«Η Τσιγγάνα της Αθήνας»: Η πρώτη ελληνική ταινία, που προβλήθηκε μόνο στο εξωτερικό

Εν τω μεταξύ, το Μάιο του 1922 έκανε την εμφάνισή του στην Αθήνα, άρτι αφιχθείς από το εξωτερικό, ο περιβόητος Αχιλλέας Μαδράς, η πιο καλτ, όσο και εμβληματική φυσιογνωμία της προπολεμικής περιόδου του ελληνικού κινηματογράφου.
Σαν ηθοποιός ο Μαδράς, που μέχρι το τέλος της ζωής του θα περηφανευόταν για τη συνεργασία του με τη Γαλλίδα ηθοποιό Σάρα Μπερνάρ, ήταν ήδη γνωστός σε μερίδα του θεατρόφιλου κοινού. Τον Ιούλιο του 1913 βρισκόταν στην Ελλάδα και έβαλε αγγελία σε εφημερίδα γνωστοποιώντας ότι έδινε μαθήματα σκηνοθεσίας, απαγγελίας και διόρθωσης προφοράς.

Ξεχωριστή τιμή για τον ίδιο το γεγονός ότι η προτομή του ως «Οθέλος», κατασκευασμένη από το γλύπτη Ν. Στεργίου, κοσμούσε την προθήκη καταστήματος επί της οδού Σταδίου το φθινόπωρο του 1916. Πρωταγωνιστούσε σε σαιξπηρικές κυρίως παραστάσεις, όπως στον «Άμλετ» και στη «Λουκρητία Βοργία» το Νοέμβριο του 1917 μαζί με τον Δελενάρδο ή στον «Έμπορο της Βενετίας» το Δεκέμβριο του 1918 δίπλα σε δύο σπουδαίους ηθοποιούς, τον Αιμίλιο Βεάκη και τον Αθανάσιο Μαρίκο. Τον δε Σεπτέμβριο του 1917 εμφανιζόταν και πάλι έτοιμος να διδάξει δωρεάν μαθήματα υποκριτικής σε κάθε ενδιαφερόμενο.


Το Μάιο του 1922, ύστερα από πολυετή απουσία στο εξωτερικό ο Μαδράς παρουσιαζόταν ξαφνικά ως «αντιπρόσωπος κινηματογραφικού οίκου της Βιέννης» απευθύνοντας πρόσκληση σε όσους ενδιαφέρονταν να συμμετάσχουν στα γυρίσματα μιας ελληνικής ταινίας, που θα σκηνοθετούσε ο ίδιος. Ήταν η «Τσιγγάνα της Αθήνας», τα γυρίσματα της οποίας άρχισαν στα μέσα του μήνα με προοπτική να ολοκληρωθούν σε τέσσερις εβδομάδες, ώστε ν' ακολουθήσει αμέσως η προβολή της στις κινηματογραφικές αίθουσες. Οι ενδιαφερόμενοι, ερασιτέχνες ηθοποιοί θα έπρεπε ν' απευθυνθούν στα γραφεία κάποιας «Πάλλας Φιλμ» επί της οδού Πανεπιστημίου, ενώ υπήρχε το δέλεαρ ότι οι επιτυχόντες θα προσλαμβάνονταν από ξένους κινηματογραφικούς οίκους, οι οποίοι κατά πάσα πιθανότητα αγνοούσαν ακόμη και την ύπαρξη του Μαδρά!

Αρχικά, η εφημερίδα Αθήναι έδειξε αρκετό ενδιαφέρον για την ταινία και χάρη σε δημοσίευμά της πληροφορούμαστε ότι κάποια από τα γυρίσματα της «Τσιγγάνας» πραγματοποιήθηκαν το πρωί και το απόγευμα της 17ης Μαΐου στην Ακρόπολη και στο Βασιλικό κήπο αντίστοιχα, όπου την υποκριτική τους δεινότητα ξεδίπλωσαν η «διάσημος χορεύτρια Φαρίντα» (προφανώς ο συντάκτης αναφερόταν στη μούσα και σύντροφο του Μαδρά, Φρίντα Πουπελίνα), καθώς κι ένα αόριστο πλήθος «εκλεκτών ηθοποιών ξένων και ημετέρων». Από το ίδιο δημοσίευμα - χωρίς να εγγυάται κανείς την αξιοπιστία του - πληροφορούμαστε ότι η ταινία είχε προϋπολογιστεί 50.000 φράγκα.
Η Φρίντα Πουπελίνα

Πάντως, το τελικό αποτέλεσμα δεν ικανοποίησε και η ταινία δεν βρήκε διανομή στους αθηναϊκούς κινηματογράφους, όπου δεν παίχτηκε ποτέ - ή μάλλον θα παιζόταν κάτω από ιδιαίτερες συνθήκες και με αρκετές τροποποιήσεις πολλά χρόνια αργότερα υπό τον τίτλο «Ο μάγος της Αθήνας». Και πώς οι επιχειρηματίες να μην απέρριπταν την ταινία, αφού δεν έλειπαν κάποια χτυπητά, τεχνικά λάθη. Για παράδειγμα, κατά τη λήψη μιας σκηνής, όπου ο πρωταγωνιστής έπρεπε να βηματίζει θυμωμένος στο γραφείο του, ο οπερατέρ δεν ανέβασε σωστά το φακό, ώστε κατά τη δοκιμαστική προβολή φαίνονταν απλά δυο πόδια χωρίς κεφάλι!

Η ΠΡΟΒΟΛΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΟΜΟΓΕΝΕΙΣ

Η πρώτη προβολή της «Τσιγγάνα της Αθήνας» πραγματοποιήθηκε για τους Έλληνες της Νέας Υόρκης στο «Times Square Theatre» του Μπρόντγουεϊ στις 20 Απριλίου 1924 σε τρεις παραστάσεις, που περιελάμβαναν ποικιλία θεαμάτων. [Θα ακολουθούσαν προβολές και σε άλλες ελληνικές παροικίες των ΗΠΑ τους επόμενους μήνες] Στο πρώτο μέρος της κάθε παράστασης προβλήθηκαν τέσσερις ταινίες μικρού μήκους της κινηματογραφικής εταιρίας του Μαδρά («Ajax Film Company»): «Η παρασημοφορία των Αμερικανών», «Η τραγική έξοδος των προσφύγων», «Η καταστροφή της Σμύρνης» και «Ανταλλαγή των αιχμαλώτων». Στα τέλη Οκτωβρίου, οι παραπάνω ταινίες - χωρίς την «Τσιγγάνα» - προβλήθηκαν και στους Έλληνες του Σικάγο.

Το πρόγραμμα περιελάμβανε επίσης χορό Καρακατσάνηδων ντυμένων με φουστανέλες, ενώ περίοπτη θέση είχε ο χορός «Θάνατος του Κύκνου», το πιο περίεργο ίσως χορευτικό στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου, που αναπαραστάθηκε από την Πουπελίνα τόσο κινηματογραφικά (στην «Τσιγγάνα») όσο και ζωντανά για το κοινό της αίθουσας. Ο χορός περιλάμβανε μόλις δυο άτεχνες και στατικές κινήσεις της μούσας του Μαδρά, όμως εντυπωσίασε τόσο πολύ τον σκηνοθέτη, ώστε οι σχετικές σκηνές θα συμπεριλαμβάνονταν και στο «Μάγο της Αθήνας» το 1931.

Εξάλλου, μετά το τέλος των απογευματινών παραστάσεων η Πουπελίνα ερμήνευσε μια σκηνή από την «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή σε αρχαία ελληνικά (ή τουλάχιστον αυτό διαφημιζόταν), όταν η Ηλέκτρα ζητά τη βοήθεια των θεών για να τιμωρηθούν οι φονιάδες του πατέρα της, Αγαμέμνονα. Μετά τη βραδινή παράσταση ήταν η σειρά του Μαδρά να δώσει ρεσιτάλ ερμηνεύοντας από την «Ορέστεια» του Αισχύλου την καταδίωξη του Ορέστη από τις Ερινύες.

Όσον αφορά την «Τσιγγάνα της Αθήνας», που διαφημίστηκε ως μια «ταινία παρμένη γύρω από την Ακρόπολι και μέσα στη σημερινή ζωή των Αθηνών», προβλήθηκε στο δεύτερο μέρος της κάθε παράστασης στο Μπρόντγουεϊ. Ορχήστρα 20 οργάνων υπό τη διεύθυνση του Λουκιανού Καββαδία τη συνόδευε, ενώ ο βαρύτονος Βελγαρίνο τραγούδησε το ερωτικό τραγούδι του τσιγγάνου Γιαρ.

Χάρη σ’ ένα διαφημιστικό φυλλάδιο έχουμε μια γενική ιδέα για την αλλοπρόσαλλη υπόθεση του έργου: Μια ιδιότροπη Αμερικάνα από το Σικάγο (η Πουπελίνα) επισκέπτεται με τον πατέρα της τα αρχαία της Αθήνας και μαγεύεται τόσο πολύ, ώστε θέλει να παντρευτεί Έλληνα. Ωστόσο, με κάποιο μυστηριώδη τρόπο η Αμερικάνα ξαφνικά γίνεται... τσιγγάνα και πεθαίνει για ένα χαμένο έρωτα με τον αρχιτσιγγάνο Γιαρ (ο Μαδράς).


Η πεντάπρακτη ταινία (μήκους 5000 ποδών) προβλήθηκε λογοκριμένη. Η αρμόδια επιτροπή της πολιτείας της Νέας Υόρκης ζήτησε να κοπούν: α) η ανάδυση της Αφροδίτης από τη θάλασσα (πλην του πρώτου πλάνου) στην πρώτη πράξη του φιλμ, β) η κλοπή κολιέ από μια κοπέλα που βρισκόταν αναίσθητη στο εσωτερικό αυτοκινήτου, γ) η πτώση κοπέλας από γκρεμό, δ) δυο πλάνα από το χορό της κοιλιάς και ε) τα κοντινά πλάνα ενός χορού πάνω σε βράχο. Η επιτροπή έκρινε ότι οι σκηνές αυτές ήταν «απρεπείς» ή «έτειναν στην πρόκληση εγκλήματος».

Ποια ήταν, όμως, η απήχηση της «Τσιγγάνας των Αθηνών» στους ομογενείς; Αποκαλυπτικό ήταν το σχόλιο της εφημερίδας Εθνικός Κήρυξ: «Φρονούμεν ότι η υπόθεσις και το ιδεώδες του έργου ήτο κάπως πέραν των σημερινών αντιλήψεων, και υπέρ το δέον ανθρωπιστικόν διά τους συγχρόνους κοινωνικούς θεσμούς». Ωστόσο, με νοσταλγική διάθεση ο συντάκτης δήλωνε ευχαριστημένος από την προβολή αρχαίων μνημείων (η Ακρόπολη, οι Καρυάτιδες και το θέατρο Ηρώδου του Αττικού), τα οποία μαζί με τις εικόνες από τη σύγχρονη ζωή στην πόλη «φέρουν τον παρατηρητήν εις τας Αθήνας». Με άλλα λόγια, ο συντάκτης ενθουσιάστηκε απλά επειδή έβλεπε εικόνες της μακρινής πατρίδας αδιαφορώντας για το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα επί της οθόνης.

Σαφώς θετικότερα σχολίαζε η ίδια εφημερίδα τις ταινίες μικρού μήκους και κυρίως το περίεργο μοντάζ αυτών, καθώς τη συγκίνηση από το δράμα της μικρασιατικής καταστροφής διαδέχονταν χαρούμενες εικόνες από... χορούς! Άραγε, στ' αλήθεια ο συντάκτης είχε εντυπωσιαστεί από αυτήν την απίθανη εναλλαγή εικόνων ή απλά έψαχνε κάτι θετικό για να γράψει;
«Αν ο κ. Μαδράς εστερείτο καλλιτεχνικής και ψυχολογικής αντιλήψεως, η όλη ταινία θα ήτο δυσάρεστος, πολύ δυσάρεστος παράστασις. Έβλεπε κανείς διηνεκώς εξελισσομένην την εικόνα της Μικρασιατικής τραγωδίας, την ερήμωσιν, την πυρκαϊάν, τα ράκη, την πείναν, τους ακρωτηριασμούς, μίαν ζωντανήν, ίσως περισσότερον ζωντανήν, παρ' όσον θα ηνείχετο μία Ελληνική ψυχή, εικόνα, αλλ' είχε την έμπνευσιν ο κ. Μαδράς εις το σημείον, ότε η λύπη, η αγωνία εκορυφούτο, να παρουσιάζη τας εορτάς του Ερυθρού Σταυρού, τους Καρακατσάνηδες, και ταυτοχρόνως να εξέρ­χηται εις την σκηνήν ημίσεια δωδεκάς φουστανελλοφόρων να χορεύουν τον Καλαματιανόν».

* * *
Ο Μαδράς επέμεινε στο κυνήγι του αμερικάνικου ονείρου κερδίζοντας εκτενή αφιερώματα στις σελίδες του ομογενειακού τύπου. Το Μάρτιο του 1925 ανέβασε στη Νέα Υόρκη την παράσταση «Πριγκίπισσα της Τσάρδας» χωρίς επιτυχία, παρά τις διθυραμβικές κριτικές που δέχτηκε, κάτι που ο ελληνοαμερικανικός τύπος απέδιδε σε δυσπιστία του κοινού απέναντι στον καλλιτέχνη. Τελικά, το 1928 θα επέστρεφε στην Ελλάδα συνεχίζοντας απτόητος τα κινηματογραφικά σχέδιά του.


Πηγές:
Δημοσιεύματα των εφημερίδων Αθήναι (Ιούλιος 1913, Σεπτέμβριος 1917, Μάιος 1922), Εθνικός Κήρυξη (Απρίλιος 1924· Μάρτιος 1925), Πατρίς (Μάιος 1922· Ιούνιος 1923), Saloniki (Νοέμβριος 1924· αγγλόφωνη, ελληνική εφημερίδα του Σικάγο), καθώς και των περιοδικών Κινηματογραφικός Αστήρ (Ιούνιος, Δεκέμβριος 1924) και Variety (Απρίλιος 1924).

ΕΠΟΜΕΝΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: Άλλες κινηματογραφικές απόπειρες το 1922 που δεν ολοκληρώθηκαν


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου