Ήδη τον Απρίλιο
του 1948 έγινε γνωστό ότι η εταιρία «Ανζερβός» σχεδίαζε να γυρίσει τη δεύτερη ταινία
της (μετά την «Άννα Ροδίτη») με τίτλο «Σκάνδαλα στο Παρθεναγωγείο», βασισμένη
στην οπερέτα «Η δασκάλα του χωριού» του Δημήτρη Γιαννουκάκη, ο οποίος έγραψε
και το κινηματογραφικό σενάριο. Στην πορεία απέκτησε τον τελικό της τίτλο,
«Διαγωγή Μηδέν».
Η ιστορία σε δυο
γραμμές:
Η Μπίλιω, κόρη του
προέδρου της κοινότητας Κοντοσκάλι, αγαπά ένα νεαρό ψαρά, το Φώτη. Μαζί της
όμως είναι ερωτευμένος και ο δάσκαλος του χωριού. Το χωριό εξεγείρεται και τον
διώχνει, αλλά ο δάσκαλος επανέρχεται μεταμορφωμένος σε δασκάλα, αποφασισμένος
να απαγάγει την Μπίλιω. Τα σχέδια του, όμως, αποτυγχάνουν με αποτέλεσμα να
παραμερισθούν οι δισταγμοί του πατέρα και τελικά η Μπίλιω να παντρευτεί τον
Φώτη.
Έπαιξαν οι:
Έλλη Λαμπέτη …………. Μπήλιω Φουντούκα
Λάμπρος Κωνσταντάρας .. Φώτης
Ντίνος Ηλιόπουλος …….. Πλάτων/Ευαγγελία Παπαδάκη (δάσκαλος)
Φραγκίσκος Μανέλλης … Μανόλης (επιστάτης του σχολείου)
Λέλα Πατρικίου ………... Μελπομένη (διευθύντρια)
Σπύρος Πατρίκιος ……… Παναγιώτης Φουντούκας (πρόεδρος)
Λαλάς Ιακωβίδης ………. βουλευτής Επαμ. Ρουσφέτης
Δήμος Σταρένιος ……….. Τσιρότος (φαρμακοποιός/πολιτικός αντίπαλος
του προέδρου)
και οι Γεώργιος
Νέζος, Λέτα Κανελλοπούλου, Μαίρη Λαΐδου, Ίκαρος Κανελλόπουλος, Λουκία Δαμάσκου,
Νίκος Λεπενιώτης, Γ. Αφεντάκη, Δ. Άννινος, Νίτσα Αβαταγγέλου, Φανή Νικολαΐδου, Λέλα
Κανελλοπούλου, Κατερίνα Ζάχου, Μαρία Λούβρου, Φραγκούλης Φραγκούλης, Όλγα
Κυριακίδου, Παύλος Ραφελέτος, Δ. Μανιάτη κ.ά., μεταξύ των οποίων 40 μαθήτριες
κινηματογραφικών σχολών.
Για το ρόλο της Μπίλιως προοριζόταν αρχικά η Ειρήνη Παπά, η οποία τον Ιούνιο του 1948 υπέγραψε διετές συμβόλαιο αποκλειστικής συνεργασίας με την «Ανζερβός», με την υποχρέωση να συμμετέχει σε όλες τις ταινίες που θα γύριζε η εταιρία μέσα σ' αυτήν τη χρονική περίοδο. Τελικά δεν έπαιξε στη «Διαγωγή Μηδέν», επειδή μέχρι το Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς η ηθοποιός δεν είχε προλάβει να μάθει κολύμπι!.
Διευθυντής
παραγωγής ήταν ο Μιχάλης Γαζιάδης, ο οποίος έκανε και τη σκηνοθεσία από κοινού
με το Γιάννη Φιλίππου.
Λοιποί συντελεστές:
Οπερατέρ ……….. Μ. Γαζιάδης
Μηχανικός ήχου ... Γ. Νιαγάσας
Μακιγιάζ ……….. Κίμων Σπαθόπουλος
Ντεκόρ …………. Κ. Νικολαΐδης
Μακέτες τίτλων … Κ. Αρβανιτίδης
Τη μουσική της
ταινίας σύνθεσε ο Νίκι Γιάκοβλεφ. Ακούστηκαν τα τραγούδια: «Θέλω κάποιον να με
πάρει» σε στίχους Δημήτρη Γιαννουκάκη,
«Στα δίχτυα της αγάπης» σε στίχους Ρέτης Ταμπακοπούλου και «Θάλασσα» σε στίχους
Κώστα Νικολαΐδη.
Για τις ανάγκες
της κινηματογράφησης, ένα πρόχειρο στούντιο δημιουργήθηκε στο θέατρο «Παλλάς»
του Πειραιά, όπου πραγματοποιούνταν τα γυρίσματα τις μεταμεσονύκτιες ώρες (και
μέχρι νωρίς το πρωί), καθώς ο εκ των πρωταγωνιστών Λάμπρος Κωνσταντάρας είχε
θεατρικές υποχρεώσεις κάθε βράδυ μέχρι τις 11 στο «Ρεξ».
Τα γυρίσματα είχαν
ξεκινήσει πριν τις 2 Οκτωβρίου, ενώ το μεγαλύτερο μέρος τους είχε ολοκληρωθεί
μέχρι τα Χριστούγεννα του 1948.
Οι προβολές
ξεκίνησαν στις 8 Μαρτίου 1949 σε τρεις αθηναϊκούς κινηματογράφους: «Ρεξ,
«Έσπερος», και «Πάνθεον», όπου αθροιστικά κόπηκαν 57.107 εισιτήρια (27.756 στο
«Ρεξ», 14.722 στον «Έσπερο» και 14.629 στο «Πάνθεον»).
Οι προβολές στον
«Έσπερο» συνεχίστηκαν για δεύτερη εβδομάδα, οπότε κόπηκαν άλλα 10.049 εισιτήρια.
Ώστε συνολικά τη «Διαγωγή μηδέν» παρακολούθησαν 67.156 θεατές σε
κινηματογράφους α΄ προβολής στην περιοχή της πρωτεύουσας.
Στη Θεσσαλονίκη, η
ταινία προβλήθηκε από τις 14 Μαρτίου για δύο εβδομάδες στα «Ηλύσια».
Η άποψη του Ντίνου
Ηλιόπουλου για την ταινία αποτυπώθηκε στο πλαίσιο ενός μεγάλου αφιερώματος στη
μέχρι τότε θεατρική πορεία του σπουδαίου ηθοποιού από το δημοσιογράφο Νίκο
Παρνασσά για την εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος το Σεπτέμβριο του 1984. Ήταν ένα
σχόλιο εξαιρετικά σύντομο, αλλά και εξαιρετικά καυστικό: «Με την Έλλη [Λαμπέτη] είχα μια συνεργασία σε μια απ’ αυτές τις πρώτες
κουτές ταινίες μας που η ΕΡΤ τις ξαναπροβάλλει σαν να ναι τα κορυφαία του
Σαίξπηρ πριν γεννηθεί».
Τι πίστευαν όμως οι
κριτικοί του 1949;
Η Ροζίτα Σώκου
έγραψε στην εφημερίδα Οι Καιροί:
«Δεν είναι βέβαια το αριστούργημα που αδίκως
φαίνεται ότι περιμένομε και που κατώρθωσε να δημιουργήση ο Ροσσελίνι στην
Ιταλία με μια παληομηχανή, μια κατεστραμμένη πολυκατοικία και τρεις σάπιες
καρέκλες. Αιτία κυρίως και πάλι το σενάριο που είναι καθαρά επιθεωρησιακό με
υπερβολές και χοντροκοπιές, άντρες που μεταμφιέζονται σε... δασκάλες και
προκαλούν έρωτας και γενικώς αστεία, που στέκονται περίφημα στο ελαφρό θέατρο,
αλλά που, πρέπει να το καταλάβωμε πια, -αφού οι Έλληνες φημιζόμεθα για την
αντίληψί μας– δεν έχουν καμμία απολύτως σχέσιν με τον κινηματογράφο. Όμως,
είναι αναμφισβήτητα μια από τις δυο-τρεις άρτιες ταινίες που έχομε δει από
άποψη φωτογραφίας, και, ιδίως, μοντάζ. Κανένα από τα συνηθισμένα λάθη των
ελληνικών ταινιών, που στον κόσμο προκαλούν γέλια και σε μας κλάμματα, δεν
υπάρχει εδώ. Παίξιμο ανεκτό, φωτογραφία εξαίρετη και γενικά, λογική και
εξυπνάδα στην όλη κατασκευή της ευσυνείδητης αυτής προσπάθειας του
κινηματογράφου μας, που έχει και το καταπληκτικό προτέρημα να μην μας μεταφέρη
ούτε σε κοσμικά καμπαρέ ούτε στα... μπουζούκια».
Από τη στήλη του
στην εφημερίδα Εμπρός, ο Γιώργος Λαζαρίδης διέκρινε μια ταινία «περιποιημένη και προσεγμένη που θα
ξανατονώση με το μέτρο των δυνάμεών της την εμπιστοσύνη του Κοινού για τον
εγχώριο Κινηματογράφο», ώστε ο θεατής «γελάει
γιατί τ’ αστεία της είναι χαριτωμένα και καλοτοποθετημένα», ενώ και από
τεχνικής απόψεως η παραγωγή «έχει την
σφραγίδα της επιμελείας και της φροντίδος».
Στο σημείωμα, που
δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Η Βραδυνή, διαβάζουμε για «μια σπαρταριστή κωμωδία με χαρακτηριστικούς τύπους, πολλά “τρουβάιγ”,
καθαρώτατες φωτογραφίες, συμπαθητική μουσική και σύγχρονη φωνοληψία, που
αποδίδεται θαυμάσια από εκλεκτούς ηθοποιούς του ελαφρού θεάτρου και της πρόζας».
Ο Ντίνος Ηλιόπουλος αξιολογήθηκε ως «πραγματικά
υπέροχος» στο ρόλο της δασκάλας, ενώ «με
ξεχωριστή φινέτσα» υποδύθηκε το βουλευτή Ρουσφέτη ο Λαλάς Ιακωβίδης. Από
την άλλη, ως το «μόνο» μειονέκτημα
της ταινίας επισημάνθηκε το «ότι δεν έχει
σκηνικό πλούτο και περιορίζεται κυρίως εις τα εξωτερικά».
Στο Έθνος, ο
Αχιλλέας Μαμάκης διέκρινε μια απόπειρα να περιβληθεί «με ελληνικό χρώμα μια δροσερή σχολική ιστορία [...] αλλά το υλικό
μετατοπίζεται από την καθαρώς μαθητική του περιοχή για να διασταυρωθή με
χωρικούς τύπους, να συνδεθή με τα εύκολα πλεονεκτήματα της ηθογραφίας και να
μετάσχη της φάρσας, χάνοντας σε ποίησι και κερδίζοντας σε χοντρό γέλιο, με την
χρησιμοποίηση του κ. Ντ. Ηλιοπούλου».
Όσον αφορά δε το σενάριο, σύμφωνα με τον Αχ. Μαμάκη «του λείπει ο γοργός ρυθμός και η πιθανοφάνεια με αποτέλεσμα να ψευτίζουν κατ’ ανάγκην και οι ηθοποιοί. Υπάρχουν πολλές καταστάσεις τραβηγμένες, σκηνές συχνά δυσκίνητες, στιγμές που κουράζουν. Γύρω από τον μύθο [της ταινίας] ο κ. Δ. Γιαννουκάκης ανακάτεψε βουλευτάς, κόμματα, θαλάσσια λουτρά κλπ., μετέφερε την Πλάκα και τη Γλυφάδα σ’ ένα χωριό και έδωσε ένα πρόχειρο και αναληθοφανές σενάριο, που αδίκησε το ευσυνείδητο παίξιμο της Λαμπέτη και του Κωνσταντάρα. Δεν πρόκειται βέβαια για αποτυχία. Αλλά θα περίμενε κανείς περισσότερα, ύστερα από την ποιότητα της “Άννας Ροδίτη”».
Από κει και πέρα, η μουσική του Νίκι Γιάκοβλεφ αξιολογήθηκε ως «ευχάριστη», η φωτογραφία «καθαρή», η Έλλη Λαμπέτη στην ερμηνεία της «διατηρεί όλη τη χάρη της», ενώ ο Ντίνος Ηλιόπουλος στο ρόλο του δασκάλου «καταφέρνει να διατηρηθή στην κωμική γραμμή του ρόλου του χωρίς να τον γελοιοποιήση».
![]() |
| Διαφήμιση από την προβολή της ταινίας στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1950 |
.jpg)


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου