Είναι η δέκατη ταινία
της «Φίνος Φιλμ» (μετά τις ταινίες «Η φωνή της καρδιάς», «Η βίλα με τα
νούφαρα», «Πρόσωπα λησμονημένα», «Παπούτσι από τον τόπο σου», «Μαρίνα», «Οι
Γερμανοί ξανάρχονται», «Χαμένοι άγγελοι», «Τελευταία αποστολή» και «Ο
Μεθύστακας»).
Ένας μπακάλης που
θέλει να βάλει στον ίσιο δρόμο το χαραμοφάη ανιψιό του, τα χρέη ενός κτηματομεσίτη,
ο οποίος έχει και μια αδελφή της παντρειάς, ένα μπέρδεμα στις αγγελίες μιας
εφημερίδας, ένα προξενιό ως λύση ανάγκης και δυο κρυφές αισθηματικές
περιπέτειες αποτελούν τα βασικά υλικά για τα κωμικά μπερδέματα της ταινίας που έγραψε
και σκηνοθέτησε ο Νίκος Τσιφόρος.
Οι πρώτοι ηθοποιοί
έκλεισαν συμφωνία στα τέλη του 1949: Σμαρούλα Γιούλη, Νίκος Σταυρίδης, Μίμης
Φωτόπουλος. Στο πλευρό τους προστέθηκαν το επόμενο διάστημα οι Γιάννης
Ιωαννίδης, Σπεράντζα Βρανά, Λέλα Πατρικίου, Νίκος Βασταρδής, Θανάσης Τζενεράλης
κ.ά.
Ήταν η πρώτη
κινηματογραφική εμφάνιση για το Νίκο Σταυρίδη και για τη Σπεράντζα Βρανά, ενώ
για πρώτη φορά εμφανίστηκε στη μεγάλη οθόνη –έκανε ένα μικρό πέρασμα– και η
δεκάχρονη τότε Λήδα Πρωτοψάλτη.
Λοιποί
συντελεστές:
Οπερατέρ ……….. Ζόζεφ Χεπ
Μηχανικός ήχου ... Μάρκος Ζέρβας
Σκηνικά ………… Φαίδων Μολφέσης
Μακιγιάζ ………... Σταύρος Κελεσίδης
Μακέτες ………… Κ. Τεχριτζόγλου
Βοηθός σκηνοθέτη Ι. Σταυρίδης
Εργαστήριο …….. Ε. Γιανικαμπάνης, Θ. Ασημακόπουλος
Φροντιστήριο …... Π. Χριστοφορίδης
Ηλεκτρολόγος ….. Α. Κόκκας
Ηλεκτροτεχνικές εγκαταστάσεις .. Π. Νικολάου
Βοηθός οπερατέρ - Φωτογραφία .. Αριστείδης Καρύδης
Διεύθυνση παραγωγής …………. Φιλοποίμην Φίνος
Η μουσική ήταν του
Γιώργου Μαλλίδη. Τραγούδησαν οι Φώτης Πολυμέρης, Νίκος Παπαδάκης και το Ντούο
Χάρμα (Τόλης και Λίτσα Χάρμα).
Τα γυρίσματα
ξεκίνησαν το Μάρτιο του 1950 στα στούντιο της «Φίνος Φιλμ».
Ο Νέστορας Μάτσας
παρακολούθησε το γύρισμα της σκηνής με την καντάδα και ενημέρωσε τους
αναγνώστες του Εθνικού Κήρυκα πώς λειτουργούσε το περίφημο «play back»:
«Νύχτα
11 η ώρα μ.μ. Γυρίζεται μια ερωτική σκηνή. Δύο νέοι, ο Φώτης Πολυμέρης κι ο
Παπαδάκης κάνουν καντάδα στη Σμαρούλα. Ο Βασταρδής, ο μνηστήρ της Σμαρούλας
–στο έργο φυσικά!– περιμένει να εμφανισθή πίσω από την κλειστή γρίλλια η
“άκαρδη”. Όλοι στη θέσι τους. Ο σκηνοθέτης, ο Νίκος Τσιφόρος, εποπτεύει σε όλα.
Ο Ζόζεφ Χεπ, ο οπερατέρ, έχει καθήσει στο σκαμνάκι της μηχανής και περιμένει. Ο
Τσιφόρος δίνει το σύνθημα:
-
Προσοχή! γυρίζομε!
Οι
προβολείς είναι αναμμένοι. Φωτίζουν άπλετα το εξωτερικό του σπιτιού της
Σμαρούλας. Ο Πολυμέρης κι ο Παπαδάκης αρχίζουν το τραγούδι. Παράλληλα όμως
ακούγεται το ίδιο τραγούδι από την ταινία του ήχου. Η σκηνή γυρίζεται “πλαίη-μπακ”.
Το τραγούδι δηλαδή έχει φωνογραφηθεί από πριν και τώρα οι ηθοποιοί προσπαθούν
–κι είναι πολύ εύκολο αυτό– να συγχρονίσουν τις κινήσεις του στόματός των με τα
λόγια του φωνογραφημένου τραγουδιού. [...]
Η
σκηνή γυρίζεται με προσοχή. Δυο και τρεις φορές για να εκλεγούν κατόπιν στη
δοκιμαστική προβολή τα πιο καλά πλάνα. Ο κ. Τσιφόρος, από τις πιο κοχλάζουσες
φυσιογνωμίες του νεογέννητου ελληνικού κινηματογράφου, προσέχει και την πιο
μικρή λεπτομέρεια. [...]
Μια
σκιά ή ένας εντονώτερος απ’ ό,τι πρέπει φωτισμός προσδίδουν στο πρόσωπο του
ηθοποιού μια έκφρασι. Ο σκηνοθέτης θα υποδείξη στον οπερατέρ, χωρίς να του
αφαιρέση απόλυτα κάποια πρωτοβουλία που του υπαγορεύει η αισθητική του, πώς θα
πάρη τα πρόσωπα, όπως θα υποδείξη στον ειδικό τεχνικό πώς και πόσο φως θα ρίξη.
[...]
Ανάπαυσι λίγων στιγμών και το γύρισμα ξαναρχίζει. Γυρίζεται τώρα με τον ίδιο τρόπο “πλαίη-μπακ” το δεύτερο τραγούδι της καντάδας, το γνωστό “Αλήτης κι εγώ”. Όλοι πάλι στις θέσεις των. Ο σκηνοθέτης και ο βοηθός του κ. Σταυρίδης έχουν θέσει σ’ έντασι όλες τις αισθήσεις των. Ο κ. Τσιφόρος μάλιστα ψιθυρίζει –πολύ σιγά εννοείται– τα λόγια του τραγουδιού. Είναι μια παληά του συνήθεια αυτή που την τηρεί πιστά κάθε φορά που γυρίζει ταινία. [...]».
Η τελευταία σκηνή λήφθηκε το βράδυ της 6ης Ιουνίου 1950.
Οι προβολές
ξεκίνησαν πέντε μήνες αργότερα, στις 6 Νοεμβρίου 1950, στις αίθουσες
«Κοτοπούλη», «Μαξίμ» και «Τιτάνια». Αθροιστικά την ταινία παρακολούθησαν 76.312
θεατές το εφταήμερο (34.317 στο «Κοτοπούλη», 32.741 στο «Τιτάνια» και 9.254 στο
«Μαξίμ»).
Την επόμενη
εβδομάδα (από 13.11) η ταινία συνέχισε να προβάλλεται σε τρεις αίθουσες:
«Κοτοπούλη», «Μαξίμ» και «Ιντεάλ», όπου έσπευσαν άλλοι 42.256 θεατές (22.836
στο «Κοτοπούλη», 13.638 στο «Ιντεάλ» και 5.782 στο «Μαξίμ»).
Στο «Μαξίμ» προβλήθηκε
και για τρίτη εβδομάδα κόβοντας άλλα 7.161 εισιτήρια. Ώστε συνολικά, τις τρεις
εβδομάδες σε αθηναϊκούς κινηματογράφους πρώτης προβολής η ελληνική ταινία έκοψε
125.729 εισιτήρια σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιεύονταν κάθε βδομάδα στην
εφημερίδα Έθνος, αν και σύμφωνα με άλλο δημοσίευμα της ίδιας εφημερίδας στις 29.12.1950,
το «Έλα στο θείο» φερόταν να είχε κόψει 124.740 εισιτήρια, αριθμός που
συμπίπτει με αυτόν που αναφέρεται και στην επίσημη ιστοσελίδα της «Φίνος Φιλμ».
ΚΡΙΤΙΚΕΣ
Η Ροζίτα Σώκου
περιορίστηκε να γράψει στη Βραδυνή: «Καθαρή
φωτογραφία, εξαίρετη φωνοληψία και άφθονο γέλοιο χάρις στο κέφι των εκλεκτών
ηθοποιών του ελαφρού μας θεάτρου που εμφανίζονται με επί κεφαλής τον Νίκο
Σταυρίδη».
«Γέλοιο υπάρχει άφθονο και το πολύ κοινόν θα
διασκεδάση με την καρδιά του», αναγνώρισε ο Βίων Παπαμιχάλης στην εφημερίδα
Ακρόπολις, σημειώνοντας ωστόσο ότι τόσο ο Τσιφόρος όσο και ο Φίνος ήταν «άξιοι για πολύ καλύτερα πράγματα».
Ο Δ. Α. στο Εμπρός
έγραψε για μια «καθαυτή Ελληνική κωμωδία
με αστεία για “χοντρό” γέλιο και προωρισμένη να κατακτήση το λαϊκό στοιχείο των
κινηματογραφόφιλων», που όμως «παρά
τις εξαιρετικές εικόνες της και την πολύ καλή φωνοληψία της δεν προσθέτει
τίποτα το νεώτερον εις την παραγωγή μας και για μια ακόμη φορά θα ειπωθή ότι
και η ταινία αυτή είναι καλή για την Ανατολή, επί πλέον δε ότι οι ηθοποιοί της
παίζουν καλό θέατρο».
Ο Μιχάλης Περάνθης
στο Έθνος αναγνώρισε μεν ότι «το κοινό
των επιθεωρήσεων θα γελάση με την ίδια ευκολία που γελά και σε μερικά αμφιβόλου
πνεύματος σκετς», ωστόσο περιέγραψε την ταινία ως μια «κωμωδία κατώτερη της δυναμικότητος του κ. Ν. Τσιφόρου που μας έχει
δώσει ως τώρα αρκετά έξυπνα πράγματα. Υποτυπώδης, ρηχή, ψεύτικη, βασισμένη στην
συνταγή, αλλ’ όχι και με πολύ μπρίο, και με την απαραίτητη ηθογραφική πλαισίωσι
της παλιάς καντάδας και του σερέτικου τραγουδιού. Δεν δημιουργεί ούτε μια φορά
αυθόρμητες κωμικές καταστάσεις. Όλη η αξία της περιορίζεται σε ωρισμένες
λεπτομέρειες εμφανίσεως που αξιοποιούνται χάρις στην συμμετοχή του κ. Νίκου
Σταυρίδη, που κρατεί το μεγαλύτερο βάρος του έργου, καθώς και του κ. Μίμη
Φωτόπουλου».
Τελείως αρνητικός ο Γ. Μαρής στην εφημερίδα Προοδευτικός Φιλελεύθερος, εξέφρασε «λύπη κι αγανάκτηση», γι’ αυτό που αποκαλούσε «υπόδειγμα κακής ελληνικής ταινίας». Και εξηγούσε το γιατί: «Το “Έλα στο θείο” δεν είναι παρά σκηνές επιθεώρησης με την κατά κόρον εκμετάλλευση της “μαγγιάς” του Φωτόπουλου –τόσο καλού παρ’όλα αυτά– και των επιθεωρησιακών αστείων του Σταυρίδη. Δεν είναι κινηματογράφος, ούτε καν κακός. Κι όμως μερικές σκηνές έδειξαν πως θα μπορούσε να είναι, αν ο σκηνοθέτης ήξερε και ήθελε. Ο κ. Τσιφόρος με τα όσα καλά έχει δώσει ως τώρα, εκπλήττει με την τελευταία του δημιουργία. Το ίδιο και η “Φίνος Φιλμ”, η εταιρία των καλύτερων ελληνικών ταινιών. Και το χειρότερο. Η ταινία θα πετύχη εμπορικά. Θα δώση λεφτά εις τους κυρίους επιχειρηματίες της και την όρεξη να συνεχίσουν με τον ίδιο τρόπο. Ο λαός αγαπά και θέλει ελληνικές ταινίες. Και αυτό είναι που μεγαλώνει τη λύπη μας».
Ο Σ. Κουρτέσης στην εφημερίδα Ο Δημοκρατικός αναφέρθηκε σε μια ταινία «άσχημη στη μορφή και κακή στο περιεχόμενο». Ο λόγος; «Ο Τσιφόρος, ο σκηνοθέτης της, βρήκε τον πιο εύκολο και πιο άσχημο τρόπο για να κάνει τον κόσμο να γελάσει μεταφέροντας στην οθόνη το κλίμα της κακής επιθεώρησης, που στηρίζεται σε μερικούς “τύπους” ηθοποιών και σε κανένα περιεχόμενο, που δεν αποτελεί μήτε σάτιρα, μήτε καυτηρίαση των κοινωνικών και πολιτικών πληγών η εκμετάλλευση καθαρά κωμικών σκηνών από την καθημερινή ζωή. Όπως εκεί [σ.σ. στην επιθεώρηση] λείπει ο συγγραφέας, έτσι κι εδώ λείπει ο σεναριογράφος και το περιεχόμενο μένει μόνον ο “τύπος”, η αυθαιρεσία, οι μαγκιές, τα χασικλίδικα τερτίπια αρσενικών και θηλυκών. Οι αμερικάνικες κωμωδίες – που είναι οι πιο γνωστές στον κινηματογράφο– μαζί με τον “τύπο” έχουν πάντα κι ένα περιεχόμενο και πολλές φορές περίφημο (Σαρλώ). Άλλωστε να το προκαλείς το γέλιο όχι μ’ αυτά που λες, αλλά με το πώς τα λες και η ανάπτυξη ενός “τύπου” απ’ όπου ο σκηνοθέτης τα περιμένει όλα, είναι ήδη φορμαλισμός, είναι σημείο κατάπτωσης και ξεπεσμού». Ο Σ. Κουρτέσης διερωτήθηκε μάλιστα «γιατί όλα αυτά τα ρεμπέτικα και χασικλίδικα τραγούδια; Και πού άκουσαν να γίνωνται καντάδες στο δύστυχο αυτό τόπο που όλα ακόμη βογγάνε και στενάζουν; Και προς τι τα σορόπια γύρω από το πούλημα μιας κοπέλλας και το ανόητο αν όχι αηδές χάπυ-εντ;».
![]() |
Διαφήμιση με αφορμή την προβολή της ταινίας στην Κύπρο τον Αύγουστο του 1951 |
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου