«Κατάδικος», «Καμαριέρα και μανάβης»: Οι πρώτες φωνοταινίες από την Ελλάδα

Το κείμενο που ακολουθεί είναι προδημοσίευση από τη δεύτερη - βελτιωμένη και εμπλουτισμένη - έκδοση του βιβλίου, η οποία βέβαια ακόμη δεν έχει βρει εκδοτικό οίκο. Επειδή, όμως, ο σκοπός του ιστολογίου είναι η γνώση και όχι το κέρδος κι επειδή ακριβώς το ιστολόγιο θα ήταν ελλιπές χωρίς τη σχετική αναφορά στις δυο αυτές εξαιρετικά ενδιαφέρουσες φωνοταινίες του Ζοζέφ Χεπ, για τις οποίες δυστυχώς βρήκα πληροφορίες μετά την εκτύπωση της πρώτης έκδοσης, αποφάσισα να κάνω μια εξαίρεση και να παραθέσω αυτούσια την ενότητα, παρότι είμαι ακόμη σε φάση αναζήτησης εκδότη. 


Στις 24 Σεπτεμβρίου 1930, στον κινηματογράφο «Ατλαντίς» των Εξαρχείων γράφτηκε ιστορία με τη δοκιμαστική προβολή δυο ομιλουσών ταινιών μικρού μήκους, τις οποίες κατασκεύασε η «Παγχριτόν Φιλμ» υπό την εποπτεία του ηθοποιού Γ. Καμβύση με οπερατέρ τον Ζόζεφ Χεπ. Η παρασκευή τους έγινε εφικτή χάρη σε μια εφεύρεση του Χεπ, για την οποία διέθετε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Πρώτα έγινε η ηχογράφηση των φωνών σε στούντιο και ακολούθησε το γύρισμα των σκηνών σε εξωτερικούς χώρους.

Η μία ταινία, για την οποία απαιτήθηκε φιλμ 160 μ., μπορεί κάλλιστα να περιγραφεί και ως το πρώτο ελληνικό βιντεοκλίπ, καθώς ο Χεπ κινηματογράφησε τον βαρύτονο Γιάννη Αγγελόπουλο να τραγουδάει τον «Κατάδικο» του Νίκου Χατζηαποστόλου πίσω από τα κάγκελα της φυλακής!

Η δεύτερη (μήκους 120 μ.) ήταν μια κινηματογραφική μεταφορά της δημοφιλούς σκηνής «Καμαριέρα και μανάβης» (ή «Μανάβης και δούλα») του Καπετανάκη, γνωστής από την επιθεώρηση «Λοβιτούρα» της προηγούμενης χρονιάς, που είχε ηχογραφηθεί και σε δίσκους γραμμοφώνου. Η στοιχειώδης υπόθεση αφορούσε το φλερτ μιας καμαριέρας μ’ ένα μανάβη, που περνούσε με το γάιδαρό του έξω από το σπίτι, όπου εκείνη εργαζόταν. Στην ταινία πρωταγωνιστούσαν και τραγουδούσαν ο Καμβύσης και η Σοφία Βερώνη.

Διθυραμβικά ήταν τα σχόλια των εφημερίδων. Για συγχρονισμό «τελειότατο και εφάμιλλο των ευρωπαϊκών ταινιών» έγραφε η Εσπερινή, που δεν παρέλειψε να επαινέσει το «δαιμόνιο» του Χεπ.

«Ιδεώδη» βρήκε η Πρωία τη φωνή του Αγγελόπουλου και αναρωτιόταν: «Οφείλεται τούτο εις το μέταλλον της φωνής του καλλιτέχνου ή εις την τελειότητα του μηχανήματος;». Όμως και η δεύτερη ταινία ήταν «άρτια» ως προς το φωτισμό και τη φωτογραφία, ενώ «πολύ επιτυχής» αξιολογήθηκε ο συγχρονισμός κίνησης και φωνής, η δε φωνή του Καμβύση, όταν τραγούδησε, ακουγόταν «όπως και στο θέατρο. Τόση φυσικότης καταπλήσσει»!

«Η δοκιμή αυτή μας αφήκε, πράγματι, εξαιρετικήν εντύπωσιν και μας έδωκε να καταλάβουμε ότι πολύ γρήγορα θα ιδούμε ταινίες που όχι μόνον να μπορέσουν να... σταθούν πλάι στις ξένες αλλά και να υπερτερήσουν σε μερικά σημεία, αν βέβαια μεσολαβήσουν όλες οι ευνοϊκές συνθήκες λ.χ. μεγάλα κεφάλαια και πολλά άλλα στα οποία εμείς οι Έλληνες, εν αντιθέσει με του ξένους, δεν δίδουμε σημασία» σχολίαζε η Πατρίς, παρατηρώντας παράλληλα ότι ο Χεπ ήταν «απογοητευμένος» ως προς τις ευνοϊκές αυτές συνθήκες.

Η εξέλιξη του ελληνικού κινηματογράφου κατά τα αμέσως επόμενα χρόνια θ’ αποδείκνυε ότι δεν ήταν αβάσιμη η απαισιοδοξία του...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου