Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα zournal. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα zournal. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ζουρνάλ από τον ελληνισμό της Αιγύπτου και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (1907-1914)

Αλεξάνδρεια

Τυπικά αιγυπτιακές –όμως εξαιρετικά μεγάλου ελληνικού ενδιαφέροντος– ήταν μια σειρά ταινιών, που γυρίστηκαν στην Αλεξάνδρεια και κατέγραψαν τη ζωή της ελληνικής παροικίας ξεκινώντας από το 1907, όταν οι φωτογράφοι Αζίζ και Ντορές κινηματογράφησαν την τελετή κατάθεσης του θεμελίου λίθου του Μπενάκειου Ορφανοτροφείου. Η προβολή της ταινίας στην Ελληνική Λέσχη έγινε δεκτή με χειροκροτήματα.

Το 1910 κινηματογραφήθηκαν οι Πανελλήνιοι και Παναιγύπτιοι αγώνες (5-7 Μαρτίου), οι οποίοι είχαν διοργανωθεί από τον Όμιλο Ελλήνων Φιλάθλων της Αλεξάνδρειας στη βάση μιας ιδέας του γυμναστή Αντώνη Κόκκινου. Τα πλάνα έλαβαν και πάλι οι Αζίζ και Ντορές με χρηματοδότηση του Καζίνου της πόλης, το οποίο «ούτε κόπων, ούτε δαπάνης εφείσθη», όπως σχολίαζε τοπική εφημερίδα. Επί της οθόνης ξεδιπλώνονταν διάφορα στιγμιότυπα: από τη στέψη του Αβέρωφ μέχρι την απονομή των βραβείων στους αθλητές. Εμφανίζονταν επίσης ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Φώτιος, ο κεδίβης και όλη η ζωή του σταδίου, ο Σπύρος Λούης και άλλοι Έλληνες αθλητές. Η ταινία προβλή­θηκε με μεγάλη επιτυχία στην αίθουσα «Belle Vue» της Αλεξάνδρειας από τις 11 Μαρτίου. Στην Αθήνα η ταινία προβλήθηκε στο «Πανελλήνιον» επί σειρά ημερών αρχής γενομένης από τις 2 Απριλίου.

Από τις 9/22 Απριλίου 1911 στο Καζίνο Μπελβύ ξεκίνησε να προβάλλεται η ταινία του εορτασμού της εθνικής επετείου της 25ης Μαρτίου στην Αλεξάνδρεια με τη συγκέντρωση στον Ευαγγελισμό, την παρέλαση των σωματείων και της φιλαρμονικής στην οδό Σερίφ Πασά, τη συ­γκέντρωση στο ελληνικό προξενείο και την εκφώνηση λόγου από τον πρόξενο.

Εξάλλου, στον υπαίθριο πα­ραθαλάσσιο κινηματογράφο του Μεγάλου Καφενείου Ζαράνη προβλήθηκε από τις 21 Μαΐου(/3 Ιουνί­ου) 1911 η ταινία των σχολικών αγώνων Αλεξάνδρειας, που είχαν διοργανωθεί από τον Όμιλο Φιλάθλων.

Ελληνικού ενδιαφέροντος ήταν και δύο ταινίες από την επίσκεψη της βασιλομήτορος Όλγας στην Αλε­ξάνδρεια, οι οποίες προβλήθηκαν στον κινηματογράφο «Ίρις» της πόλης: «Η άφιξη της Όλγας στην Αλε­ξάνδρεια» από τις 27.01/09.02 και «Επίσκεψη στο ελληνικό νοσοκομείο» από τις 08/21.02.1914.

Σμύρνη

Μια σημαντική ταινία από την ζωή της ελληνικής κοινότητας της Σμύρνης ήταν η κινηματογράφηση των εορτών του άγιου Πολύκαρπου, πολιούχου της πόλης των μικρασιατικών παραλίων, στις 23 Φεβρουαρίου 1912 μετά από πρωτοβουλία του Φιλολογικού και Καλλιτεχνικού Συλλόγου. Η λήψη έγινε από κινηματογραφική μηχανή της εταιρίας «Κινηματοκολόρ», ενώ η επεξεργασία του φιλμ έγινε στο Παρίσι. Και από τις 30 Απριλίου της ίδιας χρονιάς, οι Έλληνες της Σμύρνης μπορούσαν να παρακολουθήσουν επί της οθόνης του κινηματογράφου «Πάλλας» όλα όσα είχαν συμβεί τη μέρα εκείνη: τον όμιλο της Μουσικής Σχολής, την εκφώνηση λόγου από το μητροπολίτη Σμύρνης και τους κυρίους Ορφανίδη και Πιτακή, το διοικητικό συμβούλιο του Φιλολογικού Συλλόγου κλπ.

Κωνσταντινούπολη

Ξένη παραγωγή μεγάλου ελληνικού ενδιαφέροντος ήταν επίσης η κινηματογράφηση της κηδείας του Οικουμενικού Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄ (Ιωακείμ ο Μεγαλοπρεπής). Στην Ελλάδα προβλήθηκε από τις 05.12.1912 (ιουλιανό ημερολόγιο) στο «Αττικόν».

[Η ανάρτηση ενημερώθηκε σύμφωνα με την τρίτη έκδοση του βιβλίου «Οι πρώτες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου», που μπορείτε να διαβάσετε εδώ: protestainies.blogspot.com/p/2025.html]


 

 

Ο κινηματογράφος στην Ελλάδα στις αρχές του 20ου αιώνα

Η πρώτη επαφή των Αθηναίων με τον κινηματογράφο διήρκεσε αρκετές εβδομάδες μετά την πρώτη εμφάνισή του στις 29 Νοεμβρίου 1896. Μάλιστα, μια διαφήμιση στην εφημερίδα Ακρόπολις στις 28.01.1897 ανήγγειλε την άφιξη «νέων ωραιοτάτων εικόνων» στον Κινηματοφωτογράφο Έδισσων και καλούσε τους κατοίκους της πρωτεύουσας να σπεύσουν «να ίδωσι την ωραιοτάτην ταύτην εφεύρεσιν, καθ’ όσον επί ένα μόνον μήνα θα λειτουργήση ακόμη εις Αθήνας».

Tο 1899 οι βολιώτες αδερφοί Ψυχούλη εγκατέστησαν μηχανή προβολής ταινιών στο χειμερι­νό θέατρο «Βαριετέ» (αργότερα «Κυβέλης») και ο κινηματογράφος έγινε σταδιακά αγαπημένη συνή­θεια των Αθηναίων. Οι προβολές ξεκίνησαν τουλάχιστον από το Σάββατο 6 Μαρτίου, όταν άρχισαν και οι παραστάσεις των «νευροσπάστων» (κοινώς μαριονέτες, δηλαδή κουκλοθέατρο για μικρούς και μεγάλους), που αποτελούσαν δημοφιλές δημόσιο θέαμα της εποχής. Όσον αφορά το θέαμα το επιδεικνυόμενο επί της μεγάλης οθόνης, οι θεατές μπορούσαν να παρακολουθήσουν: την παρέλαση ενός συντάγματος, τον πειρασμό του αγίου Αντωνίου, μια ποικιλόχρωμη μπαλαρίνα, ένα μάγο, μια οδό του Παρισιού, θαλάσσια λουτρά, μια σκηνή με τίτλο «το φίλημα», ενώ ιδιαίτερα εντυπωσιακή ήταν η επί μισή ώρα παράσταση του καταρράκτη του Νιαγάρα.

Άλλες σκηνές, που περιλαμβάνονταν εξ αρχής στο πρόγραμμα ή προστέθηκαν στην πορεία, ήταν η επίδειξη ισπανικών ταυρομαχιών, μια ναυμαχία από τον ισπανοαμερικανικό πόλεμο, λεμβοδρομίες, παγοδρομίες, η κηδεία του Ουίλιαμ Γλάδστων κλπ., το δε φθινόπωρο του 1899 τις εντυπώσεις έκλεψε η ναυμαχία του Σαντιάγο.

Στις 27 Απριλίου 1900 ξεκίνησε στο θέατρο «Τσόχα» η προβολή κινηματογραφικών σκηνών, αρχικά με εικόνες από τη δίκη του Ντρέιφους, από τον ισπανοαμερικανικό πόλεμο, από τον Τράνσαβααλ, από τη Σαχάρα κλπ. Η επιτυχία του ήταν τόσο μεγάλη, ώστε το φθινόπωρο του 1900 οι εφημερίδες έγραφαν για πρωτοφανή αριθμό εκατοντάδων –μέχρι και άνω των 400!– τζαμπατζήδων, που έμπαιναν αθόρυβα στην αίθουσα μόλις έσβηναν  τα φώτα!

Το καλοκαίρι του 1905, η παράλληλη λειτουργία δύο κινηματογράφων στην πλατεία Συντάγματος, όπως και σε άλλα σημεία της πρωτεύουσας, οδήγησε το χρονογράφο του Σκριπ στη διαπίστωση ότι «Ο κινηματογράφος ενεγράφη δημότης Αθηναίος». Και εξηγούσε πού ο ίδιος απέδιδε την επιτυχία του:

«Είναι κάτι τι η εκλαΐκευσις ενός τέτοιου θεάματος, είνε κοινωνική δωρεά. Ο φουστανελλάς και ο Αθηναίος ημπορούν να σταθούν εξίσου χαζοί, εξίσου έκθαμβοι, ενώπιον αυτού του μακαρίου δώρου, το οποίον μας έδωσε το ανθρώπινον πνεύμα. Ένα θέαμα, το οποίον έχει την τελειότητα μέσα του υπέρ όλα τα άλλα –την ζωήν, την κίνησιν, την φύσιν, άρα την τέχνην, άρα το παν– ένα θέαμα που σε κάμνει να βλέπης τον άνθρωπον, τον εαυτόν σου, ο μέγας αυτός κατοπτρισμός κοινωνιών, πόλεων, εθνών, είνε δώρον εις κάθε κοινωνίαν. Παρατηρήσατε το κοινόν του κινηματογράφου εις ποίας στιγμάς συγκινείται. Δεν το συγκινούν τα σύνολα, δεν το φαιδρύνουν τα μεγάλα θεάματα τα προβαλλόμενα εις το φωτισμένον πανί, όσον το συγκινούν κάτι μικραί λεπτομέρειαι, εις τας οποίας βλέπει τον αιώνιον άνθρωπον ζώντα [...]».

Ένα εξαιρετικό χρονογράφημα για την ανθρωπογεωγραφία και τις αντιδράσεις των θεατών του κινηματογράφου, δημοσίευσε η εφημερίδα Νέον Άστυ στις 29.06.1907 με την υπογραφή του Γρηγορίου Ξενόπουλου:

«Κάθε βράδυ, ένας καλός κινηματογράφος, -ημπορούσε να ήτο και κακός,- συναθροίζει κόσμον και κοσμάκην εις το Ζάππειον.

Ο κόσμος γεμίζει τα καθίσματα του καφενείου, τ’ απλωμένα παντού, και από το ένα μέρος και από το άλλο, διότι ο κινηματογράφος, ως ο παλαιός Ιανός, έχει την ιδιότητα να είνε διπρόσωπος. Ο κοσμάκης πάλιν καταλαμβάνει ό,τι κάθισμα εύρη αδέσποτον και ασύδοτον, ύψωμα γης, δένδρον, πάγκον, σκαλί, πάντοτε εντός της ακτίνος των θαυμασίων. Κ’ επειδή τα προνομιούχα αυτά καθίσματα είνε ολίγα, οι περισσότεροι στέκονται όρθιοι και αποτελούν ένα τείχος, εις πολλά μέρη αδιαπέραστον, τριγύρω εις τους καθημένους.

Και είνε οι θεαταί αυτοί, οι πολυπληθέστεροι από όλων μαζή των υπαιθρίων θεάτρων τ’ ακροατήρια και ικανοί ναποτελέσουν διαδήλωσιν, διά την οποίαν θα ήτο ευτυχής οιοσδήποτε υποψήφιος, -άνθρωποι πάσης ηλικίας και τάξεως και συνοικίας. Δίπλα εις ένα μικρόν μαθητήν της Νεαπόλεως, στέκεται ένας παππάς από του Ψυρρή· και μία παραμάννα με το βρέφος της, από το Κολωνάκι, κάθηται κοντά εις ένα γηραιόν νοικοκύρην από τα Παντρεμμενάδικα. Όλη η Αθήνα ευρίσκεται εκεί επί ποδός, ή επί καρέκλας, τριγύρω εις το λευκόν σεντόνι, το οποίον υψούται τεντωμένον, προκλητικόν και μυστηριώδες.

Έξαφνα τα ηλεκτρικά σβύνουν. Ααααα!.. Μέσα εις το σκοτάδι που απλώνεται, λάμπουν τα ερυθροπυρωμένα κάρβουνα των λαμπτήρων. Το πλήθος μαυρολογά, τρέχει, πλησιάζει, συνωστίζεται, συμπυκνούται με κραυγάς εκπλήξεως, χαράς, προσδοκίας. Εις το λευκόν σεντόνι, σχηματίζεται ο φωτεινός κύκλος, ο υποσχόμενος την μεγάλην απόλαυσιν. Έπειτα μία στιγμιαία επιγραφή με κόκκινα γράμματα, που ο κοσμάκης δεν ειξεύρει να διαβάση.. Και το θέαμα αρχίζει.

Το όρθιον πλήθος ανοίγει μάτι και στόματα εις έκστασιν. Τι είνε αυτό που βλέπω; Αλλά μεταξύ των θεατών υπάρχουν συχνότατοι οι τακτικοί θαμώνες, εκείνοι που ξεύρουν τας παραστάσεις του κινηματογράφου απέξω. Και γίνονται προθύμως οι ερμηνευταί, οι εξηγηταί. Με το ένστικον του ανθρώπου, ο οποίος θέλει να κάμη και τους άλλους να ιδούν το καλόν που είδε, -ένα ένστικτον το οποίον είνε και η πρώτη αρχή της... Κριτικής!- οι εξηγηταί αυτοί προλέγουν και υπόσχονται:

- Α! αυτό είνε ωραίο!... Τώρα θα ιδής… Θα γελάσης πολύ.

Και πάλιν, διά τον ίδιον λόγον, -διότι όπως αγαπά κανείς εξ ενστίκτου να διαδίδη το καλόν, ούτω θέλει πάντοτε και να πολεμή το κακόν, εξ ου αι δύο όψεις της... Κριτικής,- ο εξηγητής συνοφρυούται όπως ο κ. Άγγελος Βλάχος:

- Ουφ! αυτό είνε σαχλό!... Καλλίτερα να μην το ιδής.

Αλλ’ εις τας ωραιοτέρας ταινίας αι εξηγήσεις δίδονται αλλεπάλληλοι, με ηδονήν και μ’ ενθουσιασμόν:

- Να, να θα την σκοτώση... Είδες;... Αυτός που μπήκε τώρα είνε ο αγαπητικός της... Θα πηδήση από το παράθυρο... Τον κυνηγούνε... Θα τον φθάσουν... Να!... αχ!

Το αχ αυτό, εις κάθε κρίσιμον στιγμήν, αναδίδεται από χίλια αγωνιώδη στήθη συγχρόνως. Και αντηχεί ως στεναγμός ενός Τέρατος. Και πάλιν, όταν η σκηνή είνε κωμική, εις το κρίσιμον σημείον, ένας γέλως βροντώδης αναδίδεται από όλον το πλήθος. Η ηδονική προσοχή είνε ζωγραφισμένη εις όλα τα πρόσωπα και τα προσωπάκια. Και τα σχόλια, από τ’ αφελή και απρόοπτα των μικρών, έως τα σαχλά και κάποτε έξυπνα των μεγάλων, μαρτυρούν το ζωηρότερον ενδιαφέρον. Πουθενά ο λαός, στοχάζομαι, δεν απολαμβάνει περισσότερον παρά ενώπιον ενός καλού Κινηματογράφου, ο οποίος ημπορούσε επίσης να ήτο και κακός. Και το θέαμα αυτό, ολόγυρα, είνε πολύ πλέον ενδιαφέρον και διασκεδαστικόν, από τας ωραιοτέρας κινουμένας εικόνας που προβάλλονται εις το λευκόν σεντόνι.

Αλλά πρέπει κανείς να παρατηρή και τους ορθίους, όχι τους καθημένους εις το καφενείον. Αυτοί ως επί το πλείστον είνε αδιάφοροι. Ήλθον διά να ιδούν, ανέτως και αξιοπρεπώς, ένα θέαμα, το οποίον δεν τους κάμνει βέβαια και τόσην εντύπωσιν. Και θα επροτιμούσαν κάθε άλλο. Οι όρθιοι όμως είνε τόσον ευτυχείς, τόσον μακάριοι, ώστε συλλογίζεται κανείς ότι οι καθήμενοι εις το καφενείον και πληρώνοντες ποτά υπερτιμημένα, διά να βγαίνουν τα έξοδα του κινηματογράφου και ο φόρος του κ. Κωστοπούλου, είνε αληθινοί ευεργέται του πτωχού αυτού λαού, που κάθε βράδυ απολαμβάνει χάρισμα ένα θέαμα, το οποίον, χωρίς εκείνους, θα ήτο αδύνατον».

Το 1907, πρόχειροι κινηματογράφοι υπήρχαν σε διάφορες γωνιές της πρωτεύου­σας, ενώ εξαιρετικά δημοφιλής ήταν ένας παρακείμενος του κτιρίου της Βουλής, τον οποίο φαίνεται ότι τι­μούσαν συχνά οι «πατέρες του έθνους» δίνοντας στις εφημερίδες αφορμή για καυστικά σχόλια.

Την ίδια χρονιά, οι ηθοποιοί απείλησαν να κατεβούν σε τριήμερη απεργία, ενώ διοργάνωσαν συλλαλη­τήριο διαμαρτυρίας, θορυβημένοι από την αραίωση του κοινού στις θεατρικές πλατείες. Στις 16 Μαΐου 1907, μια πολυπληθής ομάδα ηθοποιών με επικεφαλής το θεατρικό συγγραφέα Ν. Λάσκαρη, που κατά σύμ­πτωση επτά χρόνια αργότερα θα γινόταν ο πρώτος πρωταγωνιστής ελληνικής ταινίας μυθοπλασίας, επι­σκέφθηκαν τον πρόεδρο της Βουλής και του κατέθεσαν υπόμνημα ζητώντας ακόμη και την απαγόρευση λειτουργίας των κινηματογράφων!

Το 1907 σημειώθηκαν και τα πρώτα κινηματογραφικά μαξιλαρώματα, ενδεικτικά της έντονης σχέσης που είχε αναπτυχθεί μεταξύ του κοινού και του σινεμά. Την εποχή εκείνη, όταν οι θεατές μιας θεατρικής παράστασης δεν έμεναν ικανοποιημένοι από τα κείμενα ή τις ερμηνείες των ηθοποιών, πετούσαν στο σανίδι τα μαξιλάρια των καθισμάτων τους. Κάτι αντίστοιχο συνέβη στο «Βαριετέ» το Μάιο του 1907, όταν αναγγέλθηκαν κινηματογραφικές προβολές «απαγορευμένης της εισόδου εις τας δεσποινίδας και τα παιδία» στη 1 τα ξημερώματα. Ο νους των περισσοτέρων πήγε σε κάποιο απαγορευμένο θέαμα, όμως οι ταινίες δεν είχαν κάτι το ιδιαίτερο. Ήταν ακριβώς οι ίδιες της απογευματινής προβολής και πολλοί θεατές εκτόνωσαν την οργή τους πετώντας μαξιλάρια!

Το Νοέμβριο του 1911, στην Αθήνα λειτουργούσαν εφτά κινηματογράφοι: «Βασιλικόν», «Δημοτικόν», «Αττικόν», πρώην «Γκαιτέ», «Πολυθέαμα», «Πανελλήνιον», «Κυβέλης». Ο μεγάλος ανταγωνισμός οδήγησε και σε διαφημιστικές υπερβολές. Έτσι, στις αρχές της ίδιας χρονιάς το «Πανελλήνιον» διαφήμιζε «ομιλούντα» κινηματογράφο, υπονοώντας ταινίες με εικόνες «τόσω καθαραί, ώστε... μιλούν»! Ωστόσο ελάχιστες αίθουσες πληρούσαν τις στοιχειώδεις, πλην όμως απαραίτητες υγειονομικές προδιαγραφές.

Το ενδιαφέρον των θεατών δεν μειωνόταν ούτε από την έλλειψη ελληνικών υποτίτλων, αν και η λύση βρέθηκε με μετάφραση των ξένων κειμένων από τα παρασκήνια. Εισηγη­τής αυτής της πρακτικής – άγνωστο πότε – ήταν ο ταχυδακτυλουργός Καρύδης, ο οποίος εμπλούτιζε τις παραστάσεις του με κινηματογραφικές προβολές εξηγώντας κάθε τόσο στο κοινό σε... άπταιστη καθαρεύουσα: «Παιδίον παί­ζον εις την ακρογιαλέαν με τον πατήρ του», «Άγγλος ευπατρίδης απολέσας την σύζυξ κατά το ταξείδιον», «Ωραία θυγάτηρ κατοπτριζομένη εις τον αιγιαλόν» κλπ!

Υπήρχε όμως εγχώρια κινηματογραφική παραγωγή; Μέχρι το 1906, φαίνεται ότι αυτή περιοριζόταν σε «φωτεινές προβολές εικόνων» επί της οθόνης με προτζέκτορες. Ενδεικτικά μια τέτοια προβολή πραγμα­τοποιήθηκε στις 25 Απριλίου 1904 σε εσπερίδα του Συνδέσμου Συντακτών Τύπου στην αίθουσα του Παρ­νασσού. Ειδικότερα, στο δεύτερο μέρος της εκδήλωσης προβλήθηκαν εικόνες που παρίσταναν την εξέλιξη του Τύπου από το Γουτεμβέργιο και τα πρώτα πιεστήρια μέχρι τα πλέον σύγχρονα μηχανήματα (της επο­χής) μαζί με εικόνες των αποθανόντων πρώτων Ελλήνων δημοσιογράφων (Φιλήμονας, Λεβίδης, Βρατσάνος, Κορομηλάς, Καμπούρογλου, Τριανταφυλλίδης και Ρούκης), καθώς επίσης πρωτότυπες γελοιογραφίες εν ενερ­γεία δημοσιογράφων, των διευθυντών τους και ορισμένων συντακτών και καλλιτεχνών, σχεδιασμένες από τους Θέμο Άννινο, Γ. Ροϊλό και Φρίξο Αριστέα.

Η επεξεργασία των κινηματογραφικών πλακών, που επέτρεψε την προβολή των εικόνων, είχε γίνει από το χημικό φωτογράφο Σπ. Κοκόλη. Χάρη σ’ αυτόν, εξάλλου, θα προβάλλονταν και οι πρώτες «διά κινηματογράφου ρεκλάμες» κατά το ίδιο σύστημα της εναλλαγής στατικών εικόνων, όταν τον Ιούνιο του 1904 κάποιος επιχειρηματίας εγκατέστησε κινηματογράφο στην ταράτσα σπι­τιού επί της πλατείας Συντάγματος, παραπλεύρως του ξενοδοχείου «Μεγάλη Βρετανία». Προβάλλονταν ξένα ζουρνάλ (π.χ. εικόνες του ρωσοϊαπωνικού πολέμου, η ναυμαχία του Πορτ-Άρθουρ κλπ.), ενώ ενδιάμεσα παρεμβάλλονταν διαφημίσεις καταστημάτων της πρωτεύουσας.

Οι αντιδράσεις των θεατών στις κινηματογραφικές διαφημίσεις αποτυπώθηκαν με απολαυστικό τρόπο σ’ ένα χρονογράφημα του Μπάμπη Άνινου (με το ψευδώνυμο «Ηρώδης ο Αττικός») σε μια ελληνική εφημερίδα της Κωνσταντινούπολης, τον Ταχυδρόμο, τον Ιούλιο του 1905:

«[...] Μεταξύ των διαφόρων προβολών παρεμβάλλεται μακρά σειρά αγγελιών και  διαφημίσεων αρωμάτων, υποδημάτων, επίπλων, δελταρίων, κεντημάτων και –ω Θεέ μου!– κοιλεπιδέσμων! Οι μικροί μόρτηδες συλλαβίζουν μεγαλοφώνως τα φωτεινά παχαία γράμματα εκάστης αγγελίας, ήτις χρησιμεύει τοιουτοτρόπως και ως εσπερινόν μάθημα αναγνώσεως. Ιδίως όμως εις το θορυβώδες ακροατήριον προξενεί εντύπωσιν μία διαφήμισις καπνοπωλείου, συντεταγμένη κατά το εν χρήσει σύστημα των διακεκομμένων διαλογικών φράσεων, αίτινες χαράσσονται διαδοχικώς επί της οθόνης. Και ο κινηματογράφος ως να ήτο η μέθοδος του Ολλενδόρφου, ερωτά: Σας πονεί ο λαιμός; - Έχετε βήχα; - Θέλετε να θεραπευθήτε; - Και μετά τούτο εις την οθόνην διαγράφεται εν Ε πελώριον με εν γιγάντιον ερωτηματικόν Ε; Τότε δε πάσα η αναμένουσα ακριβώς αυτό το ερώτημα ομήγυρις απαντά εις αυτό με εν ουρανόμηκες ε ε ε ε, το οποίον επί τινα δευτερόλεπτα δεσπόζει όλων των λοιπών ήχων της πλατείας και μετ’ αυτήν την εσχάτην απόλαυσιν άρχεται η διάλυσις. Ούτω διασκεδάζουν οι ευδαίμονες Αθηναίοι»   


[Η ανάρτηση ενημερώθηκε σύμφωνα με την τρίτη έκδοση του βιβλίου «Οι πρώτες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου», που μπορείτε να διαβάσετε εδώ: 
https://protestainies.blogspot.com/p/2025.html]

Η ταινία της Μεσολυμπιάδας του 1906

Σεπτέμβριος 1905. Στη δεύτερη κιόλας συνεδρίασή της εν όψει της Μεσολυμπιάδας του 1906 (9-19 Απριλίου κατά το παλιό ημερολόγιο), η Επιτροπή των Ολυμπιακών Αγώνων αποφάσισε ν' αναγράψει στον προϋπολογισμό της ικανό ποσό για απόκτηση φωτογραφικής μηχανής στιγμιαίων εικόνων με σκοπό την παρασκευή κινηματογραφικών ται­νιών για την καταγραφή των αγωνισμάτων της διοργάνωσης, όπως επίσης σκηνών και απόψεων του Σταδί­ου. Σκοπός ήταν η διαφήμιση των αγώνων και η αποκόμιση οικονομικών εσόδων από τις προβολές των ται­νιών στο εξωτερικό. Όλα δείχνουν ότι αυτή ήταν η πρώτη επίσημη ελληνική κινηματογραφική παραγωγή.

Οι ταινίες του Καρόλου Μπέριγκερ

Αν θεωρήσουμε ότι η ταινία της Μεσολυμπιάδας του 1906 ήταν η πρώτη ελληνική, δεύτερη ήταν πιθα­νότατα αυτή που κατέγραφε την επίσκεψη του βασιλιά της Ιταλίας, Βίκτορα Εμμανουήλ, στην Αθήνα στα τέλη Μαρτίου 1907 ύστερα από πρωτοβουλία –και πάλι– της ελληνικής Επιτροπής Ολυμπιακών Αγώνων, όταν ο φωτογράφος Κάρολος Μπέριγκερ «παρά την αθλιότητα του καιρού κατώρθωσε διά της απαραμίλλου μηχανής του να πάρη ολόκλη­ρον σχεδόν την υποδοχήν του Βασιλέως κινηματογραφικώς», όπως σημείωσε χαρακτηριστικά το Σκριπ. Πέραν της υποδοχής του Ιταλού βασιλιά, ο Μπέριγκερ κατέγραψε και άλλες εκδηλώσεις, όπως αθλητικές επιδείξεις των φοιτητών του Ακαδη­μαϊκού Γυμναστηρίου, την επίσκεψη στην Ακρόπολη, την εκδρομή στο Τατόι κλπ.

Οι ταινίες ξεκίνησαν να προβάλλονται στο «Πανόραμα» από τις 11 Απριλίου, αφού είχε προηγηθεί η ιδιωτική προβολή τους στην οικία Νεγρεπόντη. Δυο μέρες μετά, η εφημερίδα Χρόνος σχολίαζε με ενθουσιασμό:

«[...] Όποιος δεν είδε τας ταινίας αυτάς χάνει πολύ. Ωρισμένως εις τας Αθήνας ο κινηματο­γράφος δεν επρόβαλε ποτέ καθαρωτέρας εικόνας. Νομίζει κανείς, ότι επάνω εις το λευκόν παρα­πέτασμα ζωντανεύουν αληθινά τα κομμάτια που έχει πάρει ο φακός του κινηματογράφου.

Τόση είνε η καθαρότης και η ακρίβεια των προβολών, ώστε χωρίς κόπον μπορείτε να διακρίνετε πληθώραν γνωστών φυσιογνωμιών, αι οποίαι είχον την καλήν τύχην να τρυπώσουν εκεί στον συνω­στισμόν, γύρω των Βασιλέων, και να ποζάρουν τώρα. Η επίδειξις επίσης των φοιτητών του Ακαδη­μαϊκού Γυμναστηρίου περνά διά μέσου προβολών ζωηροτάτη και ολοζώντανη.

Ευχάριστον διά τον τόπον είνε το γεγονός, ότι αι ταινίαι αυταί ανήκουν εις την εγχώριον τέχνην, οφειλόμεναι εις τον καλλιτέχνην φωτογράφον της πόλεώς μας κ. Μπέριγκερ».

Ακολούθησε επαναπροβολή τους στο Ζάππειο στις 6 Μαΐου (στο πλαίσιο γιορτής του Ηπειρωτικού Συλ­λόγου Κυριών υπέρ των νηπιαγωγείων Ηπείρου και της διάδοσης της ελληνικής γλώσσας στην περιοχή) μαζί με την ταινία των πανελλήνιων αθλητικών αγώνων (25-29 Απριλίου 1907). Είναι πολύ πιθανό ότι ο Μπέριγκερ υπήρξε ο οπερατέρ και της νέας αυτής ταινίας, όπως και της ταινίας με την τελετή προς τιμήν του αγίου Γεωργίου, που λήφθηκε το βράδυ της 23ης Απριλίου 1907 και προβλήθηκε στο «Πανόραμα» την επομένη. Άλλωστε, το Δεκέμβριο του 1907 το περιοδικό Η Φύσις σημείωνε ότι «όλα τα επίσημα γεγονότα, υποδοχαί, αγώνες και εορταί δεν εν­νοούνται άνευ του διασήμου πλέον Μπέριγκερ, όστις έχων υπό μάλης τον κινηματογράφον του και την μηχα­νήν του είνε παρών πανταχού».

Πανύ­ψηλος, με ισραηλιτική γενειάδα και μάλλον ατημέλητη εμφάνιση, ο Κάρολος Μπέριγκερ είχε κερδίσει το γενικό σεβασμό. Περιγραφόταν ως ένας «βαθύς της τέχνης μύστης και πλήρης ζή­λου διά την εργασίαν», ο οποίος ήρθε στην Ελλάδα χωρίς δικά του κεφάλαια, αλλά κα­τέληξε να διευθύνει «το πρώτον της Ελλάδος φωτογραφείον».

Ύστερα από πενταετή συνεργασία με το φωτογραφείο του Μέρλιν, του οποίου υπήρξε και διευθυντής, το Μάιο του 1896 ο Κάρολος Μπέριγκερ αγόρασε τις μηχανές του πρώην συνεργάτη του μετατρέποντας το φωτογραφείο Μέρλιν σε φωτογραφείο Μπέριγκερ στη γωνία των οδών Ερμού και Νίκης.

Το 1900 ήταν ένας εκ των μόλις τριών φωτογράφων, που διαφήμιζαν τη δουλειά τους στο ελληνικό περίπτερο της Διεθνούς Έκθεσης Παρισιού, όταν στην Αθήνα λειτουργούσαν περίπου 50 φωτογραφικά καταστήματα.

Αργότερα εκλέχτηκε στο δ. σ. του Συνδέσμου των εν Ελλάδι φωτογράφων, ενώ το 1906 του παραχωρήθηκε από την Εθνική Ολυμπιακή Επιτροπή το «δικαίωμα της λήψεως φωτογραφιών» και της «εις τους διαδρόμους κυκλοφορίας μετά των μηχανημάτων [του]» στο Παναθηναϊκό στάδιο κατά τη διάρκεια της Μεσολυμπιάδας.

Το πάθος του Κ. Μπέριγκερ για τη δουλειά του, αποτύπωσε άρθρο της εφημερίδας Αλήθεια με αφορμή την επίσκεψη του Ιταλού βασι­λιά: «Έτρεχεν, ήσθμαινεν, ίδρωνε φορτωμένος τας μηχανάς του ίνα προλάβη πάσαν σκηνήν, πάσαν κίνησιν της μοναδικής εορτής. Και το κατώρθωνε».

Ήταν παρών σ’ όλες τις εκδηλώσεις, ώστε «δεν ημπορούν να εννοηθούν Αγώνες, Τελεταί, Υποδοχαί, Κηδείαι επισήμων, χωρίς Μπέριγκερ», όπως σχολίαζε χρονογράφος του Σκριπ, που με μια δόση υπερβολής σημείωνε: «Ο Βασιλεύς, ο Διάδοχος, ο Πρίγκηψ ημπορεί να λείψουν αλλ’ όχι και η φωτογραφική του Υψηλότης. Ο Τόφαλος, ο Γεωργαντάς, ο Σέρινταν, ακόμη και ο Λάμπρος, ημπορούν να μην προσέλθουν εις το Στάδιον, η ζημία δεν θα είνε τόσον μεγάλη όσον εάν δεν προσέλθη ο Μπέριγκερ». Μάλιστα, πρότεινε να στηνόταν και ανδριάντας προς τιμήν του, «εάν ο πρύτανης των φωτογράφων μας δεν ήτο συγχρόνως και ο πρύτανις των υψηλών μας, αν ήτον, ο ευλογημένος, δύο-τρία μέτρα τουλάχιστον κοντότερος», ενώ σε άλλο σημείο παρατηρούσε: «Δεν εγ­γυώμαι αν θα είχαμε ημείς οι Έλληνες τόσον θαυμασμόν προς το Γερμανικόν μεγαλείον και τόσην υπόληψιν εις τας Γερμανικάς προόδους αν δεν υπήρχεν ο Μπέριγκερ και το ανάστημά του διά να μας την επιβάλλη με την φωτογραφικήν του τελειότητα»!

Πέθανε ξαφνικά στις 2 Απριλίου 1909 στην Κηφισιά. Η εφημερίδα Εστία τον αποχαιρέτησε ως εξής:

«Εχάθη μία ακόμη Αθηναϊκή φυσιογνωμία, καλλιτεχνικωτάτη δε, από τους θαυμασιωτέρους τύ­πους της Μοντμάρτης, μολονότι Γερμανός, από τους τελειοτέρους τύπους, τους οποίους ωνειρεύθη ο Πουτσίνι διά την “Μποέμ” του. Απέθανε χθες ο πασίγνωστος καλλιτέχνης φωτογράφος Κάρολος Μπέριγκερ.

Ότι η φωτογραφία η Αθηναϊκή του οφείλει πολλά, πάρα πολλά, δεν υπάρχει αμφιβολία. Το ανο­μολογούν πρώτοι οι συνάδελφοί του. Δεν ήτο δε μόνον φωτογράφος, ήτο και ζωγράφος, ήτο καλλι­τέχνης. Και δι’ αυτό ακριβώς έδιδεν εις τους φωτογραφουμένους εύμορφες στάσεις.

Είνε αναντιρρήτως ειλικρινής η λύπη όσων εγνώρισαν τον τόσω συμπαθή καλλιτέχνην διά τον θάνατόν του, και μετριάζεται μόνον εκ της σκέψεως ότι το καλλιτεχνικόν του γούστο δεν το επήρε μαζή του. Μπέριγκερ κατέστη πλέον το φωτογραφείον Μπέριγκερ, το οποίον μένει εις την θέσιν και την περιωπήν του».

 [Η ανάρτηση ενημερώθηκε σύμφωνα με την τρίτη έκδοση του βιβλίου «Οι πρώτες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου», που μπορείτε να διαβάσετε εδώ: protestainies.blogspot.com/p/2025.html]

«Η απόπειρα πτήσεως του Αρνιώτη εις Τατόιον» και ο οπερατέρ Λέστερ

Και μετά τον Μπέριγκερ, τι; Την επόμενη τριετία στον αθηναϊκό τύπο δεν υπήρχαν αναφορές για άλλες ελληνικές ταινίες, μέχρι που τον Οκτώβριο του 1910 με διάθεση ανακούφισης η εφημερίδα Πατρίς ανήγγειλε στους αναγνώστες της το «ευχάριστο» γεγονός ότι σε μία από τις τρεις κινηματογραφικές αίθουσες της οδού Σταδίου θα προβάλ­λονταν ταινίες «παρμέναι εις τας Αθήνας». Πράγματι, στις 17 Οκτωβρίου ανακοινωνόταν ότι: «Αύριο Δευ­τέραν, ο κινηματογράφος “Ελλάς” έναντι Βουλής θα παρουσιάση την πρώτην Ελληνικήν ταινίαν, κατασκευα­σθείσαν εν τω φωτογραφείω του κ. Λέστερ και παριστώσαν την απόπειραν πτήσεως του κ. Αρνιώτη».

Ο Λεωνίδας Αρνιώτης ήταν ένα πολύ γνωστό, όσο και ιδιόρρυθμο πρόσωπο της εποχής, που στις αρχές του 20ου αιώνα ίδρυσε το πρώτο σύγχρονο, θερινό θέατρο στην Αθήνα. Ωστόσο, η όποια εγχώρια όσο και διεθνής φήμη του οφειλόταν στα πρωτότυπα θεάματα που παρουσίαζε. Για παράδειγμα, το 1893 έκανε επιδείξεις με άλογα στο Παρίσι, ενώ μεταξύ 1897 και 1899 περιόδευε σε διάφορες πολιτείες των ΗΠΑ παρουσιάζοντας ένα περίεργο σόου με γάτες και σκύλους, το οποίο αργότερα θα έφερνε και στην Ελλάδα, ο περίφημος «θίασος των τετραπόδων» του: μια γάτα στηριζόταν με τα πόδια της σε δύο καρέκλες σχηματίζοντας αψίδα και πάνω της πηδούσαν κάθε είδους μικρόσωμα και μεγαλόσωμα σκυλιά. Ήταν ένα σόου που αναστάτωνε τους φιλόζωους και μάλιστα στη Βρετανία ο Αρνιώτης είχε μπλεξίματα με το νόμο, κατηγορούμενος για κακοποίηση των ζώων.

Η πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση πραγματοποιήθηκε το 1899, όταν η «American Mutoscope and Biograph» κινηματογράφησε μια επίδειξη του σόου των τετραπόδων του σ’ ένα φιλμ διάρκειας περίπου 70 δευτερολέπτων, το οποίο διασώζεται στη συλλογή του ολλανδικού κινηματογραφικού μουσείου EYE.

 Το 1910 –και ενώ στο μεταξύ τα τετράποδα είχαν άδοξο τέλος σε κάποιο από τα ταξίδια του– ο Αρνιώτης τό βαλε σκοπό να γίνει ο πρώτος Έλληνας αεροπόρος. Η πρώτη από μια σειρά αποτυχημένων προσπαθειών πραγ­ματοποιήθηκε στο Τατόι στις 26 Σεπτεμβρίου 1910 και καταγράφηκε από την κάμερα του Αιμίλιου Λέστερ.

  Καθώς η ταινία δε διασώζεται, χάρη στην απολαυστική περιγραφή της εφημερίδας Πατρίς έχουμε μια εικόνα για τα όσα τραγελαφικά συνέβησαν και κινηματογραφήθηκαν στο Τατόι τη μέρα εκείνη:

«[..] Ο Αρνιώτης έκαμε την τελευταίαν επιθεώρησιν της μηχανής του. Ήτο προφανώς συγκεκινημένος και έτρεμε μήπως ο λεπτότατος μηχανισμός του αεροπλάνου του πάθη τίποτε και δεν πετάξη. Ο Βασιλεύς, οι πρί­γκηπες και μέρος των θεατών, οι οποίοι είχον ακολουθήσει το αεροπλάνον, ίσταντο ολίγον παρέκει.

Η μεγάλη στιγμή έφθασεν! Ο Αρνιώτης εκάθησεν εις την θέσιν του και έθεσεν εις κίνησιν την μηχανήν. Τρομε­ρός θόρυβος επηκολούθησεν, όταν η τεραστία έλιξ του αεροπλάνου ήρχισε στρεφομένη. Το αεροπλάνον εσεί­σθη ολόκληρον, εταλαντεύθη και ήρχισε να προχωρή επί του εδάφους. Ο Αρνιώτης έκαμε τότε στροφή, προς τα δεξιά, προς το μέρος δηλαδή, ένθα ευρίσκετο η Β. Οικογένεια και ο άλλος κόσμος.

Τι επηκολούθησε, δεν περιγράφεται. Ο Βασιλεύς, οι πρίγκηπες και το πλήθος κατελήφθησαν υπό πανικού, τρέχοντες και καταδιωκόμενοι υπό του αεροπλάνου.

Ο Αρνιώτης εσταμάτησε την μηχανήν και το αεροπλάνον εστάθη.

- Δεν το ήξερα ότι είσαι... αντιδυναστικός! λέγει ο Βασιλεύς γελών προς τον Αρνιώτην.

Η πρώτη απόπειρα ανυψώσεως είχεν αποτύχει. Επηκολούθησε δευτέρα, τρίτη και το αεροπλάνον δεν εννοού­σε να μεταφέρη τον Αρνιώτην εις τους αιθέρας.

Κάποια βλάβη σοβαρά είχε συμβή. Μία βίδα, καθώς είπεν ο Λεωνίδας, είχε φύγει από την θέσιν της και ήτο αδύνατον την ώραν εκείνην να τοποθετηθή προχείρως.

Πάσα ελπίς ότι θα πετάξη ο Λεωνίδας είχε χαθή. Εν τω μεταξύ ο ήλιος είχε δύσει και ο κόσμος ήρχισεν απο­χωρών απογοητευμένος, ενώ μία παρέα έψαλλε Συ που.. δεν πέταξες στα ύψη/ Ω ψυχή κλπ.”»

Η ταινία διαφημίστηκε πανηγυρικά. Στην πρόσοψη του κινηματογράφου «Ελλάς» αναγραφόταν με μεγάλα γράμματα ο τίτλος: «Η ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΠΤΗΣΕΩΣ ΤΟΥ Κ. ΑΡΝΙΩΤΗ ΕΙΣ ΤΑΤΟΪΟΝ». Δίπλα υπήρχε σε υπερφυσικό μέγεθος η ζωγραφιά του φιλόδοξου αεροπόρου, ενώ επιχειρούσε να πετάξει με το αεροπλάνο.

Φήμες ήθελαν τον Αρνιώτη να εμποδίζει την προβολή της «απαισίας» ταινίας, επειδή του υπενθύμιζε την «αποφράδα δι’ αυτόν εκείνην ημέραν». Τελικά, αυτή όχι απλά προβλήθηκε, αλλά πιθανόν προστέθη­καν σκηνές από μία ακόμη αποτυχημένη απόπειρα πτήσης του, η οποία πραγματοποιήθηκε δύο μέρες πριν την πρεμιέρα και επίσης κινηματογραφήθηκε. Μεγάλη φαίνεται ότι υπήρξε η ανταπόκριση του κόσμου, καθώς οι προβολές διήρκεσαν μέχρι τις 26 Οκτωβρίου, ενώ καυστικά υπήρξαν τα λίγα σχόλια των εφημερίδων. Το Νέον Άστυ κάγχαζε:

«Αφού οι Αθηναίοι, οι εις Τατόιον εκδραμόντες, δεν ηυτύχησαν να ιδούν να πετά το αεροπλάνον του κ. Αρνιώτη, θα το ιδούν εις την ταινίαν του κινηματογράφου. Θα το ιδούν δε ακινδύνως αφού θα τρέχη έως της ταινίας, διότι εν τη πραγματικότητι είχε τας διαθέσεις κάρου από ρυτήρος τρέχοντος».

Γύρω στα 1912 με 1913 ο Αρνιώτης άφησε μόνιμα την Ελλάδα. Στο εξωτερικό ασχολήθηκε με διάφορα θεάματα, ενώ κάποια στιγμή ενδιαφέρθηκε να ιδρύσει κινηματογραφική εταιρία στο Λονδίνο για το γύρισμα ταινιών με θέματα από την ελληνική μυθολογία, όμως δεν συγκέντρωσε επαρκή κεφάλαια. Οι παλιότεροι θα τον ξαναθυμόντουσαν μετά το θάνατό του, το Νοέμβριο του 1939, που έτυχε εκτενούς δημοσιότητας.

Ποιος όμως ήταν ο Αιμίλιος (Εμίλ) Λέστερ, ο οπερατέρ της πρωτότυπης αυτής ταινίας του 1910, αλλά και «γνωστός ήδη διά τας κινηματογραφικάς ταινίας τας οποίας έλαβεν εκ της ελληνικής ζωής»;

Μια αγγελία στην εφημερίδα Ακρόπολις στις 30 Οκτωβρίου 1901 γνωστοποιούσε ότι «Ο κ. Αιμίλιος Λέστερ ίδρυσε κατάστημα μεγεθύνσεως εικόνων» με τιμές «λίαν συγκαταβατικάς».

Ως «γνωστός φωτογράφος» περιγραφόταν ήδη από το 1907 σε δημοσίευμα της εφημερίδας Χρόνος, που ανήγγειλε ότι ο Λέστερ θα φωτογράφιζε «διά μαγνησίου» τις επιτυχέστερες μεταμφιέσεις στην αποκριάτικη χοροεσπερίδα του Συνδέσμου Συντακτών Ελληνικών Εφημερίδων. Το 1916 έγινε ειδική μνεία στο κατόρθωμά του να κατασκευάσει φωτογραφικές πλάκες και ειδικό φωτογραφικό χαρτί.

Σημαντική στιγμή της καριέρας του ήταν οι πενήντα έγχρωμες φωτογραφίες Ελληνίδων από διάφορη μέρη της Παλαιάς και Νέας Ελλάδας, ενδεδυμένων με παραδοσιακές φορεσιές, οι οποίες λήφθηκαν μετά από σχετική εντολής της αρμόδιας υπηρεσίας του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας για να παρουσιαστούν στην έκθεση του Σαν Φρανσίσκο το 1915.

Το 1913 συνέπραξε με τον επιχειρηματία Κ. Θεοδωρίδη ιδρύοντας την κινηματογραφική εταιρία «Ελλάς» με μεγαλόπνοα σχέδια για το γύρισμα ταινιών μυθοπλασίας, που δεν υλοποιήθηκαν, αλλά και με τη λήψη ζουρνάλ όπως η υποδοχή του διαδόχου του θρόνου και η βασιλική δεξίωση στα ανάκτορα στις 5 Αυγούστου 1913.

Άθλο αποτέλεσε η κινηματογράφηση από το Λέστερ της πυρκαγιάς, που είχε ξεσπάσει στα γραφεία της εφημερίδας Εσπερινή το πρωί της 20ης Φεβρουαρίου 1914. Η ται­νία ετοιμάστηκε μέσα σε λίγες ώρες και προβλήθηκε το ίδιο κιόλας απόγευμα στην οθόνη του κινηματο­γράφου «Παλλάς», κάτι πρωτοφανές για την Ελλάδα. Θα έσπαγε ο ίδιος το ρεκόρ αυτό στις 25 Μαρτίου 1917, όταν κινηματογράφησε τις εκδηλώσεις για την εθνική εορτή στις 11 το πρωί και η ταινία προβλήθηκε το ίδιο απόγευμα στις 5.

Τον Απρίλιο του 1914 γύρισε την πρώτη ελληνική ταινία με υπόθεση, «Η Μύτη της Αθηνάς». Με αυτήν την αφορμή, η εφημερίδα Πατρίς  υπογράμμισε ότι ο Λέστερ ήταν «ο πρώτος κινηματογραφικώς ασχοληθείς εις Ελληνικά πράγματα, έχει δε αποστείλει μέχρι τούδε εις την Ευρώπην πληθύν Ελληνικών ταινιών».

Το Δεκέμβριο του 1914 παρουσίασε στα ανάκτορα ταινία με πολεμικές εικόνες, που είχαν κινηματογρα­φηθεί εκ του φυσικού, όπως και σκηνές που είχε λάβει ο ίδιος με την κάμερά του από τις γιορτές του στρατού κατά την επέτειο της νίκης του Κιλκίς, πλάνα από διάφορα γρα­φικά τοπία κλπ. Ακολούθησαν κι άλλες ταινίες, ενώ το 1921 βρέθηκε στη Μικρά Ασία ως οπερατέρ. Το 1929 και το 1930 τον ξανασυναντάμε ως φωτογράφο –το 1930 και οπερατέρ ταινίας– των ελ­ληνικών καλλιστείων, το δε κατάστημά του βρισκόταν επί της οδού Πανεπιστημίου 49.

Ήταν ο οπερατέρ των ρεκόρ, όμως ο Λέστερ δεν έχει την ίδια αναγνώριση με άλλους συγχρόνους του, όπως ο Ζόζεφ Χεπ, καθώς εργαζόταν αθόρυβα. Σε δια­φημιστική καταχώρηση του κινηματογράφου «Αττικόν» στις αθηναϊκές εφημερίδες το 1917 περιγρα­φόταν ως άνθρωπος «ερωτευμένος με την τέχνη του», που ζούσε «δι’ αυτής και χάριν αυτής», ο οποίος «μολονότι δεν έχει μέγαρα επί της οδού Σταδίου, εργάζεται αφιλοκερδώς και μολονότι φιλοδοξεί να φθάση την Ελληνικήν κινηματογραφίαν εις την περιωπήν της Ευρωπαϊκής δεν είνε φιλόδοξος δι’ εαυτόν».

ΕΛΑΧΙΣΤΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΑΙΝΙΩΝ

ΜΕ ΟΠΕΡΑΤΕΡ ΤΟΝ ΛΕΣΤΕΡ

1910:  Η απόπειρα του Αρνιώτη να πετάξει με το αεροπλάνο του στο Τατόι

1912: Το συνέδριο των Ανατολιστών στην Αθήνα και άλλες εκδηλώσεις εκείνες τις μέρες

1913: Η βασιλική δεξίωση στις 5 Αυγούστου 1913 (η κίνηση της εξέδρας και πλάνα της Αθήνας)· Περιοδεία του διαδόχου στη Νέα Ελλάδα· Η ανύψωση της ελληνικής σημαίας στο φρούριο Φιρκά

1914: Η πυρκαγιά στα γραφεία της Εσπερινής· «Η μύτη της Αθηνάς» (Όνειρον αρχαιολόγου)· Οι γιορτές της πεντηκονταετηρίδας της ένωσης των Επτανήσων με την Ελλάδα· Οι εκδηλώσεις για την επέτειο από τη μάχη του Κιλκίς· Το ταξίδι του διαδόχου στην Ήπειρο

1915:  Κάποιο (ή κάποια) από τα ζουρνάλ που συνόδευαν την προβολή της «Γκόλφως»· Η βάφτιση της Σοφίας Δεϊμέζη

1916: Η γιορτή των Ανθεστηρίων, που διοργανώθηκε από τον Πειραϊκό Σύνδεσμο στον Τινάνειο  Κήπο· Τα εγκαίνια του Ενωτικού σιδηροδρόμου (η τελετή του αγιασμού, η ένωση της γραμμής που για πρώτη φορά συνέδεσε σιδηροδρομικά την Παλαιά με τη Νέα Ελλάδα, η διέλευση αμαξοστοιχίας, κινηματογράφηση των τοπίων, το γεύμα που ακολούθησε)

1917:  Η γιορτή για την επέτειο άλωσης του Μπιζανίου· Η τελετή της εθνικής γιορτής της 25ης Μαρτίου· Πώς λειτουργούν τα συσσίτιά μας· Οι καταστροφές στην οικία του Βενιζέλου μετά τα Νοεμβριανά

1920: Η άφιξη του Κωνσταντίνου στη Βενετία και η υποδοχή του από τις ιταλικές αρχές (πιθανότερα ως κομμάτι μεγαλύτερης ταινίας από την επιστροφή του Κωνσταντίνου στην Ελλάδα)

1921: Ταινίες από τη μικρασιατική εκστρατεία (η μάχη του Εσκή Σεχήρ)

1930: Οι υποψήφιες για τον τίτλο της Μις Ελλάς

[Η ανάρτηση ενημερώθηκε σύμφωνα με την τρίτη έκδοση του βιβλίου «Οι πρώτες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου», που μπορείτε να διαβάσετε εδώ: protestainies.blogspot.com/p/2025.html]


 

 

Ζουρνάλ ελληνικής επικαιρότητας (1910-1913)

Στις 18 Νοεμβρίου 1910 η Πατρίς ενημέρωνε ότι «Αι Αθήναι εντός ολίγου θ’ αποκτήσωσιν αληθή κινηματογράφον, όπως εννοείται εν Ευρώπη» με αφορμή την απόφαση του Λεόνς, φερόμενου ως διευθυντή του κινηματογράφου «Ουρμπανόρα» με 12 καταστήματα στην Αίγυπτο και σ’ όλη την Ανατολή, να εγκαταστήσει έναν κινηματογράφο ίδιου τύπου στο «Πανελλήνιον», που σύμφωνα με την εφημερίδα ήταν «το μόνον κέντρον, εις ο δύναταί τις να διέλθη εσπέρας ευχαρίστους, ως διαθέτον προς τούτο όλα τα απαιτούμενα μέσα».

Όμως ο Λεόνς δεν περιορίστηκε μόνο σ’ αυτό. Εξ αρχής κατέστησε γνωστή την πρόθεσή του να καινοτομήσει παρουσιάζοντας συχνά αθηναϊκά γεγονότα στον κινηματογράφο του, ιδρύοντας ειδικό εργοστάσιο ταινιών.

«Η πρώτη κατασκευασθείσα εν Ελλάδι ταινία του πρώτου εργοστασίου ταινών εν Ελλάδι» λήφθηκε στις 25 Μαρτίου 1911 και ήταν το «Προσκύνημα στην Παναγία της Τήνου» («Pelerinage a Notre Dame de Tinos», ο γαλλικός τίτλος), που περιλαμβανόταν στη σειρά «Gaumont Actualités No. 36».

Το καλοκαίρι του 1911, στον αθηναϊκό τύπο διαφημιζόταν ότι η γαλλική κινηματογραφική εταιρία Γκωμόν αντιπροσω­πευόταν στο τότε ελληνικό κράτος, την Κρήτη και τα νησιά από τον κινηματογραφικό οίκο του Σ. Λεόνς, ο οποίος διέθετε το «μόνον εργοστάσιον Ταινιών εν Ελλάδι», λάμβανε «εβδομαδιαίως τα νεώτερα των Γκωμόν» και έκανε «συγχρονισμούς, κινηματογράφηση δια λογαριασμό πελατών σκηνών, διαφημίσεων κτλ.». Ήταν η πρώτη –και η μοναδική μέχρι το 1914– πλήρως οργανωμένη, ελληνική κινηματογραφική εταιρεία, όπως επιβεβαιωνόταν και από ξένα δημοσιεύματα.

Ταινία του Λεόνς θεωρείται επίσης μια ταινία με την άφιξη του θωρηκτού «Αβέρωφ» στο λιμάνι του Πειραιά, που περιλαμβανόταν στο «Gaumont Actualités No.51» και ενδεχομένως σχετιζόταν με μια μεγαλύτερη ταινία μήκους 300 μέτρων, η οποία έκανε πρεμιέρα στον κινηματογράφο «Κυβέλης» στις 30 Σεπτεμβρίου 1911.

Τα ελληνικά ζουρνάλ «Γκωμόν» συνεχίστηκαν την επόμενη χρονιά. Το πρώτο, που περιλήφθηκε στο «Gaumont Actualités No.4» του 1912, προβλήθηκε στον κινηματογράφο «Κυβέλης» στις 20 Ιανουαρίου 1912 και κατέγραφε την τελετή υποδοχής του νέου έτους στη Μητρόπολη.

Στις 29 Φεβρουαρίου 1912, στην ίδια αίθουσα ξεκίνησαν να προβάλλονται «Αι Απόκρεω εις τας Αθήνας και η Καθαρά Δευτέρα εις την Ακρόπολιν» (ή «Αι Απόκρεω και η Καθαρά Δευτέρα εν Αθήναις») με όλη την παρέλαση του κόσμου και των αρμάτων στην οδό Σταδίου, που περιλαμβάνονταν στο «Gaumont Actualités No.10». Διαφημιστικές καταχωρήσεις στο γαλλικό τύπο σχολίαζαν ότι «Την πρώτη μέρα της Σαρακοστής, οι Αθηναίοι συνωστίζονται στην Ακρόπολη, για ν’ ανα­βιώσουν εθνικούς χορούς ύστερα από ένα γεύμα στο γρασίδι», ενώ το Καρναβάλι περιγραφόταν ως μια «ανασύσταση των ελληνικών αρχαιοτήτων, [που] γιορταζόταν επίσημα για πρώτη φορά».

Στις αρχές Μαρτίου ήταν έτοιμη η ταινία της Γκωμόν με τις μεγάλες ασκήσεις της φρουράς Αθηνών (όλες οι φάσεις της ψευδομάχης, η δράση του πυρβολικού και η τελική παρέλαση).

Στα 28 Μαρτίου άρχισε στον κινηματογράφο «Κυβέλης» η προβολή της ταινίας με τις γιορτές του Πανεπιστημίου στην Ακρόπολη για την εθνική εορτή και το Πάσχα, τη στρατιωτική παρέλαση στο Ζάππειο και από το συνέδριο των Ανατολιστών. Όπως σχολίασε η εφημερίδα Εστία, «Η ζωηρότης της κινήσεως, τα διάφορα γεγονότα και ιδίως η παρέλασις του στρατού απεδόθησαν με ζωηρότητα και επιτυχίαν υπερβαίνουσαν κάθε προδοκίαν».

Η εφημερίδα Χρόνος έκανε λόγο για μια «θαυμασίαν υπό πάσαν έποψιν» ταινία, ενώ παράλληλα αποθέωσε τον οπερατέρ: «Αλλά το έτι θαυμασιώτερον επί του προκειμένου είνε ότι την αριστοτεχνικήν αυτήν ταινίαν, την επήρε με καλαισθησίαν, ακρίβειαν και ζωηρότητα υπερβαίνουσαν πάσα προσδοκίαν, και την επεξειργάσθη και εντός δύο μόνον ημερών την παρέδωκεν εις την χρήσιν και τον θαυμασμόν του εκλεκτοτάτου κόσμου, τον οποίον συγκεντρώνει κάθε βράδυ το θέατρον της Κυβέλης, ο διευθύνων το μοναδικόν εν Ελλάδι κατάστημα ταινιών κ. Λεόνς αντιπρόσωπος των μεγάλων εν Παρισίοις κινηματογραφικών εργοστασίων “Γκωμόν”. Έχομεν δε την πληροφορίαν, ότι ο κ. Λεόνς προετοιμάζει σειράν εκπλήξεων διά τους Αθηναίους, χωρίς ν’ αποκλείεται και η ελπίς ότι πολύ γρήγορα θα μας παρουσιάση και τους καλλιτέρους Έλληνας ηθοποιούς παίζοντας κινηματογραφικά δράματα Ελληνικών υποθέσεων, τας οποίας θα γράφουν Έλληνες συγγραφείς. Το ευχόμεθα και το περιμένομεν».

Στις 16 Απριλίου, ο κινηματογράφος «Κυβέλης» παρουσίασε το ζουρνάλ «Η εταιρεία των Ελλήνων θεατρικών συγγραφέων κατά την δεξίωσιν του Ρισπέν εις την Κηφισιάν», που είχε πραγματοποιηθεί ένα μήνα νωρίτερα. Μεταξύ άλλων ο Λεόνς είχε κινηματογραφήσει και την Ισιδώρα Ντάνκαν να επιδίδεται σε αρχαιοελληνικούς χορούς, ώσπου εκείνη ζήτησε την απομάκρυνση της κάμερας.

Στις 23 Απριλίου και για μία μόνο μέρα προβλήθηκαν «Οι ιππικοί αγώνες εις το Γουδή», που είχαν διοργανωθεί στις 12 και 15 του μήνα. Όπως σχολίαζε το Εμπρός, η ταινία ήταν «πλέον η επιτυχής παρ’ όλον τον ελεεινόν καιρόν ο οποίος επεκράτει και κατά τας δύο ημέρας των αγώνων».

Στις 14 Ιουνίου, ο κινηματογράφος Γκωμόν στην πλατεία Συντάγματος ξεκίνησε το θερινό πρόγραμμά του παρουσιάζοντας ταινία με τα πρόσφατα στρατιωτικά γυμνάσια Θηβών, Σχηματαρίου και Τανάγρας –λογικά με οπερατέρ τον Λεόνς, μόνιμο συνεργάτη της γαλλικής εταιρίας όλο το προηγούμενο διάστημα.

Στα τέλη 1912 ο Λεόνς εκτέλεσε έναν άθλο, κινηματογραφώντας για πρώτη φορά τη διενέργεια καισα­ρικής τομής στην Ελλάδα. Το κόστος της ταινίας ανήλθε σε 200 δραχμές –ένα πολύ υψηλό ποσό για την εποχή, όταν ο μισθός του διευθυντή ιατρού ήταν 250 δρχ. Η κινηματογράφηση έγινε στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός», το δε κόστος κάλυψαν εξ ημισείας ο διευθυντής της Γυναικολογικής Κλινικής, Σωκράτης Τσάκωνας, και το Διοικητικό Συμβούλιο του ιδρύματος, όπως επιβεβαιώνεται από τα πρακτικά της –κατά τα φαινόμενα θυελλώδους– 124ης συνεδρίασης του Δ.Σ. του «Ευαγγελισμού» στις 22.12.1912 υπό την προεδρία του Θησέα Δημαρά:

«Το Συμβούλιον εγκρίνει την καταβολήν δραχμών εκατόν (100) εις το κατάστημα κινηματογράφων Σ. Λεόν, προς πληρωμήν του ημίσεος της δαπάνης εν τω θεραπευτηρίω τούτω, υπό του Διευθυντού του Γυναικολογικού τμήματος Ιατρού κου Σ. Τσάκωνα, οφείλοντος τούτου να καταβάλει το έτερον ήμισυ της δαπάνης ταύτης, και τούτο υπό τον ρητόν όρον ότι η καταβολή αύτη δεν αποτελεί προηγού­μενον δυνάμενον να επαναληφθή εν τω μέλλοντι τω θεραπευτηρίω, ουδεμίαν δυναμένου ν’ αναλάβη υποχρέωσιν άνευ προηγουμένως σχετικής αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού».

 

Όμως δεν ήταν μόνο ο Λεόνς. Το Μάρτιο του 1912 ο Λέστερ συνεργάστηκε με την «Πατέ» για την κινηματογράφηση τουλάχιστον του συνεδρίου των Ανατολιστών και των εορτών του Πανεπιστημίου. Η ταινία προβλήθηκε για τους επισήμους στις 30 Μαρτίου στο Δημοτικό Θέατρο συνοδεία εικοσαμελούς ορχήστρας· ακολούθησε μία προβολή για τους φοιτητές στο «Πανελλήνιον» την 1η Απριλίου, ιδιωτική προβολή για τη βασιλική οικογένεια την επομένη και τουλάχιστον δύο προβολές για το κοινό στο «Πανελλήνιον» (4 και 5 Απριλίου).

Σύμφωνα με την Εστία, η ταινία του οίκου Πατέ ήταν μεν «επιτυχημένη», όπως και η ταινία της Γκωμόν, όμως την αδικούσε πολύ «το έντονον ηλιακόν φως, το οποίον δεν κατώρθωσε να αποφύγη ο φωτογράφος».

Το περιεχόμενο των σκηνών και τις αντιδράσεις των θεατών περιέγραψε δημοσίευμα της Πατρίδος:

«[...] Πρώτον το Πανεπιστήμιον, η Βιβλιοθήκη, η Ακαδημία και το Ζάππειον. Μέσα εις το πλήθος διέκρινεν ευκρινώς κανείς γνωστάς Αθηναϊκάς φυσιογνωμίας, ο δε απαραίτητος Μερακλής, φιλομειδιέστατος, εχαιρετούσε το κοινόν.

Επί της Ακροπόλεως ο εναρκτήριος λόγους του Διαδόχου και αι προσφωνήσεις προς τους ξένους του Υπουργού κ. Αλεξανδρή και του Πρυτάνεως κ. Λάμπρου.

Μετά ταύτα η έξοδος από της Ακροπόλεως.

Βαβυλωνία επιφωνήσεων εις την αίθουσαν του θεάτρου. Οι διάφοροι καθηγηταί, αι διάφοροι κυρίαι ανεγνωρίζοντο ανάμεσα στο πλήθος. Και ημείς ακόμη ανεγνωρίσαμεν τας τόσον συμπαθείς φυσιογνωμίας των διαφόρων ξένων καθηγητών και Πρυτάνεων.

Ζωηρά χειροκροτήματα υπεδέχθησαν τας φωτεινάς προβολάς του Παρθενώνος και του Ερεχθείου, και συγκεκινημένοι οι ξένοι εχειροκρότησαν τα αριστουργήματα της Ελληνικής Τέχνης.

Επιτυχεστάτη επίσης η στρατιωτική παρέλασις. Ομοβροντία χειροκροτημάτων υπεδέχθη την εμφάνισιν του Βασιλέως εφίππου, ως και του Διαδόχου [...]».

Η ταινία προβλήθηκε το Μάιο της ίδιας χρονιάς στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη, στο Θερινό Κινηματογράφο Πατέ, εμπλουτισμένη με πλάνα από την κινηματογράφηση των πανελλήνιων μαθητικών αγώνων στίβου. Το περιεχόμενο των σκηνών σε τίτλους, όπως διαφημίστηκαν με αφορμή την προβολή τους εκεί:

Η συνέλευση της Επιτροπής στο Πανεπιστήμιο. - Συνέλευση των απεσταλμένων προς καταρτισμό των τμημάτων του Συνεδρίου. - Επίσημη τελετή της Ανάστασης στην πλατεία της Μητρόπολης.

Η επίσημη έναρξη της τελετής και στον Παρθενώνα. - Η προσφώνηση της Α.Υ. του Διαδόχου της Ελλάδας. - Ο λόγος του υπουργού της Παιδείας. - Η προσφώνηση του ρήτορα της Επιτροπής. - Η προσφώνηση του ρήτορα των Συνέδρων. - Επίσκεψη στα Προπύλαια. - Επίσημη υποδοχή στον Περίβολο του Πανεπιστημίου.

Ιεροτελεστία στη Μητρόπολη. - Δεύτερη ημέρα των εορτών στο Πανεπιστήμιο. - Ο λόγος του Πρύτανη. - Προσφωνήσεις των διαφόρων τμημάτων και η επίδοση των διαπιστευτηρίων των διαφόρων Ακαδημιών, Πανεπιστημίων και Σοφών Σωματείων. - Οι συνεδριάσεις των διαφόρων τμημάτων του Συνεδρίου. - Η φωτοχυσία της Ακρόπολης. - Η λαμπαδηφορία των φοιτητών. - Η υποδοχή των ξένων στον Παρνασσό.

Η εκδρομή στην Ελευσίνα. - Εκδρομή στα Μέγαρα. - Ο χορός της Τράτας. - Το απόγευμα ιδιωτικές επισκέψεις.

Οι συνεδριάσεις του Συνεδρίου. - Η αναγόρευση των επίτιμων διδακτόρων. - Η παράσταση του Οιδίποδα Τύραννου στο Δημοτικό Θέατρο.

Η έναρξη των Πανελλήνιων αγώνων στο Παναθηναϊκό Στάδιο.

Συνέχεια των συνεδριάσεων. - Επίσημη παράσταση στο Δημοτικό Θέατρο. - Συνέχεια των πανελλήνιων αγώνων.

Η λήξη του Συνεδρίου.

Σχολικοί αγώνες και η στεφάνωση των νικητών στο Παναθηναϊκό Στάδιο. - Η στρατιωτική παρέλαση.

Θα μπορούσε η συνεργασία του Λέστερ με το αθηναϊκό παράρτημα του οίκου Πατέ να είχε μονιμότερα χαρακτηριστικά και να μην περιοριζόταν μόνο σε μία ταινία; Γνωρίζουμε, για παράδειγμα, ότι στις 19 Μαΐου 1912, μη κατονομαζόμενος αντιπρόσωπος του Πατέ κινηματογράφησε την επεισοδιακή απόπειρα εισόδου των Κρητών βουλευτών στο κτίριο της ελληνικής Βουλής και τελικά την απώθησή τους από στρατιώτες. Θα μπορούσε ο οπερατέρ εκείνος να ήταν ο Λέστερ;

Εξάλλου, αναφέρθηκε σε προηγούμενη σελίδα η κινηματογράφηση της έναρξης της Εθνοσυνέλευσης, που προβλήθηκε στον κινηματογράφο «Κόσμος» το φθινόπωρο του 1910, ενώ σειρά ταινιών του αθηναϊκού παραρτήματος Πατέ προβλήθηκε στους κινηματογράφους της πρωτεύουσας τον Απρίλιο του 1911. Δεν έχει ωστόσο εντοπιστεί κάποια πηγή που ν’ αναφέρει το όνομα του ή των οπερατέρ των πιο πάνω ταινιών ούτε αν ήταν κάποιος μόνιμος συνεργάτης της Πατέ στην Αθήνα.

Υπήρχαν εξάλλου ταινίες που δεν κατέστη εφικτό από την παρούσα έρευνα να ταυτοποιηθούν με μια συγκεκριμένη εταιρία (πολύ περισσότερο με ορισμένο οπερατέρ), όπως η επίσκεψη του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου στην πρότυπη παιδική πολιτεία με την ονομασία «Παιδικές Εξοχές», που η Σοφία Σλήμαν είχε ιδρύσει στη Βουλιαγμένη για τα καχεκτικά παιδιά των φτωχών οικογενειών της πρωτεύουσας το καλοκαίρι του 1911.

Το 1913 προβλήθηκαν: τουλάχιστον δύο ταινίες με γυμνάσια προσκόπων· η περιοδεία του διαδόχου σε Ήπειρο και Μακεδονία, κινηματογραφημένη από το Λέστερ για λογαριασμό του κινηματογράφου Κυβέλης· μια άλλη του οίκου Γκωμόν με την άφιξη του Κωνσταντίνου στο Φάληρο· η κινηματογράφηση μιας δεξίωσης επί του θωρηκτού «Αβέρωφ», που διαφημιζόταν ως «θάμα ενημερότη­τος κινηματογραφικού ρεπορτάζ»· η κινηματογράφηση της υποδοχής της Δεύτερης –αποκαλούμενης και ως «Σιδηράς»– Μεραρχίας· οι τελετές από την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα κλπ.

«Περίπατος ανά τας Αθήνας» ήταν ο τίτλος μιας ταινίας της Γκωμόν, παραγωγή 1913, που έφερε και ελληνικές επιγραφές. Εικάζεται ότι οπερατέρ δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από τον Λεόνς.

Εξάλλου υπήρχαν ελληνικά ζουρνάλ σχετικά με τη μεταφορά της σωρού του δολοφονηθέντα βασιλιά Γεωργίου, την κηδεία του και την ορκωμοσία του Κωνσταντίνου. Και μπορεί ο γαλλικός οίκος Πατέ να διέθεσε δυο «επίτηδες αποσταλλέντες καλλιτέχνες οπερατέρ» για να λάβουν την ταινία από απόσταση δύο μέτρων, ωστόσο η αίθουσα «Παλλάς» διαφήμιζε την κάλυψη της κηδείας με «τρεις καλλιτέχνες μηχανικούς του θε­άτρου».

Για ένα φιλμ «καθαρώς ελληνικόν» έκανε λόγο και ο κινηματογράφος «Ίρις» της Αλεξάνδρειας, που ισχυρι­ζόταν ότι είχε αποστείλει ειδικό φωτογράφο για την κινηματογράφηση της κηδείας. Ορι­σμένοι από τους τίτλους της ταινίας, που προβλήθηκε εκεί από τις 4/17.04.1913:

«Η πένθιμη διακόσμηση μιας οδού των Αθηνών. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος υποδέχεται τους ξένους πρίγκιπες. - Η Μητρόπολη - Η ηρωική 4η Μεραρχία και η δοξασμένη σημαία του 8ου Συντάγματος - Η μεγαλοπρεπής πομπή - Το φέρετρο και ο πολεμικός ίππος του νεκρού βασιλιά - Η βασιλική οικο­γένεια και οι ξένοι πρίγκιπες - Οι διάδοχοι των συμμάχων κρατών κλπ.»

Θα πρέπει επίσης να μνημονευθούν κάποιες προθέσεις κινηματογράφησης, για τις οποίες δεν γνωρίζουμε αν υλοποιήθηκαν και αν προβλήθηκαν ποτέ στους αθηναϊκούς κινηματογράφους. Γνωρίζουμε για παράδειγμα, ότι το Φεβρουάριο του 1911 ο Λέστερ σχεδίαζε την κινηματογράφηση παιδιών ντυμένων με αποκριάτικα ρούχα ενώ τρέχουν και παίζουν στο Ζάππειο.

Αντίστοιχα, σειρά δημοσιευμάτων στην Εστία τον Απρίλιο του 1911 γνωστοποιούσε τα σχέδια κινηματογράφησης της γιορτής «Χωριάτικο Πανηγύρι», που θα διοργάνωνε το σωματείο «Η Πρόοδος» της Άννας Μελά - Παπαδοπούλου, όπου θα παρελαύνανε κυρίες και δεσποινίδες της πρωτεύουσας ενδεδυμένες με παραδοσιακά ενδύματα από τα Αμπατζίδικα. Βάσει αυτών γνωρίζουμε ότι μη κατονομαζόμενος οπερατέρ έκανε τις πρώτες δοκιμές κινηματογράφησης στο Βασιλικό Κήπο στις 17 Απριλίου, ενώ ως ημερομηνία οριστικής λήψης της ταινίας ορίστηκε –κατόπιν αναβολών για λόγους ανωτέρας βίας– η 8η Μαΐου, τη μέρα που διεξήχθη στο Ζάππειο ένας πρωτότυπος «Ανθοπόλεμος». Δεν υπάρχει όμως κάποια πηγή που να επιβεβαιώνει την πραγματική λήψη, πόσο μάλλον την προβολή μιας ταινίας με παρόμοιο περιεχόμενο.

Πρέπει όμως να μνημονευθεί και μια ενδιαφέρουσα καινοτομία το καλοκαίρι του 1911. Δεν επρόκειτο για κάποια ταινία του κινηματογράφου, αλλά για προβολή έγχρωμων φωτεινών εικόνων κατά τη διάρκεια της επιθεώρησης «Κινηματογράφος του 1911», χάρη στην εργασία των φωτογράφων Κοκόλη (πατρός και υιών).  Οι εικόνες έδειχναν –ή φιλοδοξούσαν να δείχνουν– τα γεγονότα της ημέρας, ταμπλό βιβάν με πρωταγωνίστριες κοσμικές κυρίες, διάφορες γελοιογραφίες, πρόσωπα της εποχής κλπ., στη δε πρεμιέρα της επιθεώρησης προβλήθηκαν μεταξύ άλλων το Αρσάκειο και το υδροπλάνο του Αρνιώτη.

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΖΟΥΡΝΑΛ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Λίγες εβδομάδες μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης ο Δημήτρης Καμινάκης ανέλαβε τη διεύθυνση του κινηματογράφου «Ολύμπια» και σύντομα έφερε για πρώτη φορά κινηματογραφική κάμερα στην πόλη, με την οποία γύρισε αρκετές ταινίες επικαιρότητας (παρελάσεις, τελετές, αφίξεις επισήμων κλπ.).

Έχουν επιβεβαιωθεί οι προβολές δύο σχετικών ταινιών, οι οποίες πιθανότατα δεν ήταν και οι μοναδικές, κατά τη διάρκεια του 1913. Η πρώτη ταινία με «επίκαιρες απόψεις της Θεσσαλονίκης ληφθείσες υπό του Κινηματογράφου “Ολύμπια”» προβλήθηκαν  από τις 11 έως τις 14 Ιανουαρίου 1913 και περιλάμβανε εφτά σκηνές:

α) Ο βασιλιάς Γεώργιος μεταβαίνων στο ναό του Αγίου Μηνά κατά τη γιορτή των γενεθλίων του. - β) Στρατιωτική παράταξη. Ο βασιλιάς Γεώργιος με τον πρίγκιπα Νικόλαο να προηγείται. - γ) Ο πόλεμος στην Ήπειρο εξακολουθεί ολοένα σφοδρότερος. Η αναχώρηση ενός συντάγματος για το θέατρο του πολέμου. - δ) Αξιωματικοί του Επιτελείου του ελληνικού στρατού Θεσσαλονίκης. - ε) Το Ελληνικό Λύκειο. - στ) Επιθεώρηση της Κρητικής χωροφυλακής στη Θεσσαλονίκη. - ζ) Τουρκικό αεροπλάνο καταληφθέν από τον ελληνικό στρατό και υψούμενο από το ρώσσο αεροπόρο Σιάκωφ, που διατελούσε στην υπηρεσία του ελληνικού στρατού.

Η δεύτερη επιβεβαιωμένη ταινία του κινηματογράφου «Ολύμπια» προβλήθηκε από τις 22 έως τις 24 Ιανουαρίου 1913 και είχε τις εξής σκηνές:

Η γιορτή της Σημαίας του τάγματος που αναχώρησε για την Ήπειρο - Η δοξολογία του νέου έτους - Η παράταξη του ελληνικού στρατού επί τη αφίξει των βασιλέων στον άγιο Μηνά - Όλες οι κυριότερες στρατιωτικές παρατάξεις στη Θεσσαλονίκη.

 [Η ανάρτηση ενημερώθηκε σύμφωνα με την τρίτη έκδοση του βιβλίου «Οι πρώτες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου», που μπορείτε να διαβάσετε εδώ: protestainies.blogspot.com/p/2025.html]


 

 

Ο πατρινός φωτογράφος Ιωάννης Αρβανιτόπουλος και οι ταινίες του

Την ίδια περίοδο, κινηματογραφική δραστηριότητα επέδειξε ο Πατρινός φωτογράφος Ιωάννης Αρβανιτόπουλος, ο οποίος απέκτησε το κινηματογραφικό μηχάνημα του Λέστερ από την Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή το καλοκαίρι του 1911. Ήταν ήδη ιδιοκτήτης του φωτογραφείου «Ανάμνησις» στην Πάτρα και εκδότης της εβδομαδιαίας σατιρικής εφημερίδας «Ενσταντανέ». Το 1906 φερόταν ως ο μόνος στην Ελλάδα που μπορούσε να μεταβάλλει τις φωτογραφίες σε ελαιογραφίες, έχοντας μάθει το μυστικό από Γάλλο καλλιτέχνη.

Οι Βαλκανικοί πόλεμοι στον κινηματογράφο

Όταν τον Οκτώβριο του 1912 ξέσπασε ο πρώτος βαλκανικός πόλεμος (30.09.1912 - 30.05.1913), πολλές κινηματογραφικές εταιρίες από διάφορες χώρες έσπευσαν να στείλουν οπερατέρ στις εμπόλεμες ζώνες.

Η πρώτη πολεμική ταινία προβλήθηκε στον κινηματογράφο Εμπέογλου στις 22 Οκτωβρίου 1912 και αφορούσε ένα επεισόδιο στα σύνορα του Μαυροβουνίου.

Στον κατάλογο Πατέ αναφέρονται 10 ταινίες με γενικό τίτλο «Guerre des Balkans». Η πρώτη ταινία της σειράς προβλήθηκε στον παρισινό κινη­ματογράφο «Omnia Pathé» μεταξύ 22 και 28.11, ωστόσο το «Αττικόν» την πρόβαλε το τριήμερο 3 έως 5 Νοεμβρίου (ή 16-18.11 σύμφωνα με το γρηγοριανό ημερολόγιο), δηλαδή η πρώτη τουλάχιστον σειρά προβλήθηκε στην Ελλάδα πριν τη Γαλλία. Του ίδιου κινηματογραφικού οίκου, αλλά εκτός της πιο πάνω σειράς, ήταν η ταινία «Βομβαρδισμός και κατάληψη των Ιωαννίνων από τους Έλληνες», μήκους 155 μ. Πρώτη προβολή στην Ελλάδα: κινηματογράφος «Αττικόν», 15(/28).04.1913.

Στο πλευρό του ελληνικού στρατού βρέθηκε εξ αρχής και κατ’ αποκλειστικότητα η γαλλική «Γκωμόν». Τον πρώτο μήνα του πολέμου, ο μη κατονομαζόμενος συνεργάτης της εταιρίας κατέγραψε πλάνα με αιχμαλώτους και με τη διάβαση του στρατού από εγκαταλειφθέντες τουρκικούς σταθμούς.  

Δημοσίευμα ισχυριζόταν ότι η «Γκωμόν» είχε καταβάλει το απίστευτο ποσό των 75.000 φράγκων για να κινηματογραφήσει τον ελληνικό στόλο στα Δαρδανέλια πληρώνοντας μάλιστα και τα καύσιμα για τις κινήσεις των πολεμικών σκαφών, όπως και για την τορπίλη, που εκσφενδονίστηκε απλά για να καταγραφεί από την κάμερα!

Ταινίες από τα ελληνικά πεδία των μαχών –ή «νέες εικόνες από τη Νέα Ελλάδα»– χωρίς περεταίρω διευκρινίσεις προβλήθηκαν στο «Αττικόν» στις 08.12.1912. Επίσης, η πτήση του Μουτούση πάνω από τα Ιωάννινα και εικόνες από το φρούριο της Πρέβεζας προβλήθηκαν στον κινηματογράφο «Κυβέλης» από τις 24 Δεκεμβρίου.

Ναυτικές πολεμικές ταινίες, ληφθείσες «κατ’ εντολήν του υπουργείου των Ναυτικών πα­ρ΄ ειδικού απεσταλμένου», διαφήμιζε το «Πανελλήνιον» το Δεκέμβριο του 1912, ενώ μια «νέα σειρά ελληνι­κών πολεμικών ταινιών» με το Βενιζέλο ν’ αποχαιρετά τους γιους του στο σιδηροδρομικό σταθμό Λαρίσης μεταβαίνοντας στον πόλεμο διαφήμιζε ο κινηματογράφος «Κυβέλης» τον Ιανουάριο του 1913. Δεν γνωρίζουμε όμως τα ονόματα των οπερατέρ.

Αγγλική εταιρία παρουσίασε ταινίες με ελληνικές επιγραφές, ειδικά προορισμένες για το ελληνικό κοινό, όπως μια ταινία 600 μ. με εικόνες από το στρατό της Μακεδονίας και μια δεύτερη με την είσοδο του βασιλιά και του διαδόχου στη Θεσσαλονίκη.

Μια «έξοχος» ταινία του ελληνοτουρκικού πολέμου περιλάμβανε τις παρακάτω σκηνές:

1) Πριν τον πόλεμο, Κρήτες βουλευτές διευθύνονται να εισέλθουν στην ελληνική Βουλή, 2) Εθνοφρουροί φυλάσσουν τη σιδηροδρομική γραμμή και τις γέφυρες του σιδηρόδρομου Λαρίσης, 3) Άφιξη της πριγκίπισσας Αλίκης στην Ήπειρο, 4) Μεταφορά τραυματιών της μάχης των Σερβίων, 5) Το σύνταγμα των Κρητών σε πορεία προς τα Ιωάννινα, 6) Η μόνη πυροβολαρχία που υπήρχε στην Ήπειρο κατά την έναρξη του πολέμου, 7) Το φρούριο των Πέντε Πηγαδιών, 8) Ο βασιλιάς με την ακολουθία του διέρχεται τα παλιά σύνορα και εισέρχεται στις κατακτημένες χώρες, 9) Συμπλοκή ελληνικών και τουρκικών προφυλακών, 10) Από τη μάχη του Σαρανταπόρου 1000 Τούρκοι αιχμάλωτοι αποστέλλονται στην Ελλάδα συνοδεία του ελληνικού στρατού κλπ.

Ήταν άραγε αυτή η ταινία που συγκίνησε τους Ηρακλειώτες παρακολουθώντας την παρέλαση κρητικών ανταρτικών σωμάτων, μεταξύ των οποίων και «ο ωραίος πολεμιστής οπλαρχηγός Ι. Μακράκης, τον οποίον το κοινόν δέχεται με ένα πένθιμον ψύθιρον και με αναφωνήσεις λύπης διά την απώλειαν του ωραίου και γενναίου ανδρός, ο οποίος ετίμησε το Κρητικόν όνομα εις τα Μακεδονικά πεδία»;

Όταν τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 1913 οι πρώην σύμμαχοι συγκρούστηκαν μεταξύ τους (δεύτερος βαλκανικός πόλεμος), ανανεώθηκε το ενδιαφέρον των κινηματογραφιστών. Στα Βαλκάνια ξαναβρέθηκε ο Φρέντερικ Βίλιερς, ο οποίος ως υπεύθυνος της Κινεμακόλορ ανέλαβε την κινηματογράφηση των μαχών μετά από άδεια –και για λογαριασμό– του βασιλιά της Βουλγαρί­ας, Φερδινάνδου, παρουσιάζοντας μεταξύ άλλων το βομβαρδισμό και την κατάληψη του οχυρού στο Πόρτο Λάγος από τον ελληνικό στρατό και σκηνές από τη μάχη του Κιλκίς.

Επίσημα για λογαριασμό της Ελλάδας ο ελληνοβουλγαρικός πόλεμος καλύφθηκε από τη γερμανική «Express Films co.» του Robert Schwobthaler, ενώ το Δεκέμβριο του 1913 στο «Πολυθέαμα» προβάλλονταν «νέαι ταινίαι εκ του Ελληνοβουλγαρικού πολέμου», που είχαν ληφθεί από κάποια «Κινηματογραφική Εταιρεία Αθηνών».

Επίσης, αξίζει να καταγραφεί και η «εθνική κινηματογραφική παράσταση», που ξεκίνησε να προβάλλε­ται στο Eden Casino της Αλεξάνδρειας από τις 28.11/11.12 1913, αποτελούμενη από τρία μέρη:

μέρος α΄: «Οι πρώτοι Έλληνες τραυματίαι» (μήκους 200 μέτρων). «Τα λάφυρα» (200 μ.).

μέρος β΄: «Μετά τον θρίαμβον η επάνοδος του Βασιλέως εις Αθήνας» (400 μ.). «Ας τα βλέπη η Ευρώπη» (1100 μ.)

μέρος γ΄: «Η υποδοχή της Σιδηράς Μεραρχίας» (500 μ.) κάποιας «Εθνικής Κινηματογραφικής Εταιρίας».

Οι ταινίες των βαλκανικών πολέμων αποτέλεσαν αντικείμενο διδασκαλίας στη σχολή Δημοσιογραφίας του πανεπιστημίου της Κολούμπια! Κάποια ή κάποιες από αυτές προβλήθηκαν στους σπουδαστές, από τους οποίους στη συνέχεια ζητήθηκε να γράψουν ιστορίες σα να είχαν υπάρξει αυτόπτες μάρτυρες των γεγονότων που παρακολούθησαν. Η ιδέα ανήκε στο διευθυντή της σχολής, δρ. Τάλκοτ Ουίλιαμς, ο οποίος εκτιμούσε ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο διευκολυνόταν «η πρακτική εξάσκηση των σπουδαστών στο ρεπορτάζ πραγματικών γεγονότων, ενώ παράλληλα οι καθηγητές μπορούν να γνωρίζουν πόσο ακριβής και λεπτομερής δουλειά έγινε»!

ΟΛΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΕ ΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ

Στις 24 Ιανουαρίου 1914, στην κινηματογραφική αίθουσα του Κήπου του Λευκού Πύργου στη Θεσσαλονίκη ξεκίνησε να προβάλλεται η «Πολεμική εφημερίς 1912-1913», συνολικού μήκους 4.000 μέτρων, που παρουσίαζε τις εξελίξεις κυρίως στο ελληνικό μέτωπο καθ’ όλη τη διάρκεια του πρώτου βαλκανικού πολέμου συν λίγες σκηνές από τα υπόλοιπα πολεμικά μέτωπα, καθώς και τις ταινίες της κηδείας του βασιλιά Γεωργίου Α΄ και της ενθρόνισης του διαδόχου του.

Οι διαφημιστικές καταχωρήσεις στις εφημερίδες της Θεσσαλονίκης ανέφεραν αναλυτικά τους τίτλους των περιεχομένων της μεγάλης αυτής ταινίας:

Η Ελλάς εξοπλίζεται με τ’ άλλα Βαλκάνια. - Άφιξη Κρητών βουλευτών στην ελληνική Βουλή. - Άφιξη κληρωτών. - Η ευλογία των Σημαιών. -  Καθ’ οδόν προς τα σύνορα. - Αεροπλάνο έτοιμο προς αναχώρηση. - Επιταγμένα ατμόπλοια φέροντα στρατό. - Εθελοντές Κρήτες αναχωρούν για τη Μακεδονία. - Στρατός ενθουσιασμένος αναχωρεί στο πεδίο της μάχης εξ Αθηνών. - Ελασσώνα, πρώτη πόλη τουρκική [που] δέχεται τον ελληνικό στρατό. - Τραυματίες μάχης Σερβίων μεταφερόμενοι. - Η βασίλισσα της Ελλάδας με την πριγκίπισσα Βοναπάρτη επισκέπτονται τους τραυματίες. - Ο Βενιζέλος αποχαιρετά τους γιούς του στρατιώτες για τον πόλεμο. - Η πριγκίπισσα Ελένη και ο Ερυθρός Σταυρός. - Χωρικοί στον Σταθμό. - Ελληνικό στράτευμα προχωρά εναντίον των Τούρκων. - Αεροπλάνο [του] καπετάν Μουτούση. - Θριαμβευτική είσοδος του ελληνικού στρατού στη Θεσσαλονίκη. - Λαός παριστάμενος στο αλησμόνητο θέαμα. - Ο βασιλιάς. Θωρηκτά εντός της Θεσσαλονίκης. - Αιχμάλωτοι μεταφερόμενοι στον Πειραιά. - Διάφορα του πολέμου. - Νικηθέντες Τούρκοι εγκαταλείπουν τη Θεσσαλονίκη. - Ήπειρος. - Παλαιά γέφυρα Άρτας ενώνουσα Ελλάδα με Τουρκία. - Ελληνικός στρατός προχωρεί. - Πρόοδος ελληνικού πυροβολικού. - Ανταποκριτές εφημερίδων. - Οπτικός τηλέγραφος. - Πέντε Πηγάδια. Το φρούριο Πέντε Πηγαδιών καταλαμβανόμενο υπό του ελληνικού στρατού. - Ελληνική σημαία κυματίζει στο φρούριο. - Ιππικό επί του πυρός του εχθρού. - Μάχες εκ του συστάδην. - Κρητικός στρατός και τα κατορθώματά του. - Το Πυροβολικό μας χτυπά 75 μέτρα ύψος. - Κατάληψη των πρώτων προχωμάτων των Ιωαννίνων. - Πτώση Πρέβεζας, καταλαμβάνεται υπό του ελληνικού στρατού, ένδοξη η ελληνική σημαία κυματίζει επί της Πρεβέζης, οι οδοί όλο ελληνικά χρώματα. - Ιωάννινα. - Έφοδοι κατά του Μπιζανίου. - Καταστροφή χωριών από τους Τούρκους. - Ολύσιμο (;) στο πεδίο της μάχης. - Στρατηγός Σαπουντζάκης. - Μιναρές τουρκικός πίπτει με μια οβίδα. - Σαραντάπορο. - Η Ελλάς εξακολουθεί τον πόλεμο. Ο Καπετάν Φουρτούνας και τα παλικάρια του. - Επιθεώρηση τάγματος εθελοντών. - Πόλεμος μετά του εχθρού. - Μάχες Σέρβων εναντίον των Τούρκων. - Μάχες Βουλγάρων [και] Τούρκων. - Αιχμάλωτοι Τούρκοι στη Σόφια. - Στο τουρκικό στρατόπεδο. - Ο Αβδουλάχ πασάς και το επιτελείο του. - Μάχες Μαυροβουνίων. - Ο Νικήτας, βασιλιάς Μαυροβουνίου, με τους τραυματίες. - Στην Αλβανία, η λίμνη της Σκόδρας. - Ολόκληρος ο ελληνικός στόλος εντός του κόλπου της Θεσσαλονίκης. - Ο «Αβέρωφ».

Μεταφορά της σορού της Α. Μ. του βασιλιά Γεώργιου από τη Θεσσαλονίκη στον Πειραιά συνοδευόμενη απ’ όλα τα πολεμικά των ξένων δυνάμεων. Άφιξη της «Αμφιτρίτης» στον Πειραιά. - Άφιξη στην Αθήνα εντός της Μητροπόλεως. - Η μεγαλοπρεπής κηδεία της Α. Μ. του βασιλιά στην Αθήνα από τη Μητρόπολη διά των οδών Ερμού και Σταδίου στον σταθμό.

Η ενθρόνιση του βασιλιά Κωνσταντίνου.

 [Η ανάρτηση ενημερώθηκε σύμφωνα με την τρίτη έκδοση του βιβλίου «Οι πρώτες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου», που μπορείτε να διαβάσετε εδώ: protestainies.blogspot.com/p/2025.html]