Η ιστορία του προπολεμικού ελληνικού σινεμά. Μια πρωτότυπη έρευνα σχετικά με την πρώιμη περίοδο του ελληνικού κινηματογράφου, που έγινε πρώτα βιβλίο και στη συνέχεια... ιστολόγιο. Αριθμός ISBN: 978-960-93-7608-2
Σχετικά με το ιστολόγιο...
Τι καινούριο συνεισφέρει η παρούσα έρευνα στη μελέτη της ιστορίας του ελληνικού κινηματογράφου [Συνοπτική καταγραφή 21 γενικών σημείων]
Κάτι σαν πρόλογος (Γιατί και πώς γράφτηκε το βιβλίο)
Στην Ελλάδα δεν υπάρχει έλλειψη βιβλίων για την ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου. Ωστόσο, αυτά επικεντρώνονται κυρίως στον μεταπολεμικό κινηματογράφο και ειδικότερα στη «χρυσή» εποχή της Φίνος Φιλμς. Αντίθετα, η προπολεμική περίοδος αντιμετωπίζεται περίπου ως «προϊστορία», δηλαδή ως μια εποχή για την οποία υπάρχουν ελάχιστες διαθέσιμες πληροφορίες λόγω έλλειψης πηγών. Έτσι, οι νέες εκδόσεις σε μεγάλο βαθμό περιορίζονται ν’ αναπαράγουν τις πληροφορίες των πρωτοπόρων ερευνητών, όπως ο Φρίξος Μιχαηλίδης, η Αγλαΐα Μητροπούλου, ο Γιάννης Σολδάτος κ.ά., οι οποίοι ανέδειξαν πολύτιμα στοιχεία για το προπολεμικό ελληνικό σινεμά, ωστόσο βασίστηκαν σχεδόν αποκλειστικά στη μελέτη των κινηματογραφικών περιοδικών (όπως ο Κινηματογραφικός Αστήρ), που κυκλοφορούσαν από τα μέσα της δεκαετίας του 1920.
Οι πρώτες εμφανίσεις της λέξης «κινηματογράφος» και οι πρώτες κινούμενες εικόνες που προβλήθηκαν στην Αθήνα με το κινητοσκόπιο
Η λέξη «κινηματογράφος»
αποτελεί αντιδάνειο, μετάφραση της γαλλικής «Cinématographe», που
δημιουργήθηκε από τη σύνθεση δύο ελληνικών λέξεων («κίνηση» και «γραφή») για να
υποδηλώσει την καταγραφή κινούμενων εικόνων σε ειδικό φιλμ. Πατέρας της λέξης
εμφανίζεται ο εφευρέτης Λεόν Μπουλί, στο όνομα του οποίου εκδόθηκε δίπλωμα
ευρεσιτεχνίας στις 12 Φεβρουαρίου 1892 αναφορικά με την κατασκευή «στιγμιαίας φωτογραφικής μηχανής για την
αυτόματη και χωρίς διακοπές απόκτηση σειράς αναλυτικών κλισέ κινήσεων ή άλλων,
γνωστής ως cinématographe». Νεότερο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στις 27
Δεκεμβρίου 1893 ονοματίζει μια εξελιγμένη εκδοχή της προηγούμενης συσκευής ως «Cinématographe Léon Bouly».
Από
κει και πέρα, εκτιμάται ότι ο μυστηριώδης Μπουλί, αδυνατώντας ο ίδιος να
καταβάλει το απαιτούμενο χρηματικό ποσό για την επιβεβαίωση της πατέντας, αργότερα
πούλησε τα δικαιώματά του στους αδερφούς Λυμιέρ, οι οποίοι το 1895 χρησιμοποίησαν
τη λέξη για τη μηχανή που οι ίδιοι είχαν κατασκευάσει και έκτοτε η λέξη
«κινηματογράφος» έγινε διεθνής.
Συμπτωματικά,
ωστόσο, η λέξη «κινηματογράφος» απαντάται για πρώτη φορά στην ελληνική γλώσσα
πολύ πριν την απόκτηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας από τον Μπουλί, καθώς έτσι
μεταφράστηκε από συντάκτη της αθηναϊκής εφημερίδας Καιροί στις 01.06.1891 μια
εφεύρεση του Τόμας Έντισον! Δεν κατονομάζεται η αγγλική λέξη, όμως λογικά επρόκειτο
για τον «kinetograph», ο οποίος δεν μεταφράστηκε ως «κινητογράφος» ενδεχομένως επειδή ο
συντάκτης θεώρησε τη λέξη λιγότερο εύηχη!
Η
λέξη «κινηματογράφος» εντοπίζεται και σ’ ένα δημοσίευμα της Εφημερίδος στις
02.05.1893, μετάφραση συνέντευξης του Τόμας Έντισον σε δημοσιογράφο της
γαλλικής Figaro, όπου είναι ξεκάθαρο ότι όντως γινόταν λόγος για τον περιβόητο «kinetograph».
Η πρώτη φορά που οι κάτοικοι
της ελληνικής πρωτεύουσας είχαν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν «κινούμενες
εικόνες», με άλλα λόγια την αποτύπωση ανθρώπινων δραστηριοτήτων εν κινήσει,
ήταν στα τέλη του 1894 χάρη σ’ ένα κουτί προορισμένο για ατομικές προβολές
ταινιών διάρκειας λίγων δευτερολέπτων, το κινητοσκόπιο. Αυτή ήταν η ονομασία μιας
άλλης εφεύρεσης του Τόμας Έντισον, υλοποιηθείσα βέβαια χάρη στις εργασίες κυρίως
του βοηθού του, Ουίλιαμ Κένεντι Λόρι Ντίκσον· όμως ο αμερικανός εφευρέτης
υποτίμησε επιδεικτικά την αξία της ανοίγοντας το δρόμο στους αδελφούς Λυμιέρ να
επινοήσουν ένα πολύ πιο βελτιωμένο σύστημα λήψης και προβολής ταινιών, την
κινηματογραφική μηχανή και την οθόνη προβολής του φιλμ σε ένα ευρύ κοινό
θεατών, και ουσιαστικά να γίνουν εκείνοι οι δημιουργοί του κινηματογράφου, όπως
τον γνωρίζουμε σήμερα.
Το κινητοσκόπιο έφερε στην
Αθήνα ο Γεώργιος Α. Γκίκας, αντιπρόσωπος της «Αμερικανικής Διεθνούς Ηλεκτρικής
Εταιρίας» με έδρα τη Νέα Υόρκη. Το κουτί, συνοδευόμενο από φωνογράφο που
επέτρεπε στους θεατές να παρακολουθήσουν την ταινία μετά μουσικής (άσματα
μελοδραμάτων όπως ο «Ριγκολέττο»), εγκαταστάθηκε στο θέατρο Τσόχα επί της οδού
Σταδίου. Η πρώτη επίδειξη της εφεύρεσης στους δημοσιογράφους έγινε στις 20
Δεκεμβρίου 1894, ενώ από την επομένη το κινητοσκόπιο και ο φωνογράφος έγιναν
διαθέσιμα και για το ευρύ κοινό.
Η πρώτη ταινία που προβλήθηκε
ήταν μια σκηνή σιδηρουργείου, παραγωγής 1893, η οποία θεωρείται πολύ σημαντική
και έχει διασωθεί, καθώς ήταν η πρώτη ταινία Κινητοσκοπίου που προβλήθηκε
δημοσίως (α΄ προβολή στις Η.Π.Α., 9 Μαΐου 1893), αλλά και η παλαιότερη γνωστή
ταινία με ηθοποιούς που αναπαριστούσαν μια σκηνή .
Μια αναλυτική περιγραφή της
ταινίας μετά σχολίων δημοσίευσε η εφημερίδα Ακρόπολις
(21.12.1894):
«Τρεις
σιδηρουργοί με την στολήν της εργασίας, τρεις γύφτοι όπως τους βλέπομεν όλοι
μας καθ’ ημέραν, εκτυπούσαν της βαρειαίς των επάνω εις το αμμώνι σφυρηλατούντες
τεμάχιον πεπυρακτωμένου σιδήρου. Η βαρειαίς έπιπτον αλληλοδιαδόχως επί του
άκμωνος. Κατόπιν οι γύφτοι τους οποίους εβλέπομεν χωμένους εκεί μέσα εις τον
πυθμένα του κινητοσκοπείου διέκοπτον την εργασίαν των διά να πίωσιν οίνον προς
αναψυχήν εκ τινός φιάλης, την οποίαν έπερνεν ο αρχιμάστορης από του εδάφους και
διεβίβαζεν ο εις [=ένας] εις τον άλλον διαδοχικώς. Ο καπνός και οι σπινθήρες
του καμινευτηρίου εφαίνοντο εις το βάθος μετά φυσικότητος και κινήσεως.
Ενομίζομεν προς στιγμήν ότι διά μέσου των υέλων του παραθύρου μας εβλέπομεν
τρεις σιδηρουργούς εργαζομένους εις το εργαστήρι των. Τόσον η αναπαράστασις
είνε φυσική και ακριβής, διότι το κινητοσκόπιον δεν είνε τίποτε άλλο ειμή
αναπαράστασις της ζωής [...]».
Μια πολύ σημαντική
λεπτομέρεια: σε δημοσίευμα της Νέας Εφημερίδος η Αθήνα φερόταν ως η τρίτη
ευρωπαϊκή πρωτεύουσα μετά το Παρίσι και το Λονδίνο, που φιλοξενούσε την
πρωτοπόρα εφεύρεση.
Σύντομα ωστόσο ανέκυψαν
κάποια προβλήματα σχετιζόμενα με την παροχή του ηλεκτρικού ρεύματος και η επίδειξη
του κινητοσκοπίου διακόπηκε για λίγες μέρες. Στις 30 Δεκεμβρίου τα όποια
προβλήματα είχαν ξεπεραστεί και προστέθηκε μια δεύτερη σκηνή, το «Κουρείο»,
δηλαδή «ο κουρεύς, ο κουρευόμενος, και
δύο περιμένοντες και γελώντες με μίαν αστειότητα που ανεκάλυψαν εις εν βιβλίον,
ενώ μάλιστα ο ένας από την ζέστη βγάζει και το ρούχο του», όπως εξηγούσε σε
σχετικό δημοσίευμα η Νέα Εφημερίς της 31.12.1894 σχολιάζοντας παράλληλα ότι «εξεκαρδίσθημεν μα την αλήθειαν από τα γέλοια
με αυτήν την σκηνή», η οποία έχει επίσης διασωθεί ως σημαντική στιγμή στην
ιστορία του Κινητοσκοπίου.
Στο μεταξύ ο φωνογράφος, που
συνόδευε το κουτί του Κινητοσκοπίου, εμπλουτίστηκε με ένα σημαντικό ηχητικό
αρχείο, τον ίδιο τον Τόμας Έντισον που εξηγούσε την εφεύρεσή του στο πλαίσιο
του Διεθνούς Ηλεκτρικού Συνεδρίου της Νέας Υόρκης. Βέβαια η ομιλία ήταν στην
αγγλική γλώσσα, ώστε μάλλον ελάχιστοι επισκέπτες του θεάτρου Τσόχα μπορούσαν να
κατανοήσουν το περιεχόμενό της, καθώς εκείνη την εποχή τα αγγλικά δεν γνώριζαν
τη διάδοση που έχουν σήμερα ως άτυπη παγκόσμια γλώσσα.
Σε κάθε περίπτωση, η
εφημερίδα Εστία καλούσε τους Αθηναίους «να
σπεύσουν διά να ίδουν τα θαύματα του αιώνος μας» καθημερινά από τις 3.30
μ.μ. μέχρι αργά τη νύχτα. Και η αλήθεια είναι ότι στην αρχή έσπευδαν κυρίως οι
«αριστοκράτες» της εποχής, όμως σταδιακά φαίνεται ότι άρχισαν να δείχνουν
ενδιαφέρον και οι πιο λαϊκές τάξεις, ιδίως όταν η εφεύρεση εμπλουτίστηκε με
νέες ταινίες, όπως το πετάλωμα ενός αλόγου ή μια σκηνή με τον Μπούφαλο Μπιλ, ο
οποίος «πότε γονυπετώς πότε ορθίως στρεφόμενος
δεξιά αριστερά κάτω επάνω πυροβολεί με το οπισθογεμές ταχυβόλον με ταις μπάλαις
και άλλα και άλλα...».
Το Κινητοσκόπιο παρέμεινε
στην Αθήνα μέχρι το Μάρτιο του 1895. Για τους επόμενους είκοσι και πλέον μήνες,
αποτελούσε τη μοναδική εμπειρία των Αθηναίων από κινούμενες εικόνες, μέχρι που
θα γνώριζαν την πολύ πιο εξελιγμένη εμπειρία του κινηματογράφου, που
απευθυνόταν σε μαζικότερο κοινό.
Η υποδοχή του κινηματογράφου από τον αθηναϊκό τύπο
Ξένες ταινίες άμεσου ελληνικού ενδιαφέροντος (1897-1913). Μέρος πρώτο: Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 στον κινηματογράφο
ΟΙ ΤΑΙΝΙΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΤΟ 1897
Όλα οφείλονται στην πρωτοπόρο διάθεση του διάσημου Βρετανού πολεμικού ανταποκριτή, Φρέντερικ Βίλιερς, που βρισκόταν στην πρώτη γραμμή του πυρός ανά την υφήλιο από το 1876, ενώ το 1897 βρέθηκε στην Ελλάδα ως απεσταλμένος των εφημερίδων The Standard και Black and White. Δεν ήταν ο πρώτος που σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει την κινηματογραφική κάμερα για την καταγραφή του πολέμου. Στη Βρετανία υπήρχαν δημοσιεύματα που σχολίαζαν πόσο εντυπωσιακό θα ήταν, αν πέραν των φωτογραφιών υπήρχε η δυνατότητα να δημοσιευτούν και «κινούμενες εικόνες» από τα πεδία των μαχών, οι οποίες δεν θα ήταν περισσότερο βίαιες - έτσι πίστευαν αφελώς! - συγκριτικά με άλλες δραστηριότητες, που είχαν ήδη κινηματογραφηθεί, όπως το μποξ.
Ξένες ταινίες άμεσου ελληνικού ενδιαφέροντος (1897-1913). Μέρος δεύτερο: Ζουρνάλ μεταξύ 1904 και 1913
Το 1904 αφίχθηκε στην Ελλάδα ο Φ.
Όρμιστον-Σμιθ, οπερατέρ της βρετανικής «Charles Urban Trading Co», και τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς παρουσίασε τρεις
ταινίες με πλάνα από την Αθήνα και το λιμάνι του Πειραιά:
i) «Piraeus and Athens. A visit to Piraeus»
[Πειραιάς
και Αθήνα. Μια επίσκεψη στον Πειραιά], μήκους 200 ποδών (περίπου 61 μ.).
1. Το Κανάλι της Κορίνθου. Πάνω από
τρία μίλια μήκος. Ξεκίνησε από τον αυτοκράτορα Νέρωνα.
2. Πειραιάς, η αποβάθρα. Το λιμάνι της
Αθήνας.
3. Η Αγορά. Τυπική παρακολούθηση της
σύγχρονης ελληνικής ζωής.
4. Το Μεγάλο Λιμάνι. Παλιότερα [γνωστό
ως] Πόρτο Λεόνε, γεμάτο από ελληνικά, γαλλικά, ιταλικά, ρωσικά και αυστριακά
πλοία.
5. Καφενεία δρόμου. Μια ματιά στα πολλά
καφενεία δρόμου του Πειραιά.
6. Η Πλατεία της Αγοράς. Δείχνει τους
παράξενους πάγκους μιας ελληνικής αγοράς.
7. Άφιξη ατμόπλοιου. Έλληνες βαρκάρηδες σκαρφαλώνουν στα πλαϊνά, προτού πέσει η άγκυρα.
ii) «Piraeus and Athens. Hoisting Cattle on Steamer»
[Πειραιάς
και Αθήνα. Μεταφέροντας τα Βοοειδή στο Ατμόπλοιο], μήκους 150 ποδών (περίπου 46
μ.).
1. Βοοειδή πάνω σε μαούνες.
Προετοιμασία για ν’ αποπλεύσουν στην Κωνσταντινούπολη.
2. Μεταφέροντας τα βοοειδή στο
ατμόπλοιο. Ρυμουλκώντας φορτωμένες μαούνες στο λιμάνι.
3. Ανεβάζοντας τα βοοειδή στο πλοίο με
σκοινί. Τα βοοειδή κρέμονται στις βάρκες από τα πόδια και τα
κέρατα μέχρι το πλοίο της γραμμής.
iii) «Piraeus and Athens. Athens and Acropolis»
[Πειραιάς
και Αθήνα. Η Αθήνα και η Ακρόπολη], μήκους 275 ποδών (περίπου 84 μ.).
1.
Πανοραμική θέα από την Ακρόπολη. Μια τέλεια θέα της σύγχρονης Αθήνας.
2. Πεδίον του Άρεως. Το μέρος όπου
πιθανόν ο Απόστολος Παύλος κήρυξε στους Αθηναίους.
3. Θέα της Ακρόπολης από το Λόφο
των Μουσών: τα Προπύλαια, ο Παρθενώνας, το Θέατρο του Διονύσου.
4. Η Πύλη του Αδριανού. Χτισμένη από
τον Αδριανό μετά την ολοκλήρωση του Ολύμπιου.
5. Το Ολύμπιο. Λίγες από τις αυθεντικές
104 στήλες αυτού του Ναού διατηρούνται.
6. Ναός της Νίκης. Αρχικά χτίστηκε προς
τιμήν τριών από τις σημαντικότερες αθηναϊκές νίκες.
7. Τα Προπύλαια. Ξεκίνησαν το 437 π.Χ.
Η είσοδος της Ακρόπολης.
8. Το Ερέχθειο. Με τη διάσημη Καρυάτιδα
της πύλης.
9. Ο Παρθενώνας. Τρεις οπτικές αυτού
του ωραίου Ναού, χτισμένου το 454 π.Χ.
10. Όρος Λυκαβηττός. Παρέχει μια θαυμάσια θέα της Αθήνας.
Τον Απρίλιο του 1906 η διοργάνωση της
Μεσολυμπιάδας στην Αθήνα προσείλκυσε το ενδιαφέρον διεθνών κινηματογραφικών οίκων.
Πέραν μιας ελληνικής παραγωγής, για την οποία θα γίνει λόγος στη συνέχεια,
γνωρίζουμε τουλάχιστον τέσσερις ξένες, που την κατέγραψαν: «The Olympic Games» της βρετανικής Warwick Trading Co., «Jeux Olympique d’ Athènes» των αδελφών Πατέ, καθώς και δύο ταινίες των εταιριών Burton Holmes και Urban Trading, οπερατέρ της οποίας ήταν ο Φελίξ Μεσγκουίτς.
Με αφορμή την προβολή της ταινίας του οίκου Πατέ στην Αλεξάνδρεια,
δημοσιεύματα σε ελληνική εφημερίδα της πόλης περιέγραφαν ένα «μεγαλοπρεπές
θέαμα» σε 40 εικόνες με σκηνές από διάφορα αθλήματα, όπως άλμα επί κοντώ,
άλμα εις μήκος, αναρρίχηση επί κάλω, ξιφασκία, πάλη, Μαραθώνιος, δισκοβολία,
ακόντιο κλπ.
Την ίδια χρονιά, στην ταινία «The King in Athens» [Ο Βασιλιάς στην Αθήνα] η Warwick Trading Co. κατέγραψε την επίσκεψη του βασιλιά Εδουάρδου Ζ΄.
Την ίδια περίοδο τοποθετείται χρονικά και μια ταινία
μήκους 65 ποδών της γαλλικής Πατέ με τίτλο «Passing Trains (passing trains at Athens)», που προφανώς κατέγραφε την κίνηση τρένων στην ελληνική πρωτεύουσα.
Το Μάρτιο του 1907, η επίσκεψη του Ιταλού
βασιλιά Βίκτωρα-Εμμανουήλ στην Αθήνα καταγράφηκε από δύο ιταλικούς κινηματογραφικούς
οίκους:
i) «Viaggio di S.M. Il Re d’ Italia In Grecia» [Ταξίδι της Α.Μ. του Βασιλιά της Ιταλίας στην Ελλάδα],
μήκους 150 μέτρων από τον κινηματογραφικό οίκο Comerio & C. του
Μιλάνο.
ii) «Visita del Re d’ Italia in Grecia» [Επίσκεψη του Βασιλιά της Ιταλίας στην Ελλάδα] με
οπερατέρ τον Λουίτζι Ροάτο για λογαριασμό της εταιρίας Fratelli Roatto από τη Βενετία.
Το 1908, η Luca Comerio από το Μιλάνο παρουσίασε την ταινία «Vue des Ruines d’ Athènes» [Θέα των
ερειπίων της Αθήνας] μήκους 115 μ., η δε γαλλική Eclipse παρουσίασε το «Voyage en Grèce» [Ταξίδι στην Ελλάδα], μήκους 146 μ., που προβλήθηκε
τουλάχιστον σε Γαλλία και Γερμανία.
Το 1910, η
Milano Films κινηματογράφησε
την καθέλκυση του θωρηκτού «Αβέρωφ» («Il varo della corazzata “Aberos”») στα ναυπηγεία Ορλάντο του Λιβόρνο. Δεν υπήρχαν πλάνα από ελληνικά
τοπία, όμως αξίζει να γίνει μνεία της συγκεκριμένης ταινίας τόσο για το
εξαιρετικά ελληνικού ενδιαφέροντος θέμα της όσο και για την πολύ μεγάλη
επιτυχία που σημείωσε στην Αθήνα, όταν προβλήθηκε στο «Βασιλικό κινηματογράφο»
(πρώην ζαχαροπλαστείο «Ζαχαράτου») από τις 4 μέχρι τις 11 Μαρτίου 1910, ενώ
ακολούθησε σειρά επαναπροβολών.
Μάλιστα, η συγκεκριμένη ταινία προκάλεσε ένα θερμό
επεισόδιο στη Σμύρνη, όπου η τουρκική αστυνομία απαγόρευσε την προβολή της. Η
διεύθυνση του κινηματογράφου Πατέ αποφάσισε να την προβάλλει κανονικά παρουσία
αστυνομικών, ωστόσο οι διαμαρτυρίες Τούρκων θεατών ενέτειναν τις πιέσεις της
αστυνομίας, που κατέστησε σαφές ότι δεν θα έφερε καμία ευθύνη για τυχόν επεισόδια
υποχρεώνοντας τη διεύθυνση της αίθουσας ν’ αποσύρει το φιλμ.
Την 1η Σεπτεμβρίου 1910, ειδικός μηχανικός κατέγραψε για
λογαριασμό του οίκου Πατέ την έναρξη εργασιών της Εθνοσυνέλευσης, που είχε
αναδειχτεί από τις εκλογές της 8ης Αυγούστου. Η κάμερα τοποθετήθηκε
στο αριστερό μέρος του προαυλίου της Βουλής καταγράφοντας την είσοδο των
επισήμων (οι νεοεκλεγέντες βουλευτές, ο βασιλιάς, ο διάδοχος, ξένοι διπλωμάτες
κ.ά.), ενώ κάμερα τοποθετήθηκε και εσωτερικά του κτηρίου στο λαϊκό θεωρείο. Η
ταινία ξεκίνησε να προβάλλεται από τις 30 Οκτωβρίου στο θέατρο «Κόσμου», παρότι
φερόταν έτοιμη για προβολή ήδη από τις αρχές του μήνα, ενώ σχολιάστηκε –μάλλον
συγκαταβατικά– ως «πολύ καλή». Δεν
είναι γνωστό το όνομα του οπερατέρ, όμως αυτός κέρδισε τη συμπάθεια συντάκτη
της εφημερίδας Πατρίς:
«[..] Τι υπέφερεν όμως ο ατυχής εκείνος άνθρωπος, όστις εχειρίζετο το μηχάνημα δεν περιγράφεται. Όσοι είχον αντιληφθή την παρουσίαν του, ανεβοκατέβαιναν την κλίμακα του Βουλευτηρίου διά να ποζάρουν διαρκώς. Εις μάλιστα το παραξήλωσε κυριολεκτικώς. Θα τον... ιδήτε άλλως τε εις την ταινίαν».
Παραγωγή του 1910 ήταν λογικά και μια ταινία της
σκανδιναβικής «Nordisk Films» μήκους 98 μ., που προβλήθηκε στη Γαλλία στις αρχές του
1911 υπό τον τίτλο «La Grèce, plein air». Στα τέλη της χρονιάς, η ταινία προβλήθηκε στις ΗΠΑ με
τον τίτλο «Greece». Από τον αμερικανικό τύπο μαθαίνουμε ότι ήταν μια έγχρωμη περιήγηση σε
διάφορα τοπία, όπως ο ισθμός της Κορίνθου, το λιμάνι της Κέρκυρας, η βίλα του
Γερμανού αυτοκράτορα στο νησί κλπ. Η κριτική επαίνεσε τις «ντελικάτες
χρωματικές αποχρώσεις αυτής της ημιτροπικής περιοχής» και τις «ενδιαφέρουσες»
εικόνες των ελληνικών τοπίων, όμως διατυπώθηκε ένσταση για την έλλειψη
επεξηγηματικών καρτελών, ώστε η ταινία «χρειαζόταν λέκτορα για να γίνει
κατανοητή».
Άγνωστης εταιρίας ήταν το «Ταξίδι στην Αθήνα με τους
ευζώνους των ανακτόρων, τον Παρθενώνα κλπ.», που προβλήθηκε στο «Πανελλήνιον»
από τις 18 Νοεμβρίου 1910.
«Les Evzones» [Οι Εύζωνες] ονομαζόταν μια
ταινία της γαλλικής Éclair το 1911, μήκους 122 μ., που περιείχε
στρατιωτικές και χορευτικές επιδείξεις του συγκεκριμένου σώματος του ελληνικού
στρατού. Παραδόξως, το γαλλικό περιοδικό Ciné-Journal την κατηγοριοποίησε ως...
«κωμική» και την περιέγραφε ως εξής:
«Μετά την παρέλαση, ο ελληνικός στρατός αναχωρεί για στρατιωτικά γυμνάσια… Διασκορπισμένο στην ύπαιθρο, το ιππικό εκτελεί θαύματα ευκινησίας. Ιδιαίτερα οι Εύζωνες, στρατιώτες του ελαφρού πεζικού, έχουν εκπληκτική αντοχή. Τίποτα δεν τους σταματά και είναι σαν ζωγραφιά να τους βλέπεις να σκαρφαλώνουν τα βουνά, να κατεβαίνουν τρέχοντας τις χαράδρες σ’ ένα αξιόλογο σύνολο. Όταν τελειώσουν τα γυμνάσια, αυτοί οι αήττητοι ορειβάτες χορεύουν ένα χαρακτηριστικό κυκλικό χορό, που γίνεται ακόμη πιο πρωτότυπος εξ αιτίας της περίεργης στολής τους»!
Η κήρυξη του πρώτου βαλκανικού πολέμου το φθινόπωρο του
1912 έφερε πολλούς ξένους οπερατέρ στην ευρύτερη περιοχή. Πέρα όμως από τις
πολεμικές ταινίες, τη διετία 1912-13 προβλήθηκαν και τρεις ταξιδιωτικές της
εταιρίας Éclair: «Athènes» μήκους 108 μ., «Une Excursion aux Météores» (Εκδρομή στα Μετέωρα) μήκους 126 μ. και «A travers la Grèce» (ή «Through Greece») της Éclair-Coloris μήκους 140 μ.
Άλλες κινηματογραφικές ταινίες ξένων οίκων με έντονο
άρωμα Ελλάδας, που προβλήθηκαν το 1913:
i) «Athens» [Αθήνα]. Ταινία 400 ποδών της ιταλικής S.A. Ambrosio με έδρα το Τορίνο, που προβλήθηκε κυριολεκτικά σ’ όλα τα μήκη και
πλάτη της Γης. Νεοζηλανδική εφημερίδα περιέγραψε ένα «θεαματικό» φιλμ με τοπία, όπου «όλα τα παλιά ερείπια και μνημεία
της αρχαίας πόλης φαίνονταν σε μεγαλοπρεπέστατα φωτογραφημένες σκηνές και από
σημεία επιλεγμένα, ώστε να δώσουν πλήρη αξία στα υπέροχα αξιοθέατα».
ii) «La perle de la Grèce, Athènes», μήκους
130 μέτρων, συνεργασία των εταιριών Πατέ και Milanese Film. Στην ελληνική πρωτεύουσα προβλήθηκε υπό τον τίτλο «Αθήναι, ο μαργαρίτης
της Ελλάδος» («Αττικόν-Πατέ» από 11.11.1913), ενώ διαφημίστηκε ως «μια
ωραιοτάτη αθηναϊκή ταινία, η οποία κάμνει τώρα τον γύρον όλου του κόσμου με
αθηναϊκά τοπεία, αθηναϊκά πρόσωπα και πράγματα, αθηναϊκούς τύπους, αθηναϊκό
περιβάλλον».
iii) «Une excursion dans la Grèce antique» [Μια εκδρομή στην αρχαία Ελλάδα], ακόμη μια συνεργασία των οίκων Πατέ
και Milanese Films. Η ταινία μήκους 165 μ. κατέγραφε τον Παρθενώνα, το Ερέχθειο, τα Προπύλαια
με τις Στήλες του Ολυμπίου Διός, την αψίδα του Αδριανού, το Φανάρι του
Δημοσθένη (μνημείο Λυσικράτη), το θέατρο Διονύσου, το Θησείο, το Ωδείο Ηρώδου
του Αττικού, τη φυλακή του Σωκράτη και μια βυζαντινή εκκλησία.
iv) «Corfu» [«Κέρκυρα»], μήκους 108 μέτρων από τη Milanese Films.
Εξάλλου, το Μάρτιο του 1913, διάφοροι ξένοι οίκοι –τουλάχιστον
οι Γκωμόν, Πατέ, Éclair και The Bioscope– κάλυψαν τη μεταφορά της σωρού του βασιλιά Γεωργίου από τη Θεσσαλονίκη,
όπου είχε δολοφονηθεί στις 5(/18) Μαρτίου, καθώς και την κηδεία του στην Αθήνα.
[Η ανάρτηση ενημερώθηκε σύμφωνα με την τρίτη έκδοση του βιβλίου «Οι πρώτες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου», που μπορείτε να διαβάσετε εδώ: protestainies.blogspot.com/p/2025.html]
Ζουρνάλ από τον ελληνισμό της Αιγύπτου και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (1907-1914)
Αλεξάνδρεια
Τυπικά αιγυπτιακές –όμως εξαιρετικά μεγάλου ελληνικού
ενδιαφέροντος– ήταν μια σειρά ταινιών, που γυρίστηκαν στην Αλεξάνδρεια και
κατέγραψαν τη ζωή της ελληνικής παροικίας ξεκινώντας από το 1907, όταν οι φωτογράφοι
Αζίζ και Ντορές κινηματογράφησαν την τελετή κατάθεσης του θεμελίου λίθου του
Μπενάκειου Ορφανοτροφείου. Η προβολή της ταινίας στην Ελληνική Λέσχη έγινε
δεκτή με χειροκροτήματα.
Το 1910 κινηματογραφήθηκαν οι Πανελλήνιοι και
Παναιγύπτιοι αγώνες (5-7 Μαρτίου), οι οποίοι είχαν διοργανωθεί από τον Όμιλο
Ελλήνων Φιλάθλων της Αλεξάνδρειας στη βάση μιας ιδέας του γυμναστή Αντώνη Κόκκινου.
Τα πλάνα έλαβαν και πάλι οι Αζίζ και Ντορές με χρηματοδότηση του Καζίνου της
πόλης, το οποίο «ούτε κόπων, ούτε δαπάνης εφείσθη», όπως σχολίαζε τοπική
εφημερίδα. Επί της οθόνης ξεδιπλώνονταν διάφορα στιγμιότυπα: από τη στέψη του
Αβέρωφ μέχρι την απονομή των βραβείων στους αθλητές. Εμφανίζονταν επίσης ο
πατριάρχης Αλεξανδρείας Φώτιος, ο κεδίβης και όλη η ζωή του σταδίου, ο Σπύρος
Λούης και άλλοι Έλληνες αθλητές. Η ταινία προβλήθηκε με μεγάλη επιτυχία στην
αίθουσα «Belle Vue» της Αλεξάνδρειας από τις 11 Μαρτίου. Στην Αθήνα η
ταινία προβλήθηκε στο «Πανελλήνιον» επί σειρά ημερών αρχής γενομένης από τις 2
Απριλίου.
Από τις 9/22 Απριλίου 1911 στο Καζίνο Μπελβύ ξεκίνησε να
προβάλλεται η ταινία του εορτασμού της εθνικής επετείου της 25ης Μαρτίου στην
Αλεξάνδρεια με τη συγκέντρωση στον Ευαγγελισμό, την παρέλαση των σωματείων και
της φιλαρμονικής στην οδό Σερίφ Πασά, τη συγκέντρωση στο ελληνικό προξενείο
και την εκφώνηση λόγου από τον πρόξενο.
Εξάλλου, στον υπαίθριο παραθαλάσσιο κινηματογράφο του
Μεγάλου Καφενείου Ζαράνη προβλήθηκε από τις 21 Μαΐου(/3 Ιουνίου) 1911 η ταινία
των σχολικών αγώνων Αλεξάνδρειας, που είχαν διοργανωθεί από τον Όμιλο Φιλάθλων.
Ελληνικού ενδιαφέροντος ήταν και δύο ταινίες από την
επίσκεψη της βασιλομήτορος Όλγας στην Αλεξάνδρεια, οι οποίες προβλήθηκαν στον
κινηματογράφο «Ίρις» της πόλης: «Η άφιξη της Όλγας στην Αλεξάνδρεια»
από τις 27.01/09.02 και «Επίσκεψη στο ελληνικό νοσοκομείο» από τις
08/21.02.1914.
Σμύρνη
Μια σημαντική
ταινία από την ζωή της ελληνικής κοινότητας της Σμύρνης ήταν η κινηματογράφηση
των εορτών του άγιου Πολύκαρπου, πολιούχου της πόλης των μικρασιατικών
παραλίων, στις 23 Φεβρουαρίου 1912 μετά από πρωτοβουλία του Φιλολογικού και
Καλλιτεχνικού Συλλόγου. Η λήψη έγινε από κινηματογραφική μηχανή της εταιρίας
«Κινηματοκολόρ», ενώ η επεξεργασία του φιλμ έγινε στο Παρίσι. Και από τις 30
Απριλίου της ίδιας χρονιάς, οι Έλληνες της Σμύρνης μπορούσαν να παρακολουθήσουν
επί της οθόνης του κινηματογράφου «Πάλλας» όλα όσα είχαν συμβεί τη μέρα εκείνη:
τον όμιλο της Μουσικής Σχολής, την εκφώνηση λόγου από το μητροπολίτη Σμύρνης
και τους κυρίους Ορφανίδη και Πιτακή, το διοικητικό συμβούλιο του Φιλολογικού
Συλλόγου κλπ.
Κωνσταντινούπολη
Ξένη παραγωγή μεγάλου ελληνικού ενδιαφέροντος ήταν επίσης
η κινηματογράφηση της κηδείας του Οικουμενικού Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄ (Ιωακείμ ο
Μεγαλοπρεπής). Στην Ελλάδα προβλήθηκε από τις 05.12.1912 (ιουλιανό ημερολόγιο)
στο «Αττικόν».
[Η ανάρτηση ενημερώθηκε σύμφωνα με την τρίτη έκδοση του βιβλίου «Οι πρώτες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου», που μπορείτε να διαβάσετε εδώ: protestainies.blogspot.com/p/2025.html]
Ο κινηματογράφος στην Ελλάδα στις αρχές του 20ου αιώνα
Η πρώτη επαφή των Αθηναίων με τον κινηματογράφο διήρκεσε
αρκετές εβδομάδες μετά την πρώτη εμφάνισή του στις 29 Νοεμβρίου 1896. Μάλιστα, μια διαφήμιση στην εφημερίδα Ακρόπολις στις
28.01.1897 ανήγγειλε την άφιξη «νέων
ωραιοτάτων εικόνων» στον Κινηματοφωτογράφο Έδισσων και καλούσε τους
κατοίκους της πρωτεύουσας να σπεύσουν «να
ίδωσι την ωραιοτάτην ταύτην εφεύρεσιν, καθ’ όσον επί ένα μόνον μήνα θα
λειτουργήση ακόμη εις Αθήνας».
Tο 1899 οι βολιώτες
αδερφοί Ψυχούλη εγκατέστησαν μηχανή
προβολής ταινιών στο χειμερινό θέατρο «Βαριετέ» (αργότερα «Κυβέλης») και ο
κινηματογράφος έγινε σταδιακά αγαπημένη συνήθεια των Αθηναίων. Οι προβολές
ξεκίνησαν τουλάχιστον από το Σάββατο 6 Μαρτίου, όταν άρχισαν και οι παραστάσεις
των «νευροσπάστων» (κοινώς μαριονέτες, δηλαδή κουκλοθέατρο για μικρούς και
μεγάλους), που αποτελούσαν δημοφιλές δημόσιο θέαμα της εποχής. Όσον αφορά το
θέαμα το επιδεικνυόμενο επί της μεγάλης οθόνης, οι θεατές μπορούσαν να
παρακολουθήσουν: την παρέλαση ενός συντάγματος, τον πειρασμό του αγίου
Αντωνίου, μια ποικιλόχρωμη μπαλαρίνα, ένα μάγο, μια οδό του Παρισιού, θαλάσσια
λουτρά, μια σκηνή με τίτλο «το φίλημα», ενώ ιδιαίτερα εντυπωσιακή ήταν η επί
μισή ώρα παράσταση του καταρράκτη του Νιαγάρα.
Άλλες σκηνές, που
περιλαμβάνονταν εξ αρχής στο πρόγραμμα ή προστέθηκαν στην πορεία, ήταν η
επίδειξη ισπανικών ταυρομαχιών, μια ναυμαχία από τον ισπανοαμερικανικό πόλεμο,
λεμβοδρομίες, παγοδρομίες, η κηδεία του Ουίλιαμ Γλάδστων κλπ., το δε φθινόπωρο
του 1899 τις εντυπώσεις έκλεψε η ναυμαχία του Σαντιάγο.
Στις 27 Απριλίου
1900 ξεκίνησε στο θέατρο «Τσόχα» η προβολή κινηματογραφικών σκηνών, αρχικά με
εικόνες από τη δίκη του Ντρέιφους, από τον ισπανοαμερικανικό πόλεμο, από τον
Τράνσαβααλ, από τη Σαχάρα κλπ. Η επιτυχία του ήταν τόσο μεγάλη, ώστε το
φθινόπωρο του 1900 οι εφημερίδες έγραφαν για πρωτοφανή αριθμό εκατοντάδων
–μέχρι και άνω των 400!– τζαμπατζήδων, που έμπαιναν αθόρυβα στην αίθουσα μόλις
έσβηναν τα φώτα!
Το καλοκαίρι του
1905, η παράλληλη λειτουργία δύο κινηματογράφων στην πλατεία Συντάγματος, όπως
και σε άλλα σημεία της πρωτεύουσας, οδήγησε το χρονογράφο του Σκριπ στη
διαπίστωση ότι «Ο κινηματογράφος ενεγράφη
δημότης Αθηναίος». Και εξηγούσε πού ο ίδιος απέδιδε την επιτυχία του:
«Είναι
κάτι τι η εκλαΐκευσις ενός τέτοιου θεάματος, είνε κοινωνική δωρεά. Ο
φουστανελλάς και ο Αθηναίος ημπορούν να σταθούν εξίσου χαζοί, εξίσου έκθαμβοι,
ενώπιον αυτού του μακαρίου δώρου, το οποίον μας έδωσε το ανθρώπινον πνεύμα. Ένα
θέαμα, το οποίον έχει την τελειότητα μέσα του υπέρ όλα τα άλλα –την ζωήν, την
κίνησιν, την φύσιν, άρα την τέχνην, άρα το παν– ένα θέαμα που σε κάμνει να
βλέπης τον άνθρωπον, τον εαυτόν σου, ο μέγας αυτός κατοπτρισμός κοινωνιών,
πόλεων, εθνών, είνε δώρον εις κάθε κοινωνίαν. Παρατηρήσατε το κοινόν του
κινηματογράφου εις ποίας στιγμάς συγκινείται. Δεν το συγκινούν τα σύνολα, δεν
το φαιδρύνουν τα μεγάλα θεάματα τα προβαλλόμενα εις το φωτισμένον πανί, όσον το
συγκινούν κάτι μικραί λεπτομέρειαι, εις τας οποίας βλέπει τον αιώνιον άνθρωπον
ζώντα [...]».
Ένα εξαιρετικό
χρονογράφημα για την ανθρωπογεωγραφία και τις αντιδράσεις των θεατών του
κινηματογράφου, δημοσίευσε η εφημερίδα Νέον Άστυ στις 29.06.1907 με την
υπογραφή του Γρηγορίου Ξενόπουλου:
«Κάθε
βράδυ, ένας καλός κινηματογράφος, -ημπορούσε να ήτο και κακός,- συναθροίζει
κόσμον και κοσμάκην εις το Ζάππειον.
Ο κόσμος γεμίζει τα καθίσματα του καφενείου, τ’ απλωμένα παντού, και από
το ένα μέρος και από το άλλο, διότι ο κινηματογράφος, ως ο παλαιός Ιανός, έχει
την ιδιότητα να είνε διπρόσωπος. Ο κοσμάκης πάλιν καταλαμβάνει ό,τι κάθισμα
εύρη αδέσποτον και ασύδοτον, ύψωμα γης, δένδρον, πάγκον, σκαλί, πάντοτε εντός
της ακτίνος των θαυμασίων. Κ’ επειδή τα προνομιούχα αυτά καθίσματα είνε ολίγα,
οι περισσότεροι στέκονται όρθιοι και αποτελούν ένα τείχος, εις πολλά μέρη
αδιαπέραστον, τριγύρω εις τους καθημένους.
Και είνε οι θεαταί αυτοί, οι πολυπληθέστεροι από όλων μαζή των υπαιθρίων
θεάτρων τ’ ακροατήρια και ικανοί ναποτελέσουν διαδήλωσιν, διά την οποίαν θα ήτο
ευτυχής οιοσδήποτε υποψήφιος, -άνθρωποι πάσης ηλικίας και τάξεως και συνοικίας.
Δίπλα εις ένα μικρόν μαθητήν της Νεαπόλεως, στέκεται ένας παππάς από του Ψυρρή·
και μία παραμάννα με το βρέφος της, από το Κολωνάκι, κάθηται κοντά εις ένα
γηραιόν νοικοκύρην από τα Παντρεμμενάδικα. Όλη η Αθήνα ευρίσκεται εκεί επί ποδός,
ή επί καρέκλας, τριγύρω εις το λευκόν σεντόνι, το οποίον υψούται τεντωμένον,
προκλητικόν και μυστηριώδες.
Έξαφνα τα ηλεκτρικά σβύνουν. Ααααα!.. Μέσα εις το σκοτάδι που απλώνεται,
λάμπουν τα ερυθροπυρωμένα κάρβουνα των λαμπτήρων. Το πλήθος μαυρολογά, τρέχει,
πλησιάζει, συνωστίζεται, συμπυκνούται με κραυγάς εκπλήξεως, χαράς, προσδοκίας.
Εις το λευκόν σεντόνι, σχηματίζεται ο φωτεινός κύκλος, ο υποσχόμενος την
μεγάλην απόλαυσιν. Έπειτα μία στιγμιαία επιγραφή με κόκκινα γράμματα, που ο
κοσμάκης δεν ειξεύρει να διαβάση.. Και το θέαμα αρχίζει.
Το όρθιον πλήθος ανοίγει μάτι και στόματα εις έκστασιν. Τι είνε αυτό που
βλέπω; Αλλά μεταξύ των θεατών υπάρχουν συχνότατοι οι τακτικοί θαμώνες, εκείνοι
που ξεύρουν τας παραστάσεις του κινηματογράφου απέξω. Και γίνονται προθύμως οι
ερμηνευταί, οι εξηγηταί. Με το ένστικον του ανθρώπου, ο οποίος θέλει να κάμη
και τους άλλους να ιδούν το καλόν που είδε, -ένα ένστικτον το οποίον είνε και η
πρώτη αρχή της... Κριτικής!- οι εξηγηταί αυτοί προλέγουν και υπόσχονται:
- Α! αυτό είνε ωραίο!... Τώρα θα ιδής… Θα γελάσης πολύ.
Και πάλιν, διά τον ίδιον λόγον, -διότι όπως αγαπά κανείς εξ ενστίκτου να
διαδίδη το καλόν, ούτω θέλει πάντοτε και να πολεμή το κακόν, εξ ου αι δύο όψεις
της... Κριτικής,- ο εξηγητής συνοφρυούται όπως ο κ. Άγγελος Βλάχος:
- Ουφ! αυτό είνε σαχλό!... Καλλίτερα να μην το ιδής.
Αλλ’ εις τας ωραιοτέρας ταινίας αι εξηγήσεις δίδονται αλλεπάλληλοι, με
ηδονήν και μ’ ενθουσιασμόν:
- Να, να θα την σκοτώση... Είδες;... Αυτός που μπήκε τώρα είνε ο
αγαπητικός της... Θα πηδήση από το παράθυρο... Τον κυνηγούνε... Θα τον
φθάσουν... Να!... αχ!
Το αχ αυτό, εις κάθε κρίσιμον στιγμήν, αναδίδεται από χίλια αγωνιώδη στήθη
συγχρόνως. Και αντηχεί ως στεναγμός ενός Τέρατος. Και πάλιν, όταν η σκηνή είνε
κωμική, εις το κρίσιμον σημείον, ένας γέλως βροντώδης αναδίδεται από όλον το
πλήθος. Η ηδονική προσοχή είνε ζωγραφισμένη εις όλα τα πρόσωπα και τα
προσωπάκια. Και τα σχόλια, από τ’ αφελή και απρόοπτα των μικρών, έως τα σαχλά
και κάποτε έξυπνα των μεγάλων, μαρτυρούν το ζωηρότερον ενδιαφέρον. Πουθενά ο
λαός, στοχάζομαι, δεν απολαμβάνει περισσότερον παρά ενώπιον ενός καλού
Κινηματογράφου, ο οποίος ημπορούσε επίσης να ήτο και κακός. Και το θέαμα αυτό,
ολόγυρα, είνε πολύ πλέον ενδιαφέρον και διασκεδαστικόν, από τας ωραιοτέρας
κινουμένας εικόνας που προβάλλονται εις το λευκόν σεντόνι.
Αλλά πρέπει κανείς να παρατηρή και τους ορθίους, όχι τους καθημένους εις
το καφενείον. Αυτοί ως επί το πλείστον είνε αδιάφοροι. Ήλθον διά να ιδούν,
ανέτως και αξιοπρεπώς, ένα θέαμα, το οποίον δεν τους κάμνει βέβαια και τόσην
εντύπωσιν. Και θα επροτιμούσαν κάθε άλλο. Οι όρθιοι όμως είνε τόσον ευτυχείς,
τόσον μακάριοι, ώστε συλλογίζεται κανείς ότι οι καθήμενοι εις το καφενείον και
πληρώνοντες ποτά υπερτιμημένα, διά να βγαίνουν τα έξοδα του κινηματογράφου και
ο φόρος του κ. Κωστοπούλου, είνε αληθινοί ευεργέται του πτωχού αυτού λαού, που
κάθε βράδυ απολαμβάνει χάρισμα ένα θέαμα, το οποίον, χωρίς εκείνους, θα ήτο
αδύνατον».
Το 1907, πρόχειροι
κινηματογράφοι υπήρχαν σε διάφορες γωνιές της πρωτεύουσας, ενώ εξαιρετικά
δημοφιλής ήταν ένας παρακείμενος του κτιρίου της Βουλής, τον οποίο φαίνεται ότι
τιμούσαν συχνά οι «πατέρες του έθνους» δίνοντας στις εφημερίδες αφορμή για καυστικά
σχόλια.
Την ίδια χρονιά, οι
ηθοποιοί απείλησαν να κατεβούν σε τριήμερη απεργία, ενώ διοργάνωσαν συλλαλητήριο
διαμαρτυρίας, θορυβημένοι από την αραίωση του κοινού στις θεατρικές πλατείες.
Στις 16 Μαΐου 1907, μια πολυπληθής ομάδα ηθοποιών με επικεφαλής το θεατρικό
συγγραφέα Ν. Λάσκαρη, που κατά σύμπτωση επτά χρόνια αργότερα θα γινόταν ο
πρώτος πρωταγωνιστής ελληνικής ταινίας μυθοπλασίας, επισκέφθηκαν τον πρόεδρο
της Βουλής και του κατέθεσαν υπόμνημα ζητώντας ακόμη και την απαγόρευση
λειτουργίας των κινηματογράφων!
Το 1907
σημειώθηκαν και τα πρώτα κινηματογραφικά μαξιλαρώματα, ενδεικτικά της έντονης σχέσης
που είχε αναπτυχθεί μεταξύ του κοινού και του σινεμά. Την εποχή εκείνη, όταν οι
θεατές μιας θεατρικής παράστασης δεν έμεναν ικανοποιημένοι από τα κείμενα ή τις
ερμηνείες των ηθοποιών, πετούσαν στο σανίδι τα μαξιλάρια των καθισμάτων τους. Κάτι
αντίστοιχο συνέβη στο «Βαριετέ» το Μάιο του 1907, όταν αναγγέλθηκαν κινηματογραφικές
προβολές «απαγορευμένης της εισόδου εις τας δεσποινίδας και τα παιδία»
στη 1 τα ξημερώματα. Ο νους των περισσοτέρων πήγε σε κάποιο απαγορευμένο θέαμα,
όμως οι ταινίες δεν είχαν κάτι το ιδιαίτερο. Ήταν ακριβώς οι ίδιες της
απογευματινής προβολής και πολλοί θεατές εκτόνωσαν την οργή τους πετώντας μαξιλάρια!
Το Νοέμβριο του
1911, στην Αθήνα λειτουργούσαν εφτά κινηματογράφοι: «Βασιλικόν», «Δημοτικόν»,
«Αττικόν», πρώην «Γκαιτέ», «Πολυθέαμα», «Πανελλήνιον», «Κυβέλης». Ο μεγάλος ανταγωνισμός
οδήγησε και σε διαφημιστικές υπερβολές. Έτσι, στις αρχές της ίδιας χρονιάς το
«Πανελλήνιον» διαφήμιζε «ομιλούντα» κινηματογράφο, υπονοώντας ταινίες με
εικόνες «τόσω καθαραί, ώστε... μιλούν»! Ωστόσο ελάχιστες αίθουσες πληρούσαν
τις στοιχειώδεις, πλην όμως απαραίτητες υγειονομικές προδιαγραφές.
Το ενδιαφέρον των
θεατών δεν μειωνόταν ούτε από την έλλειψη ελληνικών υποτίτλων, αν και η λύση βρέθηκε
με μετάφραση των ξένων κειμένων από τα παρασκήνια. Εισηγητής αυτής της
πρακτικής – άγνωστο πότε – ήταν ο ταχυδακτυλουργός Καρύδης, ο οποίος εμπλούτιζε
τις παραστάσεις του με κινηματογραφικές προβολές εξηγώντας κάθε τόσο στο κοινό
σε... άπταιστη καθαρεύουσα: «Παιδίον παίζον εις την ακρογιαλέαν με τον
πατήρ του», «Άγγλος ευπατρίδης απολέσας την σύζυξ κατά το ταξείδιον»,
«Ωραία θυγάτηρ κατοπτριζομένη εις τον αιγιαλόν» κλπ!
Υπήρχε όμως
εγχώρια κινηματογραφική παραγωγή; Μέχρι το 1906, φαίνεται ότι αυτή περιοριζόταν
σε «φωτεινές προβολές εικόνων» επί της οθόνης με προτζέκτορες. Ενδεικτικά μια
τέτοια προβολή πραγματοποιήθηκε στις 25 Απριλίου 1904 σε εσπερίδα του
Συνδέσμου Συντακτών Τύπου στην αίθουσα του Παρνασσού. Ειδικότερα, στο δεύτερο
μέρος της εκδήλωσης προβλήθηκαν εικόνες που παρίσταναν την εξέλιξη του Τύπου
από το Γουτεμβέργιο και τα πρώτα πιεστήρια μέχρι τα πλέον σύγχρονα μηχανήματα
(της εποχής) μαζί με εικόνες των αποθανόντων πρώτων Ελλήνων δημοσιογράφων (Φιλήμονας,
Λεβίδης, Βρατσάνος, Κορομηλάς, Καμπούρογλου, Τριανταφυλλίδης και Ρούκης), καθώς
επίσης πρωτότυπες γελοιογραφίες εν ενεργεία δημοσιογράφων, των διευθυντών τους
και ορισμένων συντακτών και καλλιτεχνών, σχεδιασμένες από τους Θέμο Άννινο, Γ.
Ροϊλό και Φρίξο Αριστέα.
Η επεξεργασία των
κινηματογραφικών πλακών, που επέτρεψε την προβολή των εικόνων, είχε γίνει από
το χημικό φωτογράφο Σπ. Κοκόλη. Χάρη σ’ αυτόν, εξάλλου, θα προβάλλονταν και οι
πρώτες «διά κινηματογράφου ρεκλάμες» κατά το ίδιο σύστημα της εναλλαγής
στατικών εικόνων, όταν τον Ιούνιο του 1904 κάποιος επιχειρηματίας εγκατέστησε
κινηματογράφο στην ταράτσα σπιτιού επί της πλατείας Συντάγματος, παραπλεύρως
του ξενοδοχείου «Μεγάλη Βρετανία». Προβάλλονταν ξένα ζουρνάλ (π.χ. εικόνες του
ρωσοϊαπωνικού πολέμου, η ναυμαχία του Πορτ-Άρθουρ κλπ.), ενώ ενδιάμεσα
παρεμβάλλονταν διαφημίσεις καταστημάτων της πρωτεύουσας.
Οι αντιδράσεις των
θεατών στις κινηματογραφικές διαφημίσεις αποτυπώθηκαν με απολαυστικό τρόπο σ’
ένα χρονογράφημα του Μπάμπη Άνινου (με το ψευδώνυμο «Ηρώδης ο Αττικός») σε μια
ελληνική εφημερίδα της Κωνσταντινούπολης, τον Ταχυδρόμο, τον Ιούλιο του 1905:
«[...]
Μεταξύ των διαφόρων προβολών παρεμβάλλεται μακρά σειρά αγγελιών και διαφημίσεων αρωμάτων, υποδημάτων, επίπλων,
δελταρίων, κεντημάτων και –ω Θεέ μου!– κοιλεπιδέσμων! Οι μικροί μόρτηδες
συλλαβίζουν μεγαλοφώνως τα φωτεινά παχαία γράμματα εκάστης αγγελίας, ήτις
χρησιμεύει τοιουτοτρόπως και ως εσπερινόν μάθημα αναγνώσεως. Ιδίως όμως εις το
θορυβώδες ακροατήριον προξενεί εντύπωσιν μία διαφήμισις καπνοπωλείου,
συντεταγμένη κατά το εν χρήσει σύστημα των διακεκομμένων διαλογικών φράσεων,
αίτινες χαράσσονται διαδοχικώς επί της οθόνης. Και ο κινηματογράφος ως να ήτο η
μέθοδος του Ολλενδόρφου, ερωτά: Σας πονεί ο λαιμός; - Έχετε βήχα; - Θέλετε να
θεραπευθήτε; - Και μετά τούτο εις την οθόνην διαγράφεται εν Ε πελώριον με εν
γιγάντιον ερωτηματικόν Ε; Τότε δε πάσα η αναμένουσα ακριβώς αυτό το ερώτημα
ομήγυρις απαντά εις αυτό με εν ουρανόμηκες ε ε ε ε, το οποίον επί τινα
δευτερόλεπτα δεσπόζει όλων των λοιπών ήχων της πλατείας και μετ’ αυτήν την
εσχάτην απόλαυσιν άρχεται η διάλυσις. Ούτω διασκεδάζουν οι ευδαίμονες Αθηναίοι»