι εις τον... όνον
του, τουλάχιστον στον ίδιο τον κ. Καρακούλια, φωτογραφίες... ομιλούσες δεν
υπάρχουν. Άλλωστε, η εξήγησις μαζί του ήταν πλήρης. Όταν του είπαμε να λάβη
μέρος στη σκηνή αυτή του “Μεθύστακα”, μας είπε ευχαρίστως αλλά αυτό θα τον
εζημίωνε, γιατί δεν θα προλάβαινε να πουλήση τα είδη του. Και δέχτηκε, αφού
πρώτα αγοράσαμε όλα τα είδη που είχε στον γάιδαρό του, στην τιμή που μας είπε.
Εννοείται ότι και τα είδη αυτά δεν τα πήραμε. Του τα χαρίσαμε. Και τα χρήματα
που εισέπραξε ήταν, ας πούμε, η συμφωνημένη αμοιβή του. Άλλωστε ο κ.
Καρακούλιας κι... ο γάιδαρός του έκαναν πολλές δοκιμές σύμφωνα με τις οδηγίες
του σκηνοθέτου».
ΚΡΙΤΙΚΕΣ
Στο τέλος της
σεζόν 19549-50, η Ένωση Κριτικών Κινηματογράφων Αθηνών (Ε.Κ.Κ.Α., αποτελούμενη
από τους Ελένη Βλάχου, Ειρήνη Καλκάνη, Αγλαΐα Μητροπούλου, Ροζίτα Σώκου, Γιώργο
Μακρή, Μιχάλη Περάνθη, Βάσο Τσιμπιδάρο, Μάριο Πλωρίτη, Νέστωρα Μάτσα, Γ.
Τσοκόπουλο, Βίωνα Παπαμιχάλη και Γ. Πηλουχά) απένειμε έπαινο –αλλά όχι βραβείο–
στο «Μεθύστακα» ως η ταινία που είχε ξεχωρίσει κάπως από την εγχώρια
κινηματογραφική παραγωγή, ενώ με έπαινο τίμησαν και τον Ορέστη Μακρή ως τον
καλύτερο ηθοποιό ελληνικής ταινίας.
Δεν ήταν έκπληξη η
επιλογή τους αυτή, καθώς η θετική εικόνα των κριτικών είχε αποτυπωθεί στα
σημειώματά τους, όταν η ταινία βγήκε στους κινηματογράφους.
Η Ελένη Βλάχου
έγραφε στην εφημερίδα Καθημερινή:
«Ο
“Μεθύστακας” έχει το τεράστιο προσόν να είνε φιλμ. Ν’ ανήκη εις αυτό το είδος
του θεάματος. Έως τώρα είχαμε μαρτυρήσει με τα ελεεινά ελληνικά μαγειρεύματα,
με τους αφόρητους ερασιτεχνισμούς, τα χονδροκομμένα μπαλώματα. Δεν ήταν καν
φιλμ. Όπως ένα μάτσο από μουντζουρωμένα χαρτιά δεν αποτελούν βιβλίο, ούτε καλό
ούτε κακό, έτσι και ένα σύνολο από τρεμουλιαστές εικόνες, συνοδευμένες από
ασυντόνιστες μουσικές, δεν φτιάνουν κινηματογράφο.
Είνε,
λοιπόν, μέγας ο άθλος του Γεώργη Τζαβέλλα, του νέου σκηνοθέτου και συγγραφέως,
μέγα το κατόρθωμα του λαμπρού φωτογράφου Χεπ, των τεχνικών του ήχου, των
μηχανικών, που μπόρεσαν να ανεβούν συγχρόνως πολλά σκαλιά προόδου και να
εμφανίσουν ένα αξιοπρεπές θέαμα.
[…]
Εδώ ο Μακρής εμφανίζει ένα μεγάλο ταλέντο και δημιουργεί με εξαιρετική επιτυχία
πάλιν ένα μέθυσο, αλλά ένα μέθυσο που δεν φθάνει ποτέ το γελοίο, ένα καλόν,
ευγενικόν, δυστυχισμένον άνθρωπον, που κρατάει μια έμφυτη αξιοπρέπεια σε
οποιαδήποτε κατάστασι και αν βρίσκεται.
Μοντέρνος
πρίγκιπας του φιλμ είνε ο Δημήτριος Χορν. Παίζει με απόλυτη άνεσι, με μεγάλη
φυσικότητα. Δίνει τον τύπο του χαϊδεμένου πλουσιόπαιδου, χωρίς τις αιώνιες
υπερβολές, χωρίς τις σάχλες, τις μαγκιές, που είνε το χαρακτηριστικό του γόητος
εις το ελληνικό φιλμ. Πολύ καλά μακιγιαρισμένος και πολύ φωτογενής, κυκλοφορεί
σε όλη την ιστορία κρατώντας απολύτως σωστά τον ρόλο του νεαρού γλεντζέ, που
κρύβει κάτω από τις ελαφρότητες και τα αστειάκια πολύ αίσθημα και μια χρυσή
καρδιά. Η Μπίλλυ Κωνσταντοπούλου παίζει ευσυνείδητα τον ρόλο της αγνής
κοπέλλας. Ο φακός μας την δίνει πότε νόστιμη και πότε κάπως ανέκφραστη. Ιδίως
ωρισμένα προφίλ δεν την κολακεύουν διόλου. Πάντως και αυτή, όπως και όλοι,
κρατάει στο παίξιμό της ένα μέτρον, ένα στυλ, που δείχνει την σημαντική εργασία
του σκηνοθέτου, την προσπάθειά του να σκεφθή την κάθε λεπτομέρεια.
Αυτή
η προσπάθεια φαίνεται και εις την φροντίδα που περιβάλλει τους δεύτερους
ρόλους. Όλοι είνε δοσμένοι με προσοχή. Η Αθανασία Μουστάκα είνε μια πολύ
συγκινητική γιαγιά, ο ταβερνιάρης είνε έκτακτος, οι διάφοροι τύποι, ο κλητήρας
του γραφείου, η άλλη δακτυλογράφος, είνε πολύ καλά διαλεγμένοι. Λίγο ποζάτοι,
έξω από τον φυσικό τόνο της ταινίας, είνε οι γονείς του γαμπρού, ο Νίκος
Βλαχάκης και η Μαρία Γιαννακοπούλου. Ιδίως η τελευταία σε ωρισμένες σκηνές
εμφανίζεται λίγο πολύ Μαντάμ Σουσού.
[...]
Ο “Μεθύστακας” είνε ταινία. Και ταινία ελληνική, με ελληνικό αίσθημα και χωρίς
ίχνος προστυχιάς. Και ευχάριστη, ελαφριά. Πρέπει να αρέση, να κάνη λαμπρή
σταδιοδρομία και να δώση στον Γεώργιο Τζαβέλλα το κουράγιο να ξεκινήση με
περισσότερες φιλοδοξίες για κάτι πιο πρωτότυπο, πιο εξελιγμένο...»
Σύμφωνα με τον Βίωνα Παπαμιχάλη στην εφημερίδα Ακρόπολις, ο «Μεθύστακας» ήταν «μια απλή ιστορία, με στιγμές αλλού συγκινητικές και αλλού εύθυμες, που παρακολουθείται μ’ ενδιαφέρον, που ερμηνεύεται ικανοποιητικά και που αποτελεί, κατά κάποιο τρόπο ένα κομμάτι από τη δική μας, την ελληνική ζωή. Είνε αυτό το κάτι που από χρόνια περιμέναμε να μας δώση ο Ελληνικός κινηματογράφος. Ένα φιλμ ολοκληρωμένο που πετυχαίνει την ψευδαίσθησι να σε “παρασύρη” να το παρακολουθήσης και να ξεχαστής. Κατόρθωμα ίσως μοναδικό στα χρονικά του Ελληνικού κινηματογράφου». Και βέβαια η επιτυχία αυτή αποδόθηκε στον Γ. Τζαβέλα, ο οποίος «έχει το χάρισμα της αφηγήσεως. Ξέρει να διηγηθή μια ιστορία απλά και ζωντανά», αλλά και στους ηθοποιούς της ταινίας, όπως ο Ορέστης Μακρής («Είνε εκφραστικώτατος και δίνει το ρόλο του με τις αποχρώσεις εκείνες που μαρτυρούν τον αληθινό καλλιτέχνη») και ο Δ. Χορν («Ας μην τον αφήσουν να τους ξεφύγη οι Έλληνες κινηματογραφισταί»).
Για τον Ι.
Σταυρίδη στην εφημερίδα Εμπρός, ο «Μεθύστακας» ήταν «μια αρκετά ενδιαφέρουσα ιστορία με άψογο τεχνικό τρόπο, με άνεσι και με
ευπρέπεια», με ορισμένες σκηνές «που
πραγματικά συγκινούν. Κυρίως όταν δίνει με λιτά μέσα την ομορφιά της ανθρώπινης
καλωσύνης, τις απλές χαρές της ζωής, κοινές σ’ όλους τους ανθρώπους, και την
τρυφερή αγάπη που μπορεί να κρύβη μέσα του ένας δυστυχής και χαμένος άνθρωπος».
Ο Ι. Σταυρίδης αποθέωσε τον Ορέστη Μακρή, ο οποίος «με αφάνταστη ομοιογένεια και με ελληνικότητα σηκώνει το “Μεθύστακα”
στις πλάτες του. Ανεβαίνει τα σκαλιά της Πλάκας με “σούρα” ανθρώπου που έχει
πιει δυο οκάδες κρασί και η επόμενη σκηνή τον βρίσκει με το ίδιο ακριβώς
μεθύσι. Κι όταν εμφανίζεται με “σούρα” μισής οκάς, πάλι η επόμενη σκηνή τον
βρίσκει ακριβώς μ’ αυτό το μεθύσι. Έχει μια κλίμακα η μέθη, που την τηρεί με
αξιοθαύμαστο τρόπο ο Μακρής. Κι όταν σκεφτή κανείς πως οι σκηνές δεν γυρίζονται
κατά σειράν, και ότι ανάμεσα στο γύρισμά τους μεσολαβεί ένα μεγάλο χρονικό
διάστημα, τότε η ηθοποιία του Μακρή φθάνει τα όρια της δημιουργίας».
Η Ροζίτα Σώκου
στην εφημερίδα Οι Καιροί έπλεξε το εγκώμιο του Γιώργου Τζαβέλα, «ο οποίος διακρίνεται για μιαν αρετή που δεν
φύτρωνε ως τα σήμερα στα χωράφια της ελληνικής κινηματογραφίας: το καλό γούστο,
το “μέτρον” όπως λέγαν άλλοτε. Ξέρει πού ν’ αρχίζη και πού να σταματά, ξέρει ως
πού μπορεί να τραβήξη το σχοινί του μελοδραματισμού με τρόπο που να σώζη την
κρίσιμη στιγμή το έργο του με μια καλά δοσμένη απάντησι, μια μελετημένη στροφή
του σεναρίου». Και μπορεί το σενάριο να ήταν κατά τη Ρ. Σώκου «απλοϊκό και υπερρωμαντικό», ωστόσο ήταν
δοσμένο «με ειλικρίνεια, με τρυφερότητα,
με ενότητα ύφους, ρυθμού και χρόνου [...] έξυπνα, συμπαθητικά, με ελαφρότατο
χιούμορ και πολλή αληθινή συγκίνησι, με μια φυσικότητα και μιαν άνεσι που
είχαμε απελπιστή πως θα βλέπαμε ποτέ σε δική μας ταινία».
Χάρη στις
σκηνοθετικές οδηγίες του Τζαβέλα άλλωστε, ο Ορέστης Μακρής δεν έπεσε στην παγίδα
του ρόλου που τον είχε αναδείξει στην επιθεώρηση, αλλά αντίθετα «έδωσε ανθρωπιά στο ρόλο του μεθύστακα,
ξεχώρισε σοφά την κάθε διαβάθμιση του μεθυσιού, έσκαψε και βάθυνε και πλάτυνε
το ρόλο του κι έκανε μια σύνθεσι και μια δημιουργία». Η κριτικός των Καιρών
είχε ένα καλό σχόλιο για όλους του ηθοποιούς πλην του Δημήτρη Χορν, ο οποίος ήταν
«υπερβολικά χαριτωμένος, υπερβολικά
σίγουρος για τον εαυτό του, υπερβολικά σωστός. Με μια λέξι, υπερβολικός».
Στο διά ταύτα, επί
του συνολικού αποτελέσματος, η Ροζίτα Σώκου κατέληξε: «Δεν θέλω να πω βεβαίως ότι “Ο Μεθύστακας” είναι κανένα αριστούργημα.
Δεν είναι καν ένα άρτιο κινηματογραφικό έργο. Τα πλάνα κόβουν καμμιά φορά
κομμάτια που δεν πρέπει κι άλλοτε σταματούν σε γκρουπ τοποθετημένα σαν τυπικές
μαριονέττες (όπως οι δύο οικογένειες όταν ετοιμάζουν τη “διασταύρωσι”). Άλλοτε
πάλι οι σκηνές αρχίζουν γρήγορα ή σβήνουν πριν τελειώσουν καλά τα λόγια ή
πολλήν ώρα αφού τελείωσαν (όπως στο παραμύθι). Στα σκοτεινά οι προβολείς
ρίχνουν σκληρότατες φωτοσκιάσεις, κλπ. κλπ. Γενικά η ταινία ξεκινά και πάλι από
μιαν υπόθεσι αντί από μια φωτογραφία. Εν τούτοις, έχομε την ευχαρίστησι να
δούμε το πρώτο καντράζ του ελληνικού κινηματογράφου (ο πατέρας στο τηλέφωνο και
το κεφάλι του γυιού σε γκρο πλαν κάτω δεξιά), έχομε μοντάζ λογικό χωρίς συγγενείς
παραστάσεις, συμβολισμούς και τα τετριμμένα, έχομε... και τι δεν έχομε. Με λίγα
λόγια ένα μεγάλο βήμα που μας επιτρέπει τις τολμηρότερες ελπίδες».
«Για
πρώτη φορά στα χρονικά του ελληνικού κινηματογράφου παρουσιάζεται ένα φιλμ τόσο
τέλειο από όλες τις πλευρές» διαβάζουμε στο κριτικό σημείωμα του Γιάννη
Φερμάνογλου στη Βραδυνή, το οποίο εστίαζε στις ερμηνείες των πρωταγωνιστών και
κατά κύριο λόγο στην ερμηνεία του Ο. Μακρή, που «προσφέρει με την πρώτη του εμφάνιση στην οθόνη μία εντελώς εξαιρετική
δημιουργία».
Ο Μιχάλης Περάνθης
στο Έθνος διαπίστωσε μια «αγνή πρόθεση
καλλιτεχνικής δημιουργίας», η οποία «σε
παρασύρει στην ατμόσφαιρά της και μερικές φορές σου μεταγγίζει και τη συγκίνηση»
επισκιάζοντας τα όποια λάθη. Από κει και πέρα, «Όλες οι σκηνές είνε όσο πρέπει λιτές και συνδέονται μεταξύ τους τόσον
οργανικά, ώστε, εκτός από την αρχή, το σενάριο να προχωρή με την ανάλογη
γοργότητα. Ο κ. Τζαβέλλας μπορεί να θεωρηθή ως ένας από τους πιο έμπειρους
εργάτες της ελληνικής κινηματογραφίας και το απέδειξε όχι μόνον ως
σεναριογράφος, αλλά και ως σκηνοθέτης». Όσον αφορά τον Ορέστη Μακρή, ο Μ.
Περάνθης τον έκρινε ως «άψογο»: «Όχι γιατί έχει πλέον τυποποιήσει τον ρόλο
του μεθυσμένου και κινείται άνετα μέσα σ’ αυτόν. Ίσια-ίσια που ξεφεύγει από τον
τύπο του, όσο χρειάζεται και όπως χρειάζεται. Πότε είνε ο απλώς κεφωμένος, πότε
ο ελαφρά ζαλισμένος και πότε ανεπανόρθωτα μεθυσμένος, αλλά πάντοτε μέσα στα
πλαίσια της διαγεγραμμένης μοίρας του και εν συσχετισμώ με την δραματικότητα
που πρέπει να εκπηγάζει από την ψυχή του. Η προετοιμασία του ιδίως να δεχθή την
επίσκεψη στο σπίτι του των “συμπεθέρων” είνε από τις καλύτερες σκηνές και μας
δίνει το μέτρο της συμβολής του στην επιτυχία του έργου».
«Η “Φίνος Φιλμ”, που μας έχει δώσει έως τώρα
τις αξιολογώτερες Ελληνικές ταινίες κατώρθωσε και αυτή τη φορά να μας πείση ότι
κατέχει το αποκλειστικό προνόμιο του γυρίσματος των καλών φιλμ» υπογράμμισε
ο Νέστωρας Μάτσας στο σημείωμά του στον Εθνικό Κήρυκα. Παράλληλα εγκωμίασε το
Γιώργο Τζαβέλα ως την «πιο ενδιαφέρουσα
και πιο κοχλάζουσα μορφή του νεογέννητου Ελληνικού κινηματογράφου», που
στην προκειμένη περίπτωση «συνέλαβε έναν
έξοχο ανθρώπινο τύπο απόλυτα Ελληνικό [...] και γύρω από αυτόν έπλασε το
σενάριο» –ακόμη και αν «δεν κατώρθωσε
παρ’ όλη του την καλή θέλησι ν’ αποφύγη τον σκόπελο του μελοδραματισμού σ’
ωρισμένα σημεία του έργου», κι αυτό «πιθανόν
για να έχη απήχησι και στο ακαλλιέργητο Κοινό η δημιουργία του». Ειδικά δε
για τον Ο. Μακρή, ο Νέστωρας Μάτσας παρατήρησε ότι αποδείχτηκε «ένας έξοχος ηθοποιός του κινηματογράφου που
διαθέτει πολλά και αναμφισβήτητα προσόντα».
Το πιο κολακευτικό
σχόλιο για την ερμηνεία του Ορέστη Μακρή εντοπίζεται στην εφημερίδα Το Φως της
Θεσσαλονίκης: «Ο Μακρής ενσαρκώνει άριστα
τον τύπο του “Πλακιώτη” σε σημείο που λένε οι κακές γλώσσες ότι το μεθύσι του
είναι αληθινό»!
Αυστηρότερος όλων
ήταν για ακόμη μια φορά ο Μάριος Πλωρίτης, ο οποίος έκρινε το δραματικό μέρος
του σεναρίου ως «το πιο αδύνατο σημείο
της ταινίας» επισημαίνοντας μάλιστα ότι «Ο κ. Τζαβέλλας, που με το “Μαρίνο Κοντάρα” είχε δείξει έναν αξιέπαινο
προσανατολισμό προς το σωστό δρόμο, ξαναγυρίζει τώρα σε μια “παράδοση” απ’ όπου
πρέπει να λυτρωθεί ο ελληνικός κινηματογράφος [...] όπου δίνουν και παίρνουν η
εύκολη αισθηματολογία και η φτηνή μεγαληγορία, οι ευγενικοί εργοδότες και οι
αισθηματικοί εργάτες, όπου ο χαροκόπος (πάντα) γιος του πλούσιου εργοστασιάρχη
γυρίζει (πάντα) στο δρόμο της εργασίας και του τίμιου μόχθου χάρη στη φτωχή και
αγνή (πάντα) κοπέλα που ερωτεύεται με την πρώτη (πάντα) ματιά. [...] Η ελληνική
ζωή, πλούσια σε πτυχές αληθινά δραματικές, προσφέρει αμέτρητα θέματα σ’ όποιον
θελήσει να κοιτάξει με ειλικρίνεια και θάρρος τον αγώνα ενός λαού, που παλεύει
με τα δόντια για να κρατηθεί στη ζωή, που όχι μόνο δεν του δίνει κανένας
βοήθεια (όπως στον κλητήρα του κ. Μπακά) μα και του ρουφάνε το αίμα χίλιες δυο
μεγαλόσχημες βδέλλες, για να τον στείλουν έπειτα να χύσει το υπόλοιπο στα
βουνά, κάθε που ο Αννίβας θα φτάσει προ των Πυλών... Αυτό είναι το “ελληνικό
χρώμα”. Όχι τα σκαλάκια της Πλάκας».
Ο Μ. Πλωρίτης
επαίνεσε το τεχνικό κομμάτι της ταινίας, που αποκάλυπτε «σοβαρή προσπάθεια για μια δουλειά “παστρικιά”», καθώς και τη
σκηνοθεσία του Γ. Τζαβέλα, που «έχει
αρκετή ευλυγισία» και «άνετη»
κίνηση του φακού, επισημαίνοντας όμως παράλληλα την «επιδίωξη μερικών εύκολων σκηνοθετικών εφέ» διαχρονικά στις ταινίες
του Γ. Τζαβέλα, από τα οποία εκείνος «έχει
υποχρέωση ν’ απαλλαγεί».
Θετικά αξιολόγησε,
τέλος, ο Μ. Πλωρίτης και τις περισσότερες ερμηνείες: «Ο κ. Ο. Μακρής δεν περιορίστηκε σε μιάν επανάληψη μόνο του αιωνίου
νούμερού του. Κατάφερε να έχει και στιγμές απλής δραματικότητας –σπάνιες τόσο
για το θεατρικό του είδος όσο και για τον ελληνικό κινηματογράφο. Ανθρωπιά κι
ειλικρίνεια είχε, όπως πάντα, το παίξιμο της κ. Α. Μουστάκα. Χιούμορ το παίξιμο
του κ. Χορν και νεανικότητα της δ. Μπίλλυ Κωνσταντοπούλου (που την αδίκησε
όμως, πολύ συχνά, η φωτογραφία). Αλλά και των δυο η απόδοση ζημιωνόταν όποτε το
κείμενο τους έσπρωχνε σε “καλλιέπεια”, σε “στόλισμα” των φράσεών τους –και το
κείμενο, επιτηδευμένο στις “σοβαρές” στιγμές, τους έστηνε τέτοιες παγίδες συχνά».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου