«Οι Γερμανοί ξανάρχονται»


Πρόκειται για την έκτη κατά σειρά παραγωγή της «Φίνος Φιλμ», μεταφορά του πολύ επιτυχημένου ομώνυμου θεατρικού έργου των Αλέκου Σακελλάριου και Χρήστου Γιαννακόπουλου, οι οποίοι άλλωστε υπέγραψαν και το σενάριο της κινηματογραφικής ταινίας με τον Αλέκο Σακελλάριο να κάθεται για ακόμη μια φορά στην καρέκλα του σκηνοθέτη.

Ήταν η πρώτη ελληνική ταινία που γυρίστηκε με μηχάνημα σύγχρονης φωνοληψίας, ώστε οι συμμετέχοντες ηθοποιοί δεν χρειάστηκε να ντουμπλάρουν οι ίδιοι τους εαυτούς τους και αποφεύχθηκε το όχι σπάνιο φαινόμενο να βλέπουν οι θεατές χείλη να κινούνται χωρίς να βγάζουν λέξεις!

Το θεατρικό έργο γράφτηκε σε μια εποχή έξαρσης του εθνικού διχασμού μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από την τριπλή Κατοχή της περιόδου 1941-44 και τα Δεκεμβριανά του 1944, τον πρώτο καιρό του εμφυλίου πολέμου, η δε ταινία γυρίστηκε και προβλήθηκε, όταν ο εμφύλιος βρισκόταν στο αποκορύφωμά του.

Η κεντρική ιστορία, όπως εύσχημα και συνοπτικά δίνεται στην επίσημη ιστοσελίδα της «Φίνος Φιλμ», έχει ως εξής:

Ο Θόδωρος, ένας φιλήσυχος οικογενειάρχης, έχει απογοητευτεί από τα εμφύλια πάθη που ταλανίζουν τη χώρα, ενώ ακόμα είναι νωπές οι μνήμες από την σκληρή κατοχή των Γερμανών. Μια μέρα, βλέπει στον ύπνο του πως οι Γερμανοί… ξανάρχονται και μαζί τους ο εφιάλτης που βιώσανε οι Έλληνες. Ξυπνώντας ανακουφίζεται, αλλά δεν μπορεί να κρύψει την πίκρα του για τον νέο εφιάλτη που ζει η χώρα με τον εμφύλιο σπαραγμό.

εφημερίδα Εθνικός Κήρυξ, 04.11.1948

εφημερίδα Εθνικός Κήρυξ, 05.11.1948

Ο στόχος των συγγραφέων ήταν να κρατήσουν τις ισορροπίες χωρίς να ταχθούν με τη μια ή την άλλη πλευρά, να υπενθυμίσουν απλά στους θεατές (τόσο του θεατρικού όσο και της ταινίας) την ανάγκη να κυριαρχήσει η ομόνοια –και το κάνουν μέσα από τα λόγια ενός... τρελού!

Με αφορμή τη συμπλήρωση 150 παραστάσεων του θεατρικού έργου από το θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη στο «Ρεξ» στις 15 Ιανουαρίου 1947, ο Αλέκος Σακελλάριος επισήμανε με σύντομη ομιλία του προς το κοινό της πανηγυρικής παράστασης:

«Για το έργο αυτό γραφήκανε διάφορες κριτικές. Αν εξαιρέσει κανείς την κριτική του Κώστα Οικονομίδη στο Έθνος, του Καραγάτση στη Βραδυνή και του Σκουλούδη στην Ελεύθερη Ελλάδα, όλοι οι άλλοι μας σκυλοβρίσανε του καλού καιρού. Ο αρσενικοθήλυκος μάλιστα Άλκης Θρύλος [σ.σ. ψευδώνυμο της Ελένης Ουράνη] έγραφε στη Νέα Εστία προ τριών ακριβώς μηνών ότι το “Οι Γερμανοί ξανάρχονται” τη βγάζει δεν τη βγάζει τη βδομάδα κι ότι ο Χέλμης ούτε λίγο ούτε πολύ έχει μεσάνυχτα από θέατρο, αφού δέχτηκε ν’ ανεβάσει ένα τέτοιο έργο! Τέλος πάντων. Αν δεν υπήρχανε οι κριτικοί, με τι θα γελάγανε οι ευθυμογράφοι.

Αυτά θεατρικώς. Υπάρχει όμως κι ένα άλλο θέμα, το πολιτικό. Οι άκροι δεξιοί μας λένε «κρυπτοεαμοβουλγάρους». Οι άκροι αριστεροί, «κρυπτομοναρχοφασίστες». Και οι του κέντρου, «κρυπτοχιτοκουκουέδες». Αλλά δεν είμαστε ούτε κρυπτοαποτέτοιοι ούτε κρυπτοαποκείνοι ούτε κρυπτοαπαυτοί. Ήμαστε απλούστα φανεροαγανακτισμένοι με τη ζωή, όπως την καταντήσανε οι τυφλοί πολιτικοί φανατισμοί μας και είμαστε φανεροέξαλλοι με τους περίφημους αυτούς «τρεις μεγάλους», που γίνανε μεγάλοι στην καμπούρα των δισεκατομμυρίων μικρών, που τόσο αδιάντροπα τους εξαπατήσανε.

Και στα έργα μας όπως “Η Δεξιά, η Αριστερά κι ο κυρ-Παντελής”, “Οι Γερμανοί ξανάρχονται” και “Ο Αποστόλης και η ύπαιθρος Ελλάς” δεν κάνουμε τίποτ’ άλλο απ’ το να εκφράζουμε μ’ έναν κάποιον εύθυμο τόνο αυτή μας ακριβώς την αγανάκτηση. Κι αυτό θα εξακολουθήσουμε να κάνουμε όσο κι αν μας κατηγορούνε. [...]».

Οι συγγραφείς χαρακτήρισαν το έργο τους «σατυρικό εφιάλτη». Όπως δε εξηγούσε ο Αλέκος Σακελλάριος σ’ ένα σύντομο σημείωμά του στην αθηναϊκή εφημερίδα Εθνικός Κήρυξ στις 31.10.1948 με αφορμή τη δημοσίευση της ιστορίας υπό τη μορφή διηγήματος σε συνέχειες, η πρόθεσή τους ήταν να σατιρίσουν «τους ανόητους φανατισμούς της εφιαλτικής πράγματι εκείνης εποχής» και «να ακουστεί η φωνή  της λογικής, που την τοποθετήσαμε στο στόμα ενός αγαθού νοικοκύρη, του κυρ-Θόδωρου του Γκινόπουλου, που είνε και το κύριο πρόσωπο του έργου».

εφημερίδα Έθνος, 06.01.1948

Στην κινηματογραφική ταινία πήραν μέρος οι ηθοποιοί Βασίλης Λογοθετίδης, Νίτσα Τσαγανέα, Ίλυα Λιβυκού, Μαρίνα Σμυρνάκη, Ώρα Βάζα, Γεωργία Βασιλειάδου, Ντίνος Δημόπουλος, Λαυρέντης Διανέλλος, Βαγγέλης Πρωτόπαππας, Λουκιανός Ροζάν, Μίμης Φωτόπουλος, Χρήστος Τσαγανέας και σε μικρότερους ρόλους οι Θεόφιλος Ασημακόπουλος, Γεώργιος Βλαχόπουλος, Δημήτρης Ιλαντζής, Γεώργιος Καρέτας, Ρένος Κουλμάσης, Δημήτρης Καλογήρου, Σταύρος Κυριαζίδης, Μιχαήλ Λεσέγκο, Αλέξης Οφροσίμοφ, Κ. Πετριτσόπουλος, Στέφανος Στρατηγός, Ιωάννης Σχοινάς, Γεώργιος Τσούχλος, Νίκος Φέρμας, Δ. Χατζηαντωνίου, Ιωάννης Χειμονίδης και Χριστόφορος Χειμάρας.

Λοιποί συντελεστές:

Ντεκόρ: Μάριος Αγγελόπουλος

Μακιγιάζ: Σταύρος Κελεσίδης

Ηλεκτρολόγος: Μάρκος Ζέρβας

Φωτογραφίες: Photo-Arxo

Μακέτες: Βασίλης Ασημάκης

Επίβλεψη: Κώστας Ανδρίτσος

Μουσική: Κώστας Γιαννίδης

Μοντάζ: Οπερατέρ: Ζόζεφ Χεπ

Φιλοποίμην Φίνος

Μηχανικός ήχου: Γιώργος Κριάδης

 

ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ

Η πρώτη δοκιμαστική λήψη έγινε στο στούντιο της «Φίνος Φιλμ» επί της οδού Στουρνάρα στις 11 Αυγούστου 1947, ημέρα Δευτέρα. Παρών ήταν ο δημοσιογράφος Αχιλλέας Μαμάκης, ο οποίος κατέγραψε όσα είχαν δει τα μάτια του:

«Το πρώτο που διεπίστωσα εκεί, από τα πράγματα, είνε ότι οι καλλιτέχναι του κινηματογράφου βγάζουν το ψωμί τους κυριολεκτικά με τον... ιδρώτα του προσώπου τους! Δεν είνε σχήμα λόγου. Ελυπήθηκα από τα βάθη της ψυχής μου τον δύσμοιρο Λογοθετίδη, που μ’ όλα τα 4%, τα οποία –όπως λένε– θα πάρη επί των ακαθαρίστων εισπράξεων του φιλμ, δεν είχε την ώρα εκείνη τίποτε που να του ζηλέψει κανείς... Αφού ο αγαπημένος κωμικός του αθηναϊκού Κοινού υπέστη επί μίαν σχεδόν ώραν την ταλαιπωρίαν του ιδιαιτέρου μακιγιάζ και εβγήκε από τα χέρια των φροντιστών με όλο το πρόσωπο βαμμένο με ειδική κοκκινωπή πάστα, κατόπιν υπεβλήθη –μία δε το μεσημέρι μέσα στο αυγουστιάτικο λιοπύρι– σε ακόμη μεγαλύτερη δοκιμασία: Αναγκάσθηκε επί μια άλλη σχεδόν ώρα να σταθή σ’ απόστασι δύο μέτρων από τον φακό, τον οποίον ερρύθμιζεν ο παλαίμαχος οπερατέρ κ. Χεπ –ένας από τους τεχνικούς μας ο οποίος άλλοτε “εγύριζε” ταινίες στην “Ούφα”– και εκεί υποχρεώθηκε να υποστή το εκτυφλωτικό φως από ολόκληρη ομάδα τεραστίων προβολέων. Με τα πρώτα λεπτά είδα τότε έναν Λογοθετίδη... να λυώνη! Μετεβάλλετο ολόκληρος σε ιδρώτα!.. Γιατί δεν είνε μονάχα το έντονον φως που ρίπτουν οι δέσμες τον προβολέων και που χωρίς υπερβολή σε στραβώνει. Είνε προ πάντων η αφάνταστη ζέστη που δημιουργείται από την ηλεκτρικήν δύναμιν των πολλών χιλιάδων κηρίων που καταυγάζουν τον χώρον όπου γίνεται το “γύρισμα” και όπου φυσικά πρέπει να στέκεται ο κινηματογραφούμενος. Αφήστε πια τα συμπαραμαρτούντα: Το “συνεργείον” αγρυπνεί. Έτσι μόλις οι θρόμβοι του ιδρώτος του πρωταγωνιστού εκίνδυνευαν να διαλύσουν το μακιγιάζ, αμέσως επλησίαζαν διάφορα “πονπόν” που τον εσκούπιζαν, πούδρες που προσετίθεντο, πάστες που εδιόρθωναν τα.. ρήγματα τα οποία εδημιουργούντο εις την βαμμένην επιφάνειαν του προσώπου. Μέσα σ’ αυτόν τον εκτυφλωτικής φωταψίας... “φούρνο” ευρέθηκε –παρακαλώ– επί 55 λεπτά της ώρας ο Λογοθετίδης διά να “γυρίση” ο Αλέκος Σακελλάριος μία και μόνη σκηνή. Ήταν –σημειώσατε– η πρώτη που λαμβάνεται εις την Ελλάδα με σύγχρονον φωνοληψίαν με τα τελευταίως αποκτηθέντα καινούργια μηχανήματα της “Φίνος”. Το μικρόφωνον είχε τοποθετηθή επάνω από τον καλλιτέχνη και στο “γύρισμα” της μανιβέλλας από τον κ. Χεπ, ο ίδιος ο κ. Φίνος επιστατούσε από το μέσα δωμάτιον του εργαστηρίου εις την αποτύπωσιν και της φωνής του. Θα πήτε γιατί διήρκεσε τόσο πολύ μια δοκιμαστική σκηνή; Έτσι συμβαίνει. Πολλές πρόβες, πολλές επαναλήψεις και ενίοτε... –θα το αποκαλύψω– και μικρολάθη του... αρχαρίου κινηματογραφικού αστέρος. Π.χ.: Όταν πια ενόμιζα πως όλα είχαν τελειώσει, διότι ο Λογοθετίδης μ’ όλο το απελπιστικό εκείνο μαρτύριο ζέστης, φωτισμού, ιδρώματος, ορθοστασίας, μακιγιάζ κλπ. με την καλλιτεχνική του πείρα και το θεατρικό του ένστικτο είχε γρήγορα κατατοπισθή εις τις τεχνικές αξιώσεις και είχεν αποδώσει τέλεια το πράγμα, ακούσθηκεν ο κ. Σακελλάριος να ξαναφωνάζη:

- Μια φορίτσα ακόμη...

Γιατί;

Η σκηνή είχεν εκτελεσθή άψογα θεατρικώς. Δεν είχεν εν τούτοις παρθή καλά... κινηματογραφικώς!

- Κύτταξες τον φακό, Βασίλη, εξήγησεν ο σκηνοθέτης...

Και άμα την ώρα που παίζει ο ηθοποιός κυττάξη έστω και ανεπαίσθητα προς το μέρος του φακού η υπόθεσις πάει περίπατο. Ο θεατής –μου ανέλυσαν ο κ. Φίνος και ο κ. Σακελλάριος– βλέποντας την ταινία θα έχη την εντύπωσιν ότι ο πρωταγωνιστής τον κυττάζει κατάματα και έχει βγη έξω από την σφαίρα του έργου το οποίον παίζει. Φυσικά αυτό αποτελεί ασυγχώρητο σφάλμα τεχνικής. Εφ’ ω και νέον λουτρόν ιδρώτος του Λογοθετίδη που, όπως απεδείχθη μετά δύο ημέρας όταν προεβλήθη το δοκιμαστικό αυτό κομμάτι, είνε και φωτογενής και φωνογενής πολύ και έτσι ελπίζεται ότι η ταινία του θα παρουσιάση ενδιαφέρον.»

Ένα μήνα αργότερα, μια αγγελία στον αθηναϊκό τύπο ζητούσε «γερμανικά είδη» (στρατιωτικό εξοπλισμό) για τις ανάγκες της ταινίας.

Μια άλλη αγγελία ζητούσε γνώστες της γερμανικής γλώσσας, με αποτέλεσμα να σχηματιστούν ουρές γερμανομαθών έξω από τα γραφεία της «Φίνος Φιλμ», η πλειοψηφία των οποίων είχε τρέξει όχι για το –ούτως ή άλλως ευτελές– μεροκάματο των 80 δραχμών, αλλά για να δουν το πρόσωπό τους στην οθόνη!

Η πρώτη σκηνή που γυρίστηκε ήταν η σκηνή με το κρυμμένο ραδιόφωνο μέσα σ’ ένα πηγάδι στην υποτιθέμενη αυλή, όπου και το σπίτι του κεντρικού ήρωα.

Τον Απρίλιο του 1983, στα χρονογραφήματά του στην εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος ο Αλέκος Σακελλάριος θυμόταν μια αλληλεπίδραση που είχε με τον πρωταγωνιστή της ταινίας, Βασίλη Λογοθετίδη, κατά τη διάρκεια εκείνου του γυρίσματος, όπου ο σπουδαίος εκείνος ηθοποιός παραδόθηκε με μεγάλη προθυμία στις διαταγές του σκηνοθέτη του παραμερίζοντας κάθε είδους εγωισμό, που θεωρητικά θα μπορούσε να έχει ένας πρωταγωνιστής του διαμετρήματος του Β. Λογοθετίδη:

«Όταν άρχισα να σκηνοθετώ αυτή την ταινία, είχα τρομερό τρακ. Πώς θα γινότανε εγώ, ένας ασήμαντος νεαρός να “σκηνοθετήσω” ένα κολοσσό σαν τον Λογοθετίδη; Ήταν δυνατόν να του πω εγώ πώς να παίξει; Αυτό, όπως φαίνεται, το κατάλαβε ο Λογοθετίδης –τι μεγάλος ηθοποιός και σπουδαίος άνθρωπος– που κατάφερε να μου δώσει με μια αφάνταστη λεπτότητα όλο το κουράγιο που μου έλειπε.

Γυρίζαμε μια σκηνή, σε μια πλακιώτικη αυλή μ’ ένα πηγάδι. Μέσα σ’ αυτό το πηγάδι είχανε βάλει οι πατριώτες ένα ραδιόφωνο που το ανεβάζανε με το σκοινί του κουβά. Ήταν η πρώτη σκηνή που γυρίζαμε.

Όταν τελείωσε η σκηνή –μια ολιγόλεπτη σκηνή– και είπα “στοπ”, φαίνεται η έκφρασή μου δεν ήταν και τόσο ενθουσιαστική, ίσως γιατί αλλιώς τον περίμενα τον Λογοθετίδη σ’ αυτή τη σκηνή.

Ο Λογοθετίδης το κατάλαβε, με πήρε απ’ το χέρι και με τράβηξε παράμερα.

- Δεν σου άρεσε...

- Όχι, κ. Λογοθετίδη... Μου άρεσε... Ωραία ήτανε.

Ο Λογοθετίδης με κοίταξε έντονα στα μάτια κι επανέλαβε:

- Δεν σου άρεσε... Αυτό είναι βέβαιο. Δεν ξέρω όμως γιατί δεν σου άρεσε.

- Μου άρεσε κ. Λογοθετίδη.

- Άκου να δεις… Εμείς τώρα συνεργαζόμαστε. Η ευθύνη βαρύνει και τους δυο μας το ίδιο. Ευγένειες και λεπτότητες δεν χωράνε. Όταν δεν σου αρέσει κάτι, θα μου το λες. Αν έχεις άδικο δεν θα σ’ ακούω. Αν έχεις δίκιο όμως, θα γίνεται όπως το θέλεις, γιατί αυτό δεν θα εξυπηρετεί μόνο εσένα, αλλά και μένα. Σύμφωνοι;

... Κι από τότε, όλα αυτά τα γόνιμα χρόνια της συνεργασίας μας, τα πήγαμε μέλι-γάλα.»     

Επειδή οι ηθοποιοί είχαν θεατρικές υποχρεώσεις, το μεγαλύτερο μέρος των γυρισμάτων πραγματοποιήθηκε μέσα στη νύχτα, όταν σχολούσανε τα θέατρα, μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες, όταν ξεκινούσαν οι εργασίες στα παρακείμενα εργοστάσια, που έριχναν την τάση του ηλεκτρικού ρεύματος και δεν μπορούσε να γίνει δουλειά!

Να σημειωθεί ότι το πλατό βρισκόταν σε μια μεγάλη εγκαταλελειμμένη αποθήκη, που βρισκόταν απέναντι ακριβώς από το εργοστάσιο τσιμέντων «Άτλας» στην περιοχή Τρεις Γέφυρες και η οποία είχε μετατραπεί σε στούντιο χάρη στην προσωπική εργασία του Φίνου. Πώς έγινε αυτό; Αφού ο Φίνος οικονόμησε –άγνωστο από πού– ένα μικρό προβολέα 500 βατ, μετέτρεψε απλές τενεκεδένιες σκάφες σε φώτα βιδώνοντας στα ντουί τους κοινές λάμπες των εκατό και διακοσίων κεριών, ενώ ως προβολείς χρησιμοποιήθηκαν και απλές λάμπες, που στηρίζονταν σε κάποιο πόδι, χωρίς να διαθέτουν τους ειδικούς φακούς των πραγματικών προβολέων!

ΠΡΟΒΟΛΕΣ - ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ

Τα γυρίσματα ολοκληρώθηκαν το Νοέμβριο του 1947 και η ταινία δεν άργησε να βρει το δρόμο για τις κινηματογραφικές αίθουσες. Μόνο που οι ιδιοκτήτες των κεντρικών αθηναϊκών κινηματογράφων έδειχναν αρχικά μεγάλη απροθυμία –γι’ αυτό άλλωστε και οι περισσότερες ελληνικές ταινίες της εποχής εκείνης προβάλλονταν στη μεγάλη οθόνη πολλούς μήνες μετά το τέλος των γυρισμάτων. Εν προκειμένω, η λύση δόθηκε μέσω... Θεσσαλονίκης. Ο Αλέκος Σακελλάριος θυμόταν το παρασκήνιο σε χρονογράφημά του στον Ελεύθερο Τύπο τον Απρίλιο του 1983:

«Θυμάμαι τότε, όταν τελειώσαμε την ταινία με χίλια βάσανα, με ξενύχτια αλλεπάλληλα, με μόχθο και ιδρώτα, προσπαθήσαμε να εξασφαλίσουμε την προβολή της σ’ έναν από τους κεντρικούς κινηματογράφους της Αθήνας. Κανένας, όμως, τότε δεν την ήθελε. Κανένας. Όλοι ήταν στο “Άσε” και στο “Θα δούμε”. Ο Φίνος τότε έγινε έξω φρενών.

- Θα κάνουμε πρώτη προβολή στη Θεσσαλονίκη.

Ο Γιαννακόπουλος κι εγώ που είχαμε βάλει σ’ αυτήν την ταινία ό,τι είχαμε και δεν είχαμε, παγώσαμε.

- Στη Θεσσαλονίκη;

- Ναι, γιατί;

Οι κινηματογραφιστές, τότε ακόμα, την Θεσσαλονίκη την θεωρούσαμε σαν ένα είδος επαρχίας. Μια ταινία που θα έκανε κάποια επιτυχία στην Αθήνα, θα μπορούσε μετά να κάνει και μερικές προβολές στη Θεσσαλονίκη. Μια ταινία, όμως, που θα πρωτοπαιζότανε στην Θεσσαλονίκη, θα μπορούσε να παιχθεί ύστερα στην Αθήνα; Ήταν, δηλαδή, σάμπως μια ταινία, που βγήκε την μια βδομάδα σε κινηματογράφους Β΄ Προβολής, να παιζότανε μετά σε κινηματογράφους Α΄ Προβολής.

- Σκέψου το, βρε Φιλοποίμην, μην την χαραμίσουμε την ταινία.

Ο Φίνος, όμως, ήταν αμετάπειστος.

- Θα την προβάλουμε στην Θεσσαλονίκη.

- Θα χάσουμε, όμως, τις προβολές της Αθήνας.

- Γιατί θα τις χάσουμε; Η ταινία θα έχει τέτοια επιτυχία στην Θεσσαλονίκη που ύστερα θα μας παρακαλάνε για να την προβάλουμε και στην Αθήνα.

Κι έτσι, δηλαδή, έγινε. Ο Φίνος συνεννοήθηκε με τον παλιό κι αξέχαστο φίλο Χρήστο Μουτσόπουλο, που είχε τότε στην Θεσσαλονίκη τον κινηματογράφο “ΠΑΛΛΑΣ” κι ορίστηκαν και οι ημερομηνίες. Τώρα, βέβαια, το “ΠΑΛΛΑΣ” που είναι στην παραλία ήταν ιδεώδης κινηματογράφος για την Άνοιξη και το Φθινόπωρο, αλλά δεν ήταν ο ενδεδειγμέος για την καρδιά του Χειμώνα. Αφού, όμως, δεν υπήρχε άλλη λύση...

Έτσι, κάποιο Σάββατο ή κάποια Κυριακή, ξεκινήσαμε κι οι τρεις, ο Φίνος, ο Γιαννακόπουλος κι εγώ να πάμε αεροπορικώς στη Θεσσαλονίκη –η Τ.Α.Ε. ήτανε νομίζω τότε– για να παρακολουθήσουμε την προβολή. Ο Φίνος, μερακλής όπως ήτανε πάντα, είχε πάρει μαζί του μια τσάντα, που την είχε γεμίσει κατσαβίδια και διάφορα άλλα εργαλεία. Ξέραμε –ήξερε, δηλαδή, ο Φίνος– ότι οι μηχανές προβολής των Κινηματογράφων είχανε χάλια αδιόρθωτα. Κι αυτά τα χάλια τα αδιόρθωτα είχε αποφασίσει να τα διορθώσει στο “ΠΑΛΛΑΣ” για ν’ ακουστεί σωστά ο ήχος, μια και η ταινία μας ήτανε η πρώτη ελληνική ταινία με σύγχρονη φωνοληψία. Θα πρέπει, ίσως, να ξέρετε για να καταλάβετε τις δυσκολίες –και τα έξοδα– που αντιμετωπίσαμε ότι τότε ακόμα δεν υπήρχε η “μαγνητική εγγραφή” που μας ήρθε μερικά χρόνια αργότερα. Με τη “μαγνητική εγγραφή” τα πράγματα είναι απλά. Γυρίζει την φωνή, την ακούς επιτόπου κι αν σ’ αρέσει προχωρείς πάρα κάτω. Τότε η φωνή γραφότανε κατ’ ευθείαν “οπτικά” απάνω στην ταινία που έπρεπε να “εμφανισθεί” κανονικά, όπως κι η ταινία με την φωτογραφία, για να την ακούσουμε ύστερα από δυο-τρεις μέρες από κάποια μηχανή προβολής. Δεν είχαμε, δηλαδή, όπως τώρα την ευχέρεια του άμεσου ελέγχου, πράγμα που μας υποχρέωνε πολλές φορές –όταν η φωνή είχε κάποιο λάθος– να πηγαίνουμε και να ξαναγυρίζουμε όλες τις σκηνές που είχαμε γυρίσει και που μας είχανε αχρηστευθεί απ’ την κακή φωνή.

Η πρώτη δουλειά του Φίνου, μόλις φθάσαμε στην Θεσσαλονίκη και εγκατασταθήκαμε σ’ ένα ξενοδοχείο Β΄ κατηγορίας, για λόγους οικονομίας, ήταν να πάει στην καμπίνα του “ΠΑΛΛΑΣ” και ν’ αρχίσει να παλεύρει με τη μηχανή που τελική την έκανε να κελαηδάει.».

Η πρώτη προβολή, λοιπόν, έγινε στη Θεσσαλονίκη, στον κινηματογράφο «Παλλάς» από τις 22 Δεκεμβρίου 1947. Περίπου 30.000 θεατές, σύμφωνα με τις σχετικές διαφημιστικές αγγελίες στον τύπο της Θεσσαλονίκης, παρακολούθησαν την ταινία, οι προβολές της οποίας συνεχίστηκαν για δεύτερη εβδομάδα στην ίδια αίθουσα. Εξάλλου, μόνο το διήμερο των Χριστουγέννων στο «Παλλάς» φέρονται να κόπηκαν περίπου 12.000 εισιτήρια.

Ο Αλέκος Σακελλάριος θυμόταν σχετικά με την επιτυχία της ταινίας στη «νύφη του Θερμαϊκού»:

«Σκοτωμός γινότανε έξω από το “ΠΑΛΛΑΣ”. Και μέσα, δεν μπορούσε κανείς να παρακολουθήσει τα συμβαίνοντα στην οθόνη από τα γέλια και τα χειροκροτήματα που δεν σταματούσανε ποτέ. Φαίνεται ότι τα “τέλια” χτυπήσανε εντόνως και στην Αθήνα, γιατί σε δυο-τρεις μέρες άρχισαν να πέφτουν οι προτάσεις βροχή. Έτσι την ταινία την έκλεισε ο Φίνος για προβολή την εβδομάδα των Φώτων στους δυο πιο μεγάλους και πιο εμπορικούς κινηματογράφους της Αθήνας, στο “REX” και στον “ΚΡΟΝΟ” της πλατείας Ομονοίας, το παλιό θέατρο “ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ” που κατεδαφίστηκε κι αυτό για να υψωθεί στην θέση του ένας ακόμα τσιμεντένιος όγκος».

Στην Αθήνα, η πρώτη προβολή πραγματοποιήθηκε δοκιμαστικά σε κλειστό κύκλο στο «Ρεξ» το πρωί της τελευταίας μέρας του χρόνου αφήνοντας πολύ θετικές εντυπώσεις. Ακολούθησαν οι επίσημες προβολές για το κοινό της πρωτεύουσας στους κινηματογράφους «Κρόνος» και «Ρεξ» από τις 5 Ιανουαρίου 1948.

Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα του τύπου, η εμπορική επιτυχία ήταν τεράστια από την πρώτη κιόλας μέρα με 8.500 εισιτήρια στο «Ρεξ» και άλλα 8.200 στον «Κρόνο». Συνολικά, 87.463 θεατές συνέρρευσαν στις δύο αίθουσες την πρώτη εβδομάδα προβολών: 46.400 στο «Ρεξ» και 41.063 θεατές στον «Κρόνο», όπου οι προβολές συνεχίστηκαν για δύο ακόμη εβδομάδες. Τη δεύτερη εβδομάδα (12-18 Ιανουαρίου 1948) κόπηκαν 30.511 εισιτήρια, στα οποία προστίθενται τα 20.772 εισιτήρια της τρίτης εβδομάδας προβολών (19-25 Ιανουαρίου 1948) στον κεντρικό αθηναϊκό κινηματογράφο.

Ώστε συνολικά, πάντα σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσίευε κάθε εβδομάδα η εφημερίδα Έθνος, τις τρεις εβδομάδες πρώτης προβολής της ταινίας στους κεντρικούς κινηματογράφους της πρωτεύουσας οι «Γερμανοί ξανάρχονται» έκοψαν αθροιστικά 159.518 εισιτήρια, αν και σύμφωνα με την ιστοσελίδα της «Φίνος Φιλμ" (αλλά και τον επίσημο της κινηματογραφικής σεζόν, όπως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ελευθερία στις 19.08.1948) κατά την πρώτη προβολή της στους αθηναϊκούς κινηματογράφους η ταινία έκοψε 136.033 εισιτήρια. Σε κάθε περίπτωση ήταν η εμπορικότερη απ' όλες τις ταινίες -ελληνικές και ξένες- που προβλήθηκαν στους αθηναϊκούς κινηματογράφους α΄ προβολής τη σεζόν 1947-48!

Οι προβολές συνεχίστηκαν σε συνοικιακούς κινηματογράφους της Αθήνας (π.χ. «Κόσμος» και «Βρετάνια» επί της πλατείας Αγίων Ασωμάτων από τις 26.01.1948, το «Ν. Ροζικλαίρ» από τις 02.02 κλπ.).

Η εμπορική επιτυχία της ταινίας γιορτάστηκε στις 19 Ιανουαρίου στον «Κρόνο», όπου τη βραδινή προβολή (στις 10 μ.μ.) παρακολούθησαν σχεδόν όλοι οι συντελεστές του φιλμ, ενώ την ώρα του διαλείμματος ο θεατρικός συγγραφέας Δημήτρης Μπόγρης –ως εκπρόσωπος της Εταιρίας Συγγραφέων– ανέβηκε στη σκηνή και επισήμανε τη μεγάλη επιτυχία που είχε σημειώσει το έργο τόσο στο θέατρο, όσο και στον κινηματογράφο («Δεν έχουμε τα τεχνικά μέσα των ξένων. Άμα όμως διαθέτουμε συγγραφείς που προσπαθούν να δώσουν κάτι καλό, ηθοποιούς που βοηθούν το έργο του και κοινό που ενισχύει με τόση στοργή την κίνηση για να πάει μπροστά ο εγχώριος κινηματογράφος, καμιά αμφιβολία δεν χωρεί πως θα έχουμε μελλοντικά ευτυχέστερα και αποδοτικότερα αποτελέσματα» σημείωσε μεταξύ άλλων), ενώ λίγα ευχαριστήρια λόγια προς το κοινό απηύθυναν τόσο ο Αλέκος Σακελλάριος, που σύστησε στο κοινό τους συντελεστές έναν προς έναν, όσο και ο πρωταγωνιστής της ταινίας, Βασίλης Λογοθετίδης, μέσα σε κλίμα γενικού ενθουσιασμού. «Με τέτοια στοργή και τόσο ενδιαφέρον, ενισχυόμεθα και εμείς διά να μπορέσουμε στο μέλλον να παρουσιάσουμε κάτι που να μη ντρεπόμαστε να το εμφανίσουμε και που να εδραιώσει μια μέρα τον ελληνικό κινηματογράφο στα καλλιτεχνικά πλαίσια που πρέπει ν’ ανέβει», ανέφερε μεταξύ άλλων ο αγαπημένος κωμικός ηθοποιός.

Άξιο αναφοράς είναι ότι τη μέρα εκείνη, δηλαδή στις 19.01.1948 (πρώτη μέρα της τρίτης εβδομάδας προβολών), ο «Κρόνος» έκοψε συνολικά 2.500 εισιτήρια, που ήταν η τρίτη καλύτερη επίδοση της ημέρας –πίσω από την «Τζίλντα» με πρωταγωνίστρια τη Ρίτα Χέιγουορθ που παιζόταν σε τρεις αίθουσες και έκοψε αθροιστικά 13.500 εισιτήρια, ενώ στη δεύτερη θέση με 3.000 εισιτήρια τη μέρα εκείνη βρέθηκε το «Παλλάς» με την ταινία «Κυρία Πάργκιγκτον».

Μετά το πέρας των προβολών στους μεγάλους κεντρικούς κινηματογράφους της Αθήνας, οι σεναριογράφοι Χρ. Γιαννακόπουλος και Αλ. Σακελλάριος ευχαρίστησαν δημόσια, με επιστολή τους που φιλοξενήθηκε στις σελίδες της εφημερίδας Έθνος στις 31.01.1948, «τους άξιους τεχνικούς της Φίνος-Φιλμ, στους οποίους κατά μέγα μέρος οφείλεται η νίκη αυτή της ελληνικής κινηματογραφίας. Γιατί είνε γεγονός ότι κι’ οι ηθοποιοί, κι οι συγγραφείς, κι ο σκηνοθέτης, κι ο συνθέτης, κι ο σκηνογράφος, θα ήταν κεφάλαια ανεκμετάλλευτα αν δεν υπήρχε η κατά κοινήν ομολογία αριστουργηματική φωτογραφία του οπερατέρ κ. Ζοζέφ Χεπ, η πρωτοφανής για ελληνική ταινία σύγχρονος φωνοληψία του κ. Γ. Κριάδη, το άψογο μακιγιάζ του κ. Σταύρου Κελεσίδη κι η αναμφισβήτητη αξία του ηλεκτρολόγου κ. Μάρκου Ζέρβα. [...] Όσο για τον αγαπητό φίλο και τέως συνεργάτη μας κ. Φ. Φίνο –ο οποίος εμφανίζεται μετριοφρόνως μόνον ως “μοντάζ” εις τους τίτλους των έργων– είνε αρκετά γνωστό ότι αυτός είνε η ψυχή του κινηματογραφικού του στούντιο κι ότι υπό την διεύθυνσι και την επίβλεψί του έγινε όλο το τεχνικό μέρος της ταινίας μας, που τόση προξένησε εντύπωσι για την αρτιότητά του».

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Πώς όμως υποδέχτηκαν την ταινία οι κριτικοί;

Ο Χρ. Ελ. επισήμανε ως βασικό παράγοντα της εμπορικής επιτυχίας της το πολύ επιτυχημένο ομώνυμο θεατρικό έργο, πάνω στο οποίο ήταν βασισμένο το σενάριο, και γεμάτος ενθουσιασμό σχολίασε στην εφημερίδα Μακεδονία:

«Φωτογραφία, φωτισμός, φωνοληψία, συγχρονισμός, ανσάμπλ, ντεκουπάζ, κίνησις, εξωτερικά, τοποθέτησις και διάρκεια των σκηνών, λεπτομέρειες όλες που συναρμολογημένες από ένα επιδέξιο ρεζισέρ δίνουν εκείνο που χαρίζει στον θεατή την άνεση του επιμελημένου φιλμ, ξεχωρίζουν την ωραία αυτήν δημιουργία του “Φίνος Φιλμ” και όχι μόνο την βγάζουν απ’ την αξιοθρήνητη κατηγορία μερικών ντόπιας κατασκευής “κινηματογραφικών αριστουργημάτων” που κατά καιρούς... απολαύσαμε, αλλά την τοποθετούν στο επίπεδο πολλών καλών ευρωπαϊκών και αμερικανικών φιλμ.

Λίγα, ορατά όχι στο κάθε μάτι, ικανά να ανθέξουν και στην πιο μιμουαπτική κριτική είνε τα από τεχνικής πλευράς ψεγάδια των “Γερμανών”. Ο οπερατέρ του έργου αποδείχθηκε μαέστρος σε σύλληψη, εκμετάλλευση και απόδοση των λεπτομερειών που έπεσαν μέσα στο οπτικό πεδίο του ομπτσεκτίφ του. Την ατέλεια, την αναπόφευκτη αυτή “αχίλλειο πτέρνα” και του πιο γερού φιλμ, καλύπτει με τον όγκο της η επιτυχία του συνόλου και έτσι οι “Γερμανοί” της “Φίνος Φιλμ” ανοίγουν μια ελπιδοφόρο προοπτική για τον ελληνικό κινηματογράφο.

Αλλά και στον τρίτο βασικό παράγοντα της επιτυχίας του στάθηκε τυχερός ο σκηνοθέτης του έργου κ. Αλέκος Σακελλάριος. Όλα τα πρόσωπα του έργου, με επικεφαλής τον Βασίλη Λογοθετίδη –την προσωπική σφραγίδα του οποίου φέρουν απ’ την αρχήν ως το τέλος των οι “Γερμανοί”– απέδωσαν άψογα. Τέλειος στον επεισοδιακό ρόλο του ο Τσαγανέας. Πολλοί καλοί, με πλήρη αντίληψι ότι κινούνται και παίζουν κάτω απ’ το φως του προβολέως λήψεως και όχι της ράμπας και της μπαλάντζας οι κ.κ. Πρωτόπαπας, Λ. Διανέλος, Ν. Δημόπουλος και Α. Ροζάν έδωσαν μια υπολογίσιμη συμβολή στην επιτυχία του έργου. [...]». 

Ένα σύντομο σχόλιο του θεατρικού συντάκτη της εφημερίδας Ακρόπολις σχετικά με την εμπορική επιτυχία της ταινίας υπογράμμιζε ότι «ο κοσμάκης ημπορεί να βλέπη τον δημοφιλή κωμικό κ. Λογοθετίδην, περισσότερη ώρα και πληθωρικότερον εις το μπρίο του», ξεχώρισε τη σκηνοθεσία ως «κάπως αισθητικώς μεθοδικώτερη», όμως σε γενικές γραμμές αξιολογούσε την ταινία ότι «παραμένει εις τας “καθ’ ημάς” μέχρι τούδε κινηματογραφικάς δυνατότητας».

Στο αναλυτικό του κριτικό σημείωμα στην εφημερίδα Έθνος, ο Αχιλλέας Μαμάκης διέκρινε τρία «αναμφισβήτητα» προσόντα του φιλμ: «Είνε η πρώτη ελληνική ταινία που “γυρίσθηκε” με σύγχρονον φωνοληψίαν. Μεταφέρει την τεχνική και την δημοτικότητα του Λογοθετίδη εις την οθόνη. Και βλέπει κανείς καθαρή διάθεσι σκηνοθετικής φροντίδος στην εμφάνισι κάθε λεπτομερείας. Είνε συνεπώς ταινία, που σημειώνει αναμφισβήτητα βήμα προόδου στην εγχώριο παραγωγή», φροντίζοντας ωστόσο να υπογραμμίσει ότι «Αυτά που είχαμε ακούσει από την Θεσσαλονίκη, πως είνε δήθεν ταινία, που μπορεί να συγκριθή με την ξένη παραγωγή, θα μου επιτραπή να παρατηρήσω πως είνε υπερβολές».

Δύο επισήμανε ως τρωτά σημεία: «Το ένα είνε ότι η τελευταία εξέλιξις των πολιτικών μας πραγμάτων κάνει ώστε να ξεθωριάζη σημαντικά, εάν όχι τελείως, η αρχική σατιρική τους βάσις. Σήμερα δεν διασκεδάζει πια ο κόσμος με τις υπερβολές των δύο άκρων, γιατί απλούστατα αυτά έπαυσαν πλέον να είνε κομματικά. [...] Δεν κάνω πολιτική. Το σενάριο είνε εκείνο που απηχεί παλαιότερο πολιτικό κήρυγμα συμφιλιώσεως και ενότητος, το οποίον όμως δυστυχώς, λόγω Μάρκου, είνε πια ξεπερασμένο. Σήμερα άνθρωποι, οι οποίοι να μη παίρνουν θέσι στην εξέλιξι της όχι πια πολιτικής, αλλά εθνικής διαμάχης, δεν υπάρχουν –ή, εάν θέλετε ακριβέστερα, δεν επιτρέπεται να υπάρχουν. Δεύτερο τρωτό: Άμα το βγάλη κανείς το έργο της συμπαθούς δυάδος έξω από την ατμόσφαιρα του ειδικού αυτού πολιτικού πλαισίου, θα πρέπει τότε να υποστηρίξη, ότι δεν προσφέρεται πολύ από απόψεως καθαρού κινηματογραφικού μύθου. Ο θεατής είνε αναντίρρητο ότι έχει διαφορετικές αξιώσεις από την πλοκή, που διατηρεί και ως σενάριο πολλή θεατρική υφή».

Αναφορικά με την ερμηνεία του Βασίλη Λογοθετίδη, ο Αχ. Μαμάκης αναγνώρισε μεν ότι «κάνει προσωπικώς αυτός –ανεξαρτήτως υποθέσεως και... θέσεως– τον κόσμο να γελάη και να γελάη πολύ», ωστόσο διέκρινε μια υπερβολή στο παίξιμό του: «Προσπαθεί με κάθε μέσο να βγάλη σε κάθε στιγμή γέλιο. Και έτσι, όταν η κατάστασις δεν είνε κωμική ή δεν βοηθάει το κείμενον, καταφεύγει σ’ επιτήδευσι. Κάνει κατάχρησι μορφασμών, χειρονομιών ή μεταφέρει τα θαυμάσια σκηνικά τρυκ του –προ πάντων ομιλίας– αυτούσια κι εις την ταινία. Αλλ’ ο κινηματογράφος δεν είνε το ίδιο πράγμα».

Ο δημοσιογράφος ξεχώρισε τις ερμηνείες του Χρ. Τσαγανέα («που έχει ομολογουμένως πολύ καλή καλή απόδοσι στον επεισοδιακό ρόλο ενός τρελλού»), του Μίμη Φωτόπουλου («που (αν και αυτός με παίξιμο θεατρικής τεχνοτροπίας) ακούεται πολύ ευχάριστα»), του Πρωτόπαππα, του Ροζάν και της Ίλιας Λιβυκού («η οποία συνθέτει την καλύτερη γυναικεία εμφάνισι της ταινίας και έχει γενικά έναν “αέρα” πολύ πιο ικανοποιητικόν από ό,τι την είδαμε έως τώρα εις την σκηνή»), όμως στάθηκε αυστηρός με τους υπόλοιπους ηθοποιούς, όπως με τη Νίτσα Τσαγανέα, η φωνή της οποίας «δεν προσφέρεται στον κινηματογράφο», καθώς και με τη Γεωργία Βασιλειάδου, η οποία «περιορίζεται εις το να... ανοίγη διαρκώς τα χέρια της».

Απογοητευμένος από την ταινία, ο Μάριος Πλωρίτης έγραφε στην Ελευθερία:

«Ο κ. Α. Σακελλάριος είχε δώσει πέρσι (σα σκηνοθέτης) την πιο “κινηματογραφική” ελληνική ταινία, το “Παπούτσι απ’ τον τόπο σου”. Που είχε και κίνηση, και οπτική σύλληψη αξιόλογη και αίσθηση των νόμων της νέας τέχνης (νομίζω πως σ’ αυτό δεν τον βοήθησε λίγο ο οπερατέρ κ. Πρ. Μεραβίδης). Παραμερίζω την κακότυχη και κακόγουστη εκείνη “Μαρίνα” του, για να φτάσω στους “Γερμανούς”, που μαρτυράνε ότι ο κ. Σακελλάριος αντί ν’ αξιοποιήσει τα διδάγματα και την επιτυχία του “Παπουτσιού”, δε σκέφτηκε δυστυχώς παρά πώς να τα εκμεταλλευτεί εμπορικά. Κι έχοντας στο χέρι τη σκηνική επιτυχία περιορίστηκε να τους μεταφέρει αυτούσιους στην οθόνη χωρίς ν’ αλλάξει ιώτα κι είναι κρίμα. Όχι για το θέμα του έργου –είπα, όταν το ανέβασε πέρσι το θέατρο Κοτοπούλη, τη γνώμη μου γι’ αυτά, σαν “ιδέα” και σαν ποιότητα. Κρίμα είναι που οι ικανότητες του κ. Σακελλάριου πνίγηκαν μέσα στους ταμειακούς υπολογισμούς. Κρίμα, που, αντί για κινηματογραφικό έργο, δε μας παρουσίασε παρά μια κατά λέξη μεταφορά της κωμωδίας, παραγνωρίζοντας ότι τώρα μιλούσε σ’ άλλη γλώσσα, που γύρευε αλλοιώτικους τρόπους έκφρασης. Κρίμα, που η αναμφισβήτητη τεχνική πρόοδος που παρουσιάζει η ταινία (σύγχρονη λήψη εικόνας και ήχου, έτσι που να μην υπάρχει πια ζήτημα συγχρονισμού) σπαταλήθηκε μάταια.

Ο κ. Σακελλάριος “νοιώθει” τον κινηματογράφο. Απόδειξη πως και σ’ αυτό το “κινηματογραφημένο θέατρο” έδωσε κίνηση, ποικιλία “πλάνων”, σύνδεσε μ’ επιτυχία τις δανεικές από “Επίκαιρα” σκηνές –όλ’ αυτά είναι σημαντικά για την εμβρυακή κινηματογραφία μας. Γιατί να μην αναζητήσει κάτι αυτούσια κινηματογραφικό όπου να εφαρμόσει την πείρα του (έχει πια κάποια πείρα) και τις ικανότητές του; Γιατί να κλείνεται στις θεατρικές μπαλαφαριές του “Τζιτζιφρίγκου”; Όχι επειδή είναι μπαλαφαριές. Αλλά επειδή είναι θεατρικές. Ο ελληνικός κινηματογράφος δε χρειάζεται (ούτε μπορεί για πάρα πολύν καιρό ακόμα να φτιάξει) έργα “μεγάλης πνοής”. Ταινίες κοινές, απλές, γυρεύει, που νάναι όμως ισορροπημένες, όσο γίνεται λιγότερο ανόητες και, προπάντων, κινηματογραφικές. Έπειτα θάρθουν τ’ άλλα –αν πρόκειται νάρθουν ποτέ: η τελειοποίηση της τεχνικής κι η κατάκτηση της τέχνης. Ο κ. Σακελλάριος, που μαζί με το συνοδοιπόρο του κ. Χρ. Γιαννακόπουλο κάνουν (ας μου το επιτρέψουν γι’ άλλη μια φορά) αρκετό κακό στο καλό ελληνικό θέατρο, θα μπορούσε να κάνει αρκετά καλό στον κακό –για την ώρα– ελληνικό κινηματογράφο».

Στον αντίποδα, καταγοητευμένος από την ταινία εμφανιζόταν ο Γιώργος Λαζαρίδης στο Εμπρός μερικούς μήνες μετά την προβολή της. Εστίαζε ιδιαίτερα στο γεγονός ότι ο σκηνοθέτης Αλέκος Σακελλάριος, αν και δεν διέθετε εμπειρία από την τέχνη του κινηματογράφου, «κατάφερε να δημιουργήση μια καλή ελληνική ταινία με μόνο οδηγό την μεγάλη του αντίληψι, την διαίσθησί του και την πλουσία σκηνική του πείρα».

Τι πίστευαν όμως ξένοι κριτικοί; Με αφορμή την προβολή της ταινίας στο Golden Theatre της Νέας Υόρκης από τις 13.04.1949, το περιοδικό Variety φιλοξένησε τα εξής σχόλια:

«Το μεγαλύτερο μέρος των εισπράξεων πρέπει να προέρχεται μόνο από το ελληνόφωνο κοινό, επειδή, προφανώς, όσοι καταλαβαίνουν τη γλώσσα την αξιολογούν ως ξεκαρδιστικά αστεία. Η μετάφραση στ’ αγγλικά μέσω των τίτλων της ταινίας χάνει πολλά από τα υπονοούμενα και τις λεπτές διαφορές. Παρότι αποτυγχάνει ν’ ανταποκριθεί στα πρότυπα της αμερικανικής παραγωγής, είναι κατά πολύ ανώτερη κάποιων προπολεμικών ελληνικών παραγωγών. Η ταινία δείχνει ότι τα ελληνικά κινηματογραφικά στούντιο προσπαθούν για ένα μερίδιο στην παγκόσμια αγορά και σημειώνουν πρόοδο.

Η ιστορία ξεκινάει στην Αθήνα τη μεταπολεμική εποχή της ανοικοδόμησης, όταν υπήρχε οξύς πολιτικός διχασμός και άφθονοι καβγάδες στις γειτονιές. Με αυτό ως φόντο, η πλοκή δείχνει τον ήρωα να κοιμάται και στ’ όνειρό του να ξαναζεί πολλά απ’ όσα του είχαν συμβεί κατά τη διάρκεια του τελευταίου πολέμου.

Αυτό επιτρέπει πολλές φαρσικές πινελιές, αν και το μεγαλύτερο μέρος του αμερικανικού κοινού θα σκεφτεί ότι υπάρχουν υπερβολικά πολλές χειρονομίες και σαχλαμάρες.

Ο Βασίλης Λογοθετίδης, ένας αψεγάδιαστος ηθοποιός του ελληνικού θεάτρου, τα πάει αρκετά καλά στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Θυμίζοντας τον Ρεμού [σ.σ. Γάλλος ηθοποιός], καταφεύγει σε υπερβολικές μούτες, κάτι που δείχνει ότι δεν είναι συνηθισμένος να παίζει μπροστά στην κάμερα. Ο Τσαγανέας, ένας ικανός ηθοποιός, είναι μέσα στο ρόλο ενός ασθενή ψυχιατρείου. Οι ηθοποιοί των δευτερευόντων ρόλων, που προέρχονται κυρίως από την ελληνική σκηνή, κάνουν υπερβολικά πολλές πόζες και απαγγελίες, όμως το φταίξιμο γι’ αυτό πρέπει να το χρεωθεί ο σκηνοθέτης».

εφημερίδα Έθνος, 12.03.1949

 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου